Tέσσερα χρόνια μετά το επιτυχημένο (εμπορικά και από άποψη κριτικών) ριμέικ του The Last House on the Left, ο γοητευτικός Ντένης Ηλιάδης, μόνιμος πλέον κάτοικος των ΗΠΑ, μας «σερβίρει» ένα συναρπαστικόυπαρξιακό μεταφυσικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας με φόντο ένα οργιώδες εφηβικό πάρτι, το οποίο έχει ήδη λάβει διθυραμβικές κριτικές από τους NY Times, τη Village Voice και το Variety. O Έλληνας σκηνοθέτης, που κάνει καριέρα στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, φωτογραφήθηκε και μας μίλησε στα γραφεία της Feelgood Entertainment στην Αθήνα, με αφορμή την πρεμιέρα του Ένας Ακόμα (Plus One) στις ελληνικές αίθουσες στις 16 Ιανουαρίου. Πρόκειται για ένα πρωτότυπο υβρίδιο θρίλερ, με πρωταγωνιστές τρεις κολλητούς από το κολέγιο που πηγαίνουν στο μεγαλύτερο πάρτι της χρονιάς και καταλήγουν να ζήσουν την πιο αλλόκοτη νύχτα της ζωής τους και να έρθουν αντιμέτωποι με τους ίδιους… τους εαυτούς τους. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Ηλιάδης εμπνεύστηκε την ιστορία από εκείνες τις φορές στη δική του ζωή που ευχόταν να μπορεί να γυρίσει πίσω τριάντα λεπτά για να διορθώσει κάποιο λάθος. Κάτι με το οποίο κάθε θεατής ταυτίζεται και ένα ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει.

Έχει γραφτεί πως είσαι ο εμπνευστής ενός νέου κινηματογραφικού υβριδίου. Αισθάνεσαι ότι όντως είσαι κάτι τέτοιο;

«Εννοείς το science fiction party thriller. Η αλήθεια είναι ότι πήραμε ρίσκο να παντρέψουμε είδη που δεν έχουν ξανα-μπλεχτεί και πράγματα που αγαπώ και τα οποία θεωρητικά μπορεί να φαίνονται ασύμβατα. Ένα αρκετά εγκεφαλικό σενάριο επιστημονικής φαντασίας με τον ηδονισμό και την καφρίλα του αμερικανικού teen movie. Νομίζω ότι είναι καλή εποχή να δοκιμάζεις τέτοια πράγματα. Επειδή η ταινία ήταν πιο ανεξάρτητη παραγωγή, είχαμε μεγαλύτερη ελευθερία να πάρουμε περισσότερα ρίσκα. Ολοκληρώθηκε μέσα σε 29 μέρες, ενώ, π.χ., για το Hardcore (σ.σ. η πρώτη του ταινία, που γύρισε όσο ήταν στην Ελλάδα) χρειάστηκαν 40 μέρες. Κάτι, βέβαια, που απαιτεί μεγάλη προετοιμασία. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως περιθώριο να σταθείς στο γύρισμα και να σκεφτείς».

Το Ένας Ακόμα πήρε εξαιρετικές κριτικές. Περίμενες τέτοια ανταπόκριση;

«Με τις κριτικές ποτέ δεν ξέρεις τι να περιμένεις. Έβλεπα, ωστόσο, από τις δοκιμαστικές προβολές (μεταξύ άλλων σε διάφορα πανεπιστήμια στο Οχάιο και την Ιντιάνα) ότι ο κόσμος ανταποκρινόταν στην ταινία. Ειδικά οι νεαρότερες ηλικίες μάς έλεγαν ότι “επιτέλους, κάποιος έκανε μια ταινία για εμάς”. Οπότε λέω “εντάξει, κάτι κάνουμε σωστά εδώ πέρα”».

Εμπνεύστηκες, όπως έχεις δηλώσει, τηνιστορία από εκείνες τις φορές στη ζωή σου που ευχήθηκες να μπορούσες να γυρίσεις πίσω τριάντα λεπτά για να διορθώσεις κά- ποιο λάθος. Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο λάθος που ξεχωρίζεις;

«Σε πολλές σχέσεις μου κάποιες επιλογές που έκανα οδήγησαν σε καταστροφικά μισάωρα. Και όντως θα ήθελα να μπορούσα να πάω πίσω και να τις ανασκευάσω. Αλλά δεν υπάρχει ένα λάθος. Είναι «συγκεντρωτική» η εμπειρία. Η ταινία έχει σχέση με το πώς μπορεί σε μια σχέση που υπάρχει πάρα πολύ συναίσθημα να καταστραφούν όλα σε μισή ώρα. Πώς μπορούν τα πράγματα να γίνουν τόσο τοξικά και ανεπανόρθωτα, που, ύστερα από μισή ώρα, το πού ήσουν πριν από τριάντα λεπτά να μοιάζει σαν μια πάρα πολύ μακρινή ανάμνηση».

Διαβάστε ακόμη: Αγγελική Νικολούλη: «Ο θάνατος δυο φορές έφτασε και του είπα να μην ξανάρθει»

Το πάρτι της ταινίας είναι «διονυσιακό». Ποιο είναι αντίστοιχα το πιο αλλόκοτο πάρτι της ζωής σου;

«Υπήρξαν πολλά πάρτι, που το επόμενο πρωί τους με βρήκε να ξυπνάω σε πολύ περίεργα μέρη και μου πήρε χρόνο για να καταλάβω πού βρίσκομαι. Έχω, π.χ., ξυπνήσει μέσα στα σκουπίδια σε ένα ελληνικό νησί, με κάτι γάτες από πάνω μου. Δεν μπορείς να φανταστείς. Δεν θέλω, όμως, να πω κάτι παραπάνω».

 Τα τελευταία χρόνια μένεις μόνιμα στις ΗΠΑ. Ποια είναι η «βάση» σου;

«Δεν μπορώ να πω ότι έχω βάση. Έμενα αρχικά στο Λος Άντζελες, εδώ και ενά- μιση χρόνο είμαι στη Νέα Υόρκη και τώρα ετοιμάζομαι να επιστρέψω στο Λος Άντζελες. Γενικά είναι λίγο νομαδική η κατάσταση, τόσο για μένα όσο και για τη σύζυγό μου και τα δύο μου παιδιά (σ.σ. 2 και 5 ετών). Στην Ελλάδα έρχομαι συχνά, κυρίως για να δω φίλους και συγγενείς, αλλά για μικρά διαστήματα».

Κατέβασε τώρα το People για το iPad δωρεάν από το App Store

Τι σου λείπει περισσότερο από την Ελλάδα;

«H Ελλάδα έχει έναν αυθορμητισμό και οι σχέσεις εδώ είναι λίγο πιο αβίαστες. Από την άλλη, κάθε φορά που γυρνάω, βλέπω τα πράγματα όλο και πιο σκοτεινά και να επικρατεί όλο και μεγαλύτερος μηδενισμός και φόβος. Δεν της πάει της Ελλάδας αυτό. Θα ήθελα να πούμε «Οk, περνάμε μια κρίση, αλλά ας κοιτάξουμε μπροστά. Ας κοιτάξουμε να δημιουργήσουμε ταινίες, να δημιουργήσουμε δουλειές και να βγούμε από αυτό»».

ntenis iliadisΘεωρείς ότι υπάρχουν ταλαντούχοι Έλληνες ηθοποιοί ή λοιποί συντελεστές, τους οποίους έχεις στο μυαλό σου για κάποια επόμενη ταινία σου;

«Δεν θέλω να πω ονόματα, αλλά υπάρχουν σίγουρα πολλοί καλοί Έλληνες ηθοποιοί. Και το να τους δοθεί μια ευκαιρία είναι σίγουρα κάτι που ψάχνω. Στο Ένας Ακόμα, για παράδειγμα, συνεργάστηκαπάλι με το μοντέρ μου από το Hardcore, Γιώργο Μαυροψαρίδη».

Πριν από περίπου ένα χρόνο, ο Vin Diesel εξέφρασε την πρόθεση να γυρίσει ένα επόμενο Fast and Furious στην Αθήνα και τα ελληνικά νησιά. Η προσέλκυση ξένων κινηματογραφικών παραγωγών είναι κάτι που πρέπει να κυνηγήσει η Ελλάδα;

«Εννοείται. Είναι κάτι που το έχω συνέχεια στο μυαλό μου για μελλοντικά. Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα, παρότι διαθέτει εξαιρετικές τοποθεσίες, δεν διαθέτει στούντιο. Επίσης, το έδαφος δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένο. Η πολιτεία, π.χ., της Τζόρτζια, όπου γυρίσαμε την ταινία, έχει εφαρμόσει μια εξαιρετική φορολογική πολιτική πάνω στο θέμα και ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει και τα σχετικά εργαστήρια. Το αποτέλεσμα είναι ότι γυρίζονται πλέον εκεί ταινίες κατά συρροήν. Υπάρχει τόση ανάγκη για συνεργεία, που βλέπεις ανθρώπους που απλά είχαν κάνει ένα βίντεο αερόμπικ να γίνονται ξαφνικά διευθυντές παραγωγής».

Δείτε επίσης: Λίνα Σακκά:Κάνει τηλεοπτικό comeback με ψυχολογικό θρίλερ

Ποια είναι η σχέση σας με το «weird wave οf Greek cinema», όπως έχει χαρακτηριστεί από τα ξένα ΜΜΕ;

«Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ το σινεμά που συνεπαίρνει. Δεν με ενδιαφέρει, δηλαδή, τόσο πολύ να κάνω μια ταινία καταγραφής, αλλά να πάρω το θεατή σε ένα ταξίδι. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι μπόρεσα να λειτουργήσω τόσο καλά στην Αμερική. Από τη στιγμή που μπαίνεις σε αυτή τη λογική, είναι και άλλο σινεμά. Δεν μπορεί να είναι κάτι το αποστασιοποιημένο, αλλά ένα σινεμά που θα σε πάρει και θα σε πάει».