Η ζωή τους μοιάζει σαν μια καλοδουλεμένη συνταγή, που όσο κι αν χρησιμοποιούνται διαφορετικά υλικά σε κάθε της παρασκευή αφήνει τελικά ένα γευστικό αποτέλεσμα. Ο Χρήστος Μπάρκας από τα Γιάννενα και ο Παντελής Βούρος από την Κάλυμνο αποκαλύπτουν όσα έζησαν και όσα ονειρεύονται να ζήσουν. Η διαφορετικότητά τους είναι σαν τη ζάχαρη στο γλυκό, σαν το αλάτι στο φαγητό, είναι αυτό το κάτι που τους ενώνει.

Από τη Γεωργία Χαλκιά

– Η συνάντησή σας στο MasterChef καθώς φαίνεται ήταν καρμική, διότι έμελλε να ξεκινήσει μια δυνατή φιλία…

Παντελής: Έχω κρατήσει την κάθε στιγμή ως φυλαχτό, για να μου θυμίζει πως η ζωή έχει τόσα χρώματα συναισθημάτων που μακάρι να τα ξαναζήσω. Ο χρόνος κύλησε σαν όνειρο. Η συγκατοίκηση με τον Χρήστο σίγουρα δεν ήταν τυχαία. Δυο τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες, που μόνο ένας Χρήστος θα μπορούσε να αντέξει έναν Παντελή και μόνο ο Παντελής θα μπορούσε να αντέξει έναν Χρήστο! Νομίζω πως είναι το ιδανικό παιδί που θα ήθελε η κάθε μάνα για την κόρη της!

Χρήστος: Ανυπομονούσα να γνωρίσω μεγάλους σεφ, να μπω σε νέα μαγειρικά μονοπάτια, γι’ αυτό και δεν κοίταξα κάποιον συμπαίκτη μου ανταγωνιστικά. Οι δυο μας μείναμε μαζί αρκετά, είχαμε βρει το κονάκι μας, τη βολή μας. Μοιραστήκαμε κοινές αγωνίες για το παιχνίδι αλλά και συμβουλές για την προσωπική μας ζωή. Καταλήξαμε ότι ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Ο Παντελής είναι πολύ cool, έχει καταφέρει να αποβάλει το άγχος του. Αντιθέτως, θα με χαρακτήριζα ψυχαναγκαστικό, θέλω να υπάρχει πρόγραμμα και τάξη. Κάπως έτσι πιστέψαμε στη θεωρία ότι τα ετερώνυμα έλκονται.

– Τι σας έχει μείνει ανεξίτηλο από το τηλεοπτικό σας ντεμπούτο;

Παντελής: H ώρα της αναμονής που θα μας εξασφάλιζε την είσοδο στο σπίτι. Ήμουν με τον Χρήστο, κοιταζόμασταν και τον έπιασε ξαφνικά νευρικό, τα πόδια του χοροπηδούσαν από μόνα τους πάνω-κάτω χωρίς να μπορεί να το ελέγξει. Βρήκα ευκαιρία να τον πειράξω: «Έχεις αγωνία;». «Όχι» απάντησε… «Τι όχι, αφού τρέμεις;» του είπα. Το συνειδητοποίησε και δεν μπορούσε να το σταματήσει. Εγώ ήμουν πιασμένος σε όλο μου το σώμα, η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο και με έκανε να φέρομαι αλλόκοτα. Πρωτόγνωρο συναίσθημα, ήταν λες και μας πήγαιναν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Χρήστος: Κάθε στιγμή ήταν μοναδική. Ήμουν το ξυπνητήρι του Παντελή, το ξυπνητήρι των παιδιών! Σηκωνόμουν στις 6.00 το πρωί για να καθαρίσω, να τινάξω τα παπλώματα και να φτιάξω πρωινό. Μου άρεσε πολύ να τους περιποιούμαι. Αυτό είναι το στιλ μου. Έτσι με γαλούχησαν. Δεν θα ξεχάσω σίγουρα το περιβόητο «κρατς» του Πάνου Ιωαννίδη. Μέσα από την αυθόρμητη απάντησή μου με έμαθε ο κόσμος. Το σίγουρο είναι ότι όλοι οι Ηπειρώτες το κατάλαβαν. Δεν σου κρύβω πως έπαθα πλάκα με το καλαμπούρι που έγινε στα social!

– Κι ύστερα ήρθε το Globetrotters, ένα ταξιδιωτικό παιχνίδι περιπέτειας σε 12 προορισμούς, και εσείς έτοιμοι για μία ακόμη περιπέτεια σε μέρη που δεν φανταζόσασταν.

Χρήστος: Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα χωρίς να το συνειδητοποιήσω. Θεωρώ ότι κάποια πράγματα στη ζωή είναι γραμμένα. Χρειάστηκε μεγάλη οργάνωση, να περάσουμε από κάποιους γιατρούς και να κάνουμε εμβόλια, να φτιάξουμε διπλώματα ώστε να μπορέσουμε να οδηγήσουμε σε όλο τον κόσμο. Αδημονούσα για το πρώτο ταξίδι. Κάθε προορισμό τον μαθαίναμε στο αεροδρόμιο. Δεν ξέραμε τι καιρό θα κάνει, ήμασταν σαν χαμένοι. Θυμάμαι τον παρουσιαστή Πέτρο Πολυχρονίδη να λέει «Θα πάτε σε μια χώρα που έχουν στραβά δόντια» και εγώ με μια μόνιμη έγνοια «Δηλαδή, ρε Παντέλο, τι καιρό θα κάνει;», με εκείνον να απαντά: «Έλα, μωρέ, τι αγχώνεσαι; Όπου και να πάμε, όλα καλά».

Παντελής: Η αλήθεια είναι ότι το Globetrotters είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα για μένα, από μικρός είχα το ένστικτο του εξερευνητή. Στο παιχνίδι αλλάζουν τελείως μοτίβο τα συναισθήματα. Όλο αυτό θύμιζε διακοπές διαρκείας, όλα ήταν παραδεισένια. Κάναμε με τον Χρήστο τόσο απλά τον γύρο του κόσμου σε λιγότερο χρόνο από το σίτεμα ενός κρέατος! Ταξιδεύοντας από σύνορα σε σύνορα βλέπεις πως οι αξίες των ανθρώπων είναι που κάνουν την κάθε χώρα να διαφέρει.

– Παντελή, υπήρξαν αστείες στιγμές που δεν έδειξαν οι κάμερες κατά τη διάρκεια των ταξιδιών σας;

Η συμβίωση στο Globetrotters έχει περίεργο χαρακτήρα γιατί υπήρχαν στιγμές που φαινόμασταν τσακισμένοι και δεν λέγαμε ούτε «καληνύχτα» λόγω της κούρασης αλλά και βράδια που αναλύαμε επαγγελματικές και ερωτικές μας ανησυχίες. Θυμάμαι να κυλιόμαστε στο πάτωμα από τα γέλια –γιατί εγώ αν ανοιχτώ σε κάποιον, πετάω τις κοτσάνες μου– και να έρχονται υπάλληλοι του ξενοδοχείου για να μας κάνουν παρατήρηση. Ευτυχώς δεν γινόταν αυτό συνέχεια, αλλιώς θα υπήρχε μεγάλο πρόβλημα.

– Χρήστο, η δική σου απόπειρα με τα πατίνια στο Χιούστον δεν φάνηκε να είναι τόσο επιτυχημένη…

Στο Χιούστον είχα ένα ατύχημα με τα rollerblades. Είχαμε τόση χαρά με τον Παντελή και λέγαμε «Το ’χουμε, το ’χουμε!». Μας πήρε κάτω, σωριαστήκαμε και κάναμε κωλοτούμπες. Ο Παντελής έπεφτε συνέχεια αλλά παρ’ όλα αυτά βγήκε αλώβητος. Η δική μου ήταν και η φαρμακερή.

– Ταξιδέψατε σε δώδεκα διαφορετικούς προορισμούς. Οι εναλλαγές των εικόνων πολλές, αλλά και η χαρά της εξερεύνησης μεγάλη…

Χρήστος: Νιώθεις διαφορετικά επιστρέφοντας. Συνειδητοποιείς τις ελλείψεις αυτού του κόσμου. Συναντήσαμε πολλή φτώχεια. Ανθρώπους που ζουν σε παράγκες χωρίς πατώματα και κοιμούνται στο χώμα. Αναρωτιόμουν πώς επιβιώνουν καθημερινά, κάτι που φαντάζει παράδοξο σε εμάς. Το φαγητό είναι τελικά θησαυρός και δεν πρέπει να πετάς τίποτα. Σε κάποιες χώρες δώρισα ρούχα μου γιατί πονούσε η ψυχή μου. Μακάρι να είχα και άλλα να δώσω. Οι λαοί που γνωρίσαμε ήταν ευγενικοί, όμως υπήρχαν κάποια βλέμματα που σε θέριζαν. Ένιωθες έντονα την ανάγκη να αντιδράσεις, να βοηθήσεις, ειδικά τα παιδιά. Εικόνες που πραγματικά σε αφήνουν άφωνο. Μακάρι να γυρνούσα πίσω ώστε να προσφέρω, όχι μόνο ως μάγειρας, αλλά να χτίσω και να οργώσω εκτάσεις.

Παντελής: Με ενθουσίασε η αποστολή στον Μαυρίκιο, όπου έπρεπε να βουτήξουμε με σκάφανδρο και να πάρουμε ένα φύκι από τον βυθό. Ήταν μαγικά και δεν έχασα την ευκαιρία να χαζέψω έναν από τους ωραιότερους βυθούς που έχω συναντήσει. Ήταν λες και βρισκόμουν σε ενυδρείο με τα πιο όμορφα ψάρια του κόσμου, τόσο φανταχτερά και έντονα σε σημείο που δεν ήθελα να βγω στην επιφάνεια. Απόλαυσα τόσο πολύ τη διαδικασία με το σκάφανδρο και ταυτόχρονα ένιωσα υπερηφάνεια και συγκίνηση όντας Καλύμνιος, καθώς το νησί έχει μεγάλη ιστορία για τα σφουγγάρια του και το σκάφανδρο ήταν για χρόνια το πιο σημαντικό εργαλείο του δύτη.

– Ως μάγειρες εξερευνήσατε τις τοπικές κουζίνες;

Παντελής: Στα ταξίδια που κάναμε δεν σταματήσαμε να γευόμαστε παραδοσιακά ντόπια φαγητά, όμως συνταγή δεν έτυχε να πάρω από κάπου! Μου αρκούσε που είχα κλέψει τις μυρωδιές και τις γεύσεις της κάθε χώρας.

Χρήστος: Χαζεύαμε τους πάγκους, πηγαίναμε σε παζάρια και βλέπαμε περίεργα φρούτα και παρόλο που δεν συνεννοούμαστε και πολύ με τους πωλητές, ό,τι βλέπαμε, το δείχναμε και το τρώγαμε. Τρελάθηκα με την κουζίνα στο Περού. Έντονες γεύσεις. Λατρέψαμε το χοιρινό και το μοσχάρι και την πέστροφα στη λίμνη Τιτικάκα.

– Ποιες είναι οι φιλοδοξίες και τα όνειρά σας για το μέλλον;

Χρήστος: Έτσι όπως πάμε, μας βλέπω χοντρούς με κοιλιά! Έχω φανταστεί τον εαυτό μου να μένει μόνιμα στην Κω, δίπλα σε αυτό το απέραντο γαλάζιο, και να εξελίξω την παραδοσιακή κουζίνα χωρίς να χαθεί η μοναδικότητά της. Ο Παντελής μένει απέναντι, στην Κάλυμνο. Ζούμε σε περίεργη εποχή, του τρεξίματος, του θεαθήναι και είναι πολύ σημαντικό να έχεις ανθρώπους να στηριχτείς. Νιώθω ευγνώμων για τη φιλία μας. Έφυγα από τα Γιάννενα στα 14 μου και αλλάζοντας συχνά περιβάλλον, είναι δύσκολο να διατηρείς τους φίλους σου.

Παντελής: Tο σίγουρο είναι πως δεν μπορώ να μη μαγειρεύω. Παρ’ όλα αυτά ένα κουμπί με στενεύει, νιώθω πως αυτά που έχω ζήσει δεν είναι τίποτα μπροστά σε όσα κρύβει η ζωή. Μπορεί το Globetrotters να τελειώνει στην τηλεόραση, αλλά για μένα είναι η πραγματική ζωή που είναι εξίσου μια περιπέτεια. Με φαντάζομαι στο νησί μου, εκεί που χάνεται κάθε ψυχοσωματικό και τα πάντα γαληνεύουν, παρέα με το φιλαράκι μου με την απλότητα που μας ενώνει ως πνεύματα αυτής της οντότητας που λέγεται σύμπαν.

– Το σίγουρο είναι πως, παρά τις διαφορές που έχετε, η μαγειρική ήρθε στη ζωή σας με κάπως ανορθόδοξο τρόπο, με κόπο και ρίσκο.

Χρήστος: Από πολύ μικρός ψαχούλευα πάντα μέσα στα ντουλάπια, είχα περιέργεια να δω τι κρύβουν. Πηγή της έμπνευσής μου ήταν η γιαγιά μου, η Αγγελική, και έρωτάς μου η χύτρα. Σε 40’ γίνεται κάτι το μαγικό. Από τα χέρια μιας έμπειρης μαγείρισσας οι απλές γεύσεις γίνονται σίγουρα πεντανόστιμες, πόσο μάλλον μιας γιαγιάς. Μοιάζει κάπως αστείο πως ο καθημερινός γολγοθάς τους είναι τι θα μαγειρέψουν.

Έφυγα από τα Γιάννενα στα 14 για να σπουδάσω μαγειρική στη Ρόδο. Ήμουν εσώκλειστος επί δύο χρόνια στη σχολή, ήταν σαν εξοστρακισμός. Έπειτα πήγα στην Ιταλία και άρχισα να χτίζω το μέλλον μου. Δεν ήταν εύκολα, όμως δούλεψα σκληρά. Επέστρεψα στα Γιάννενα ως μάγειρας σε νηπιαγωγείο. Αυτά τα μικρά αγγελούδια ήταν οι αυστηρότεροι κριτές μου!

Παντελής: Οκτώ ετών μπήκα στην κουζίνα του εστιατορίου του γαμπρού μου και μια σπίθα άναψε μέσα μου βλέποντας τη σπιρτάδα των μαγείρων. Ήταν σαν να κάλυπτα το κενό μου. Γύρω στα 13, ενώ οι γονείς μου πίστευαν πως είμαι στο μαγαζί του γαμπρού μου, βρέθηκα σε ένα καράβι με την καψούρα μου αγκαλιά! Εκείνοι φυσικά με έψαχναν στην Κάλυμνο και εγώ έτσι απλά βρισκόμουν στην Αθήνα γιατί είχα ερωτευτεί παράφορα την Ιωάννα, που ακόμα τη γουστάρω αλλά είμαστε πλέον φίλοι!

Στα 16 μου σπούδασα στη Ρόδο και έπειτα έφυγα στο Παρίσι. Δεν ήξερα ούτε γαλλικά ούτε αγγλικά! Επειδή πάντα προσεύχομαι, θεωρώ πως ο Θεός με βοήθησε και βρήκα δουλειά, ώσπου επέστρεψα στην Κάλυμνο λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Το καλό είναι πως γύρισα με δίπλωμα στα γαλλικά αλλά και χρήματα που μάζεψα από τη δουλειά μου εκεί. Η μαγειρική είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των γεύσεων. Ένα ατελείωτο και συναρπαστικό ταξίδι…

Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος

Πηγή: People