Οκτώ χρόνια πίσω, και συγκεκριμένα τα ξημερώματα της 10ης Μαΐου του 2011, ο Μανώλης Καντάρης έπεφτε νεκρός έξω από το σπίτι του, όταν τρεις δράστες αφγανικής καταγωγής τον μαχαίρωσαν για να του πάρουν τη βιντεοκάμερα που κρατούσε. Ο λόγος που κουβαλούσε την κάμερα ήταν γιατί η σύζυγός του, Σιμόνα Βιρτζίλι, ήταν ετοιμόγεννη και πήγαιναν για να γεννήσει.

Η δολοφονία του Μανώλη Καντάρη τη στιγμή που η γυναίκα του ετοιμαζόταν να φέρει στον κόσμο το παιδί τους, είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο και χθες το βράδυ, η σύζυγός του, μίλησε στην εκπομπή «Μεσάνυχτα» και την Ελεονώρα Μελέτη για τα όσα συγκλόνιστικά έζησε, για το πώς ενημέρωσε τα παιδιά της για τη δολοφονία του πατέρα της, για τα συναισθήματα της μέχρι σήμερα.

Ανάμεσα στα όσα συγκλονιστικά μοιράστηκε με τους τηλεθεατές η Σιμόνα Βιρτζίλι, είναι τα εξής:

Οι πρώτες στιγμές μετά τη δολοφονία

«Ήταν ένας προγραμματισμένος τοκετός και ήταν λίγο δύσκολες οι συνθήκες γιατί το παιδάκι ήταν πολύ πρόωρο, αλλά δεν υπήρχε δυνατότητα να προχωρήσει η εγκυμοσύνη περισσότερο. Οπότε έπρεπε εσπευσμένα να πάμε στο μαιευτήριο. Ο Μανώλης έλειπε για δουλειές στο εξωτερικό εκείνες τις ημέρες και τον ειδοποίησα να έρθει, όπως και έγινε. Επέστρεψε από το εξωτερικό κατά τη διάρκεια της νύχτας, έκανε ένα μπάνιο και κατέβηκε για να πάει να πάρει το αυτοκίνητο για να πάμε στο μαιευτήριο.

Οι εικόνες που έζησα μετά δεν μου άφησαν κανένα περιθώριο να πω ότι δεν είναι αλήθεια αυτό που μου συμβαίνει. Ήμουν στο σπίτι μαζί με τη μητέρα μου, τον γιο μου, που ήταν ενός έτους, και θα πήγαινα να γεννήσω το δεύτερο παιδί μου. Έβλεπα ότι ο Μανώλης αργούσε να έρθει, τον έπαιρνα τηλέφωνο και δεν μου απαντούσε. Είχα μια έντονη διαίσθηση ότι κάτι κακό έχει συμβεί. Τότε αποφάσισα να κατέβω να δω τι συμβαίνει.

Η μητέρα μου ήταν η πρώτη που είδε τους αστυνομικούς και τον Μανώλη νεκρό κάτω στο δρόμο. Προσπάθησα να πλησιάσω γιατί ήθελα να είμαι 100% σίγουρη ότι ο Μανώλης είναι νεκρός. Οι αστυνομικοί δεν με άφησαν να πλησιάσω και έβλεπα αποσπασματικές εικόνες. Τα πόδια, τα παπούτσια, τα χέρια, και στο τέλος κατάφερα να δω το πρόσωπό του το οποίο δεν το είχαν σκεπάσει ακόμα. Θυμάμαι ότι υπήρχε πάρα πολύ αίμα. Ήταν σπατάλη ζωτικού υγρού αυτό για μένα. Είμαι πνευμονολόγος και εντατικολόγος, και ίσως επειδή προέρχομαι από αυτό τον επαγγελματικό χώρο και έχω «εκπαιδευτεί» ώστε  να κρατάω την ψυχραιμία μου σε δύσκολες καταστάσεις, παρόλο που είχα παγώσει από το σοκ, οι αστυνομικοί με έβαλαν σε ένα ασθενοφόρο και με πήγαν προς το μαιευτήριο να γεννήσω.

Δεν είχα την πολυτέλεια να επιστρέψω σπίτι και να κλάψω γι’ αυτό το κακό που είχε χτυπήσει την οικογένειά μου, έπρεπε εσπευσμένα να πάω να γεννήσω. Εκείνη τη στιγμή έπρεπε να προστατεύσω κάποιον ο οποίος ήταν πιο αδύναμος από εμένα και που ερχόταν στη ζωή. Γι’ αυτό το λόγο αποφάσισα ότι έπρεπε να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, να πάω εκεί όπου είχα στόχο να φτάσω, στο μαιευτήριο και με κάποιο τρόπο να επικοινωνήσω ώστε να ενημερωθούν οι φίλοι και οι συγγενείς»

Το όνομα της κόρης της

«Μέσα στο ασθενοφόρο διάλεξα το όνομα της κόρης μου από το όνομα του μπαμπά της, Εμμανουέλλα.  Κι όταν έφτασα είχα την τύχη να βρεθώ ανάμεσα σε εξαιρετικούς ανθρώπους, γιατρούς, φίλους, συγγενείς όπου ήταν όλοι δίπλα μου μέχρι και σήμερα. Το ίδιο πρωί αφού ήμουν στο δωμάτιο και είχα γεννήσει το μωρό, κάποιος άνοιξε την τηλεόραση και είδα να παίζουν τη φωτογραφία του Μανώλη. Αισθάνθηκα τόσο άσχημα, με ενόχλησε τόσο πολύ γιατί ήταν η άμεση υπενθύμιση του τι ακριβώς είχα δει το πρωί εγώ η ίδια με τα μάτια μου. Δεν είχα την πολυτέλεια να καθίσω και να πω είμαι λυπημένη, έπρεπε να φροντίσω τα παιδιά μου και να τακτοποιήσω τις διαδικασίες της κηδείας του Μανώλη».

Πώς διαχειρίστηκε το θέμα σε σχέση με τα παιδιά της

«Μετά τη δολοφονία του άντρα μου ξέσπασαν επεισόδια. Ο κόσμος ήταν πιο θυμωμένος κι από μένα. Καμία ποινή δεν θα φέρει πίσω κάποιον, όμως υπάρχουν δυο μικρά παιδιά τα οποία κάποια στιγμή θα ρωτήσουν: «και τι απέγινε μαμά ο κακός»; Και σε αυτή την ερώτηση τι θα τους πούμε; Ότι έφυγε ατιμώρητος; Ότι τον συγχώρεσα τον κακό; Δεν πρέπει για τα παιδιά και μόνο να υπάρχει μια απόδοση δικαιοσύνης; Για τα παιδιά χρειάζεται η απόδοση της δικαιοσύνης. Έχω ακόμα πολύ θυμό για τους δράστες. Έφυγα από το σπίτι 40 μέρες μετά τη δολοφονία. Αισθανόμουν ανασφαλής στην ίδια μου τη χώρα.

Όταν ο γιος μου έβλεπε άλλα παιδάκια με τους μπαμπάδες τους στην παιδική χαρά, στεναχωριόταν. Ήταν ενός έτους όταν σκότωσαν τον μπαμπά του, αλλά σήμερα δεν θυμάται κάτι. Όταν ήρθε η σωστή στιγμή ενημερώθηκαν και τα δυο παιδιά για το τραγικό συμβάν με τον πατέρα τους χωρίς σκληρές εικόνες, γιατί αυτό πιστεύω ότι δεν βοηθάει τα παιδιά στο να αποδεχτούν ένα κακό γεγονός. Θυμάμαι ότι είχε γυρίσει ο μικρός από το σχολείο και μου είχε πει: «μαμά, ο μπαμπάς πέθανε το ξέρεις;». Και εκεί ξεκινήσαμε να μιλάμε για αυτό το θέμα με τη βοήθεια πάντα κάποιου ειδικού. Και μάλιστα μου είχαν πει οι ειδικοί ότι: «όταν το παιδί θα είναι έτοιμο για να μάθει, θα έρθει και θα σε ρωτήσει για τον μπαμπά του και τότε θα πρέπει και εσύ να είσαι έτοιμη  για να του απαντήσεις». Και είχαν δίκιο».