Η τελευταία φορά που κάποιος είδα ζωντανά τα μέλη της οικογένειας Χρυσαφίδη ήταν στις 17 Ιουνίου του 1991 όταν η Αγγελική Παπαλεξανδράτου επισκέφτηκε τη φίλη της, Λιζ Χρυσαφίδη, στο σπίτι της στην Εκάλη.

Το επόμενο πρωί, στις 18 Ιουνίου, οι συνεργάτες του Χρυσαφίδη από το εργοστάσιο που διοικούσε, τηλεφώνησαν στο σπίτι χωρίς όμως να παίρνουν καμία απάντηση. Κάποια στιγμή το τηλέφωνο απάντησε ο οικιακός βοηθός της οικογένειας, ο 28χρονος Ταϊλανδός Πρασέρτ Σερτουασάνα, που τους ενημέρωσε ότι η οικογένεια είχε φύγει για διακοπές και θα επέστρεφε στις 28 του μηνός. Το ίδιο είπε και στον κηπουρό, Κυριάκο Κοίλιαρη, που ήρθε για να περιποιηθεί τον κήπο.

Το επόμενο πρωί η σύζυγος του Ταϊλανδού, Ουαζίτα, πήγε στο σπίτι του Αιγύπτιου πρέσβη, όπου δούλευε η μητέρα του, Κάνυα. Ταραγμένη, η Ουαζίτα της είπε ότι ο πατέρας της ήταν σοβαρά άρρωστος και έπρεπε να ταξιδέψει άμεσα στην Μπανγκόκ για να τον δει. Έφυγαν μαζί και πήγαν να αγοράσουν αεροπορικά εισιτήρια για την Ταϊλάνδη. Έκλεισαν δύο, στο όνομα της Ουαζίτα και του συζύγου της.` Λίγο αργότερα, επισκέφτηκαν την αδελφή της Κάνυα, Μαλιράτ, για να της πουν ότι και ο δικός τους πατέρας ήταν άρρωστος και έπρεπε να φύγουν για την Ταϊλάνδη. Η Μαλιράτ τηλεφώνησε στους δικούς της και έμαθε ότι ο πατέρας της έχαιρε άκρας υγείας. Παρ’ όλα αυτά, την επόμενη η μέρα, η Κάνυα αγόρασε άλλα δύο εισιτήρια για Μπανγκόκ με 113 χιλιάδες δραχμές που δανείστηκε από τη δουλειά της.

Οι τέσσερις τους έφυγαν για Ταϊλάνδη την Παρασκευή, 21 Ιουνίου στις 5.40 το απόγευμα. Πλέον, όσοι επισκέφτηκαν τη βίλα της οικογένειας Χρυσαφίδη στην Εκάλη, έβλεπαν ένα χειρόγραφο σημείωμα που έλεγε ότι η οικογένεια έλειπε για διακοπές και θα επέστρεφε στις 28 Ιουνίου.

Η αποκάλυψη

Η οικογένεια Χρυσαφίδη είχε δολοφονηθεί.

Το βράδυ της 24ης Ιουνίου, συναντήθηκαν έξω από το σπίτι ο ανιψιός του Χρυσαφίδη, Αλέξανδρος Μακρίδης, ο γείτονάς του, Βασίλης Σαλαπάτας και διευθυντής πωλήσεων του εργοστασίου, Αντώνης Γεωργιάδης. Η ξαφνική και πολυήμερη απουσία της οικογένειας τους είχε κάνει να ανησυχήσουν και έτσι αποφάσισαν να ερευνήσουν το σπίτι. Με τη βοήθεια ενός κλειδαρά, κατάφεραν να μπουν στο εσωτερικό του σπιτιού για να βρεθούν τελικά αντιμέτωποι με μια φρικιαστική εικόνα.

Τα πτώματα των τεσσάρων μελών της οικογένειας βρίσκοντας στο υπόγειο σε τρία ξεχωριστά δωμάτια.

Πρώτα, βρήκαν τον 16χρονο Μιχάλη ο οποίος είχε φιμωθεί με ένα κουρελιασμένο πουκάμισο, τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα με νάιλον σχοινί, ενώ το πτώμα του είχε καλυφθεί με μία κουβέρτα. Τον είχαν ξυλοκοπήσει άγρια, το στέρνο του είχε σπάσει και τον είχαν αποτελειώσει με μια βαριοπούλα.

Στο διπλανό δωμάτιο, βρέθηκαν ο μεγαλύτερος γιος και ο πατέρας του. Τα χέρια και τα πόδια του μικρού ήταν δεμένα, αλλά όχι και του πατέρα του. Τα πτώματα ήταν και αυτά σκεπασμένα με κουβέρτες και πετσέτες.

Στο τρίτο δωμάτιο, βρισκόταν το πτώμα της μητέρας, Λιζ, η οποία αν και φορούσε ένα ακριβό φόρεμα, δεν φορούσε εσώρουχο. Αυτό το στοιχείο οδήγησε τις αρχές στο συμπέρασμα ότι η γυναίκα είχε βιαστεί. Από την ιατροδικαστική εξέταση, προέκυψε ότι οι δράστες είχαν σκοτώσει την οικογένεια σε “δόσεις”.

Πρώτα πέθαναν τα παιδιά στις 20 Ιουνίου, μετά ο πατέρας στις 21 και τελευταία η μητέρα, στις 23 Ιουνίου, αφού είχε φύγει από τη χώρα ο βασικός ύποπτος, ο Ταϊλανδός Πρασέρτ Σερτουασάνα.

Όλα τα μέλη της οικογένειας είχαν ξυλοκοπηθεί, πριν τα σκοτώσουν με τα φονικά όπλα που βρέθηκαν στο λεβητοστάσιο και κάτω από το νεροχύτη της κουζίνας, δηλαδή μια βαριοπούλα, έναν τσεκούρι και ένα σκεπάρνι. Όλα ήταν λερωμένα με αίμα, όπως και ήταν και το πάτωμα του γκαράζ.

Όταν οι αστυνομικοί άνοιξαν το χρηματοκιβώτιο, βρήκαν χρυσαφικά, ομόλογα και διάφορα έγγραφα, αλλά καθόλου χρήματα. Υποπτεύονταν ότι ο δράστης είχε πάρει τα χρήματα και ορισμένα απ’ τα κοσμήματα που φυλάσσονταν στο χρηματοκιβώτιο.

Ο μυστηριώδης μπάτλερ

Ο Ταϊλανδός μπάτλερ Ο Πρασέρτ Σερτουσουάνα γεννήθηκε στην Μπανγκόκ το 1963 και  ζούσε πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Δούλευε για την οικογένεια Χρυσαφίδη από το 1989, είχε δικό του δωμάτιο και πλέον θεωρούνταν μέλος της οικογένειας. Όσοι τον γνώριζαν, τον περιέγραφαν ως ένα ήρεμο, ευγενικό και χαμογελαστό νέο.

Δύο μήνες πριν από τη δολοφονία, παντρεύτηκε την αγαπημένη του, Ουαζίτα, που εργαζόταν στη Βάρη, στο σπίτι της Μαρίας Πουλιάση. Σε συνέντευξή της στο “Έθνος” στον Πάνο Σόμπολο, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το ζευγάρι ήταν υπεύθυνο για τις δολοφονίες: “Αν έχουν σχέση με τις δολοφονίες, κάποιος τους έβαλε, κάποιος τους ανάγκασε να το κάνουν”. Τα αναπάντητα ερωτήματα.

Δυστυχώς, η υπόθεση έμεινε ανεξιχνίαστη. Οι ελληνικές αρχές ζήτησαν να συνεργαστούν με την Ταϊλάνδη για την ανάκριση του Σερτουσουάνα, αλλά δεν έλαβαν θετική απάντηση. Το 1993, και ξανά το 1995, έφτασαν στην Ελλάδα, Ταϊλανδοί αξιωματικοί, οι οποίοι συζήτησαν την υπόθεση με την ελληνική αστυνομία, αλλά δεν κατέληξαν πουθενά.

Παρά την αγριότητα της δολοφονίας και το σοκ που προκάλεσε στην ελληνική κοινωνία, δεν συνελήφθη ποτέ κανείς ούτε δόθηκε ποτέ απάντηση στα ερωτήματα που βασάνιζαν φίλους και συγγενείς. Βασικός ύποπτος ήταν ασφαλώς ο Σερτουσουάνα, αλλά οι αρχές υποπτεύονταν ότι είχε συνεργούς, καθώς η Λιζ Χρυσαφίδη πέθανε, αφού αυτός είχε φύγει για την Ταϊλάνδη. Ένα άλλο στοιχείο που προβλημάτισε την αστυνομία ήταν η διαθήκη του Χρυσαφίδη. Υπήρχε χειρόγραφο σημείωμα του ίδιου, που όριζε ότι αν πέθαιναν όλα τα μέλη της οικογένειάς του, η περιουσία του θα πήγαινε στον ανιψιό του. Η έρευνα της αστυνομίας δεν κατέληξε πουθενά ούτε θεωρήθηκε ποτέ ύποπτος ο συγγενής.