Τα τελευταία 2-3 χρόνια ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης είναι αυτό που λέμε workaholic. Ειδικά μέσα στο 2019 τον έχουμε δει σε δύο σειρές, το Λόγω Τιμής και το Έτερος Εγώ, σε δύο θεατρικές παραστάσεις ως ηθοποιό, σε άλλες δύο ως σκηνοθέτης και σίγουρα κάτι θα μας έχει ξεφύγει. Αυτή η επιλογή απορρέει από δύο πράγματα. Το ένα είναι η διαρκής ανάγκη για δημιουργία. Το δεύτερο είναι η ανάγκη του να ξεφύγει από ένα συναίσθημα που βίωσε έντονα τα προηγούμενα χρόνια.

Όπως περιέγραψε στον Νίκο Χατζηνικολάου και το Ενώπιος Ενωπίω, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης πέρασε μια περίοδο που τον βύθισε στην κατάθλιψη. Ήταν η η εποχή που προβαλλόταν το Γιούγκερμαν που δεν είχε την προσδοκώμενη πορεία και όλο αυτό καθρεφτίστηκε πάνω του, αλλά και μια εποχή που εκτός από την επαγγελματική, αποσταθεροποιήθηκε και η προσωπική του ζωή με τον χωρισμό.

Για όλα αυτά ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης αναγκάστηκε να προσφύγει σε ειδικούς και είναι προς τιμήν του που καταγγέλει αυτό το ταμπού που έχουμε με την ψυχική υγεία στην Ελλάδα.

«Δεν έφτασα στα όρια της κατάθλιψης, έπαθα κατάθλιψη. Όπως θα όφειλα να κάνω, ζήτησα τη γνώμη ειδικών και πήρα φαρμακευτική αγωγή, και όπως προτρέπω και τους ανθρώπους να το κάνουν. Στην Ελλάδα υπάρχει μια σειρά από ταμπού, μεταξύ των οποίων ένα πολύ χοντρό ταμπού για την ψυχική υγεία, το οποίο οδηγεί πολύ συχνά να ακούμε ιστορίες ότι 17χρονα παιδιά τον καιρό των πανελληνίων εξετάσεων να πηδάνε από μπαλκόνια επειδή δεν αντέχουν την πίεση. Για μένα τότε ήταν πολλές ήττες, η μία πάνω στην άλλη.

Είναι πολύ εύκολο, ακόμα κι αν δεν έχεις ενδογενή κατάθλιψη, προβλήματα δηλαδή της βιοχημείας σου, είναι πολύ εύκολο για έναν άνθρωπο και αυτό συνέβη κατά κόρον την περίοδο της κρίσης, όλη αυτή την περίοδο, με δυο-τρία απανωτά χτυπήματα να βγει εκτός κέντρου βάρους και να σωριαστεί. Ο Γιούγκερμαν ήταν από τα μικρά, δεν είναι, βέβαια, ευχάριστο στο πρόσωπό σου να καθρεφτίζεται ένα ολόκληρο πράγμα που δεν πετυχαίνει. Μαζί ήταν επίσης το θέατρο Χώρα και τα προβλήματα που υπήρχαν, μαζί ήταν ο χωρισμός μου, ήταν μια σειρά από μικρούς θανάτους.

Αυτό, λοιπόν, με έριξε. Αναζήτησα τη βοήθεια ειδικού, ως όφειλα να κάνω και τη χημική θεραπεία, τα χάπια. Αποφάσισα ότι πρέπει να μιλάω γι’ αυτό, ακριβώς γιατί στην Ελλάδα έχουμε αυτό το ταμπού. Αισθανόμαστε ότι η ψυχική υγεία είναι κάτι για το οποίο δεν πρέπει να μιλάμε και δεν καταλαβαίνουμε ότι χρειάζεται οπωσδήποτε την επίσκεψη σε ειδικό. Και η φαρμακευτική αγωγή χρησιμεύει με τον ίδιο τρόπο που θα χρησίμευε το αν έχεις πονοκέφαλο να πάρεις μια ασπιρίνη ή αν έχεις διαβήτη να πάρεις ινσουλίνη.

Και είναι κρίμα να αφήνουμε τα προβλήματα της ψυχής, που στην πραγματικότητα είναι του εγκεφάλου, να μην τα αντιμετωπίζουμε σαν προβλήματα του σώματος συνολικά και να τα υποτιμούμε γιατί μπορεί να καταστρέψουμε τη ζωή μας».