Μισή Ελληνίδα και μισή Μεξικάνα, η Άννα Πάολα Παπακωνσταντίνου οφείλει στην ελληνική της καταγωγή την έμφυτη αγάπη της για τη θάλασσα και στην καταγωγή της από το Μεξικό την εμμονή της με τα χρώματα. Γεννήθηκε στην Ελλάδα, όπου έζησε μέχρι τα 17 της χρόνια και μετά εγκαταστάθηκε στην Αγγλία.

Σπούδασε Ψυχολογία και στη συνέχεια έκανε fashion design για τρία χρόνια στο Λονδίνο και για άλλα δύο χρόνια στο Ινστιτούτο Marangoni στο Μιλάνο. Ένα σύντομο πέρασμα για έναν χρόνο από τα ατελιέ του McQ-Alexander McQueen και του Hussein Chalayan ήταν πραγματικό «σχολείο», αλλά και ικανό για να τη βοηθήσει να συνειδητοποιήσει πόσο πολύ θα ήθελε να σχεδιάζει για ένα δικό της brand και να στήσει τη δική της επιχείρηση.

Η εταιρεία της ξεκίνησε τον Μάιο του 2010 και την ίδια χρονιά παρουσίασε την πρώτη κολεξιόν της. Αρχικά επικεντρώθηκε στα swimwear και στη συνέχεια δημιούργησε ένα ολόκληρο lifestyle, που, όπως λέει, το οφείλει στην καταγωγή της. Από τον πρώτο χρόνο η εταιρεία άρχισε να εξάγει σε χώρες της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία, και μέσα σε λιγότερα από πέντε χρόνια έφτασε να εξάγει σε 23 χώρες σε όλο τον κόσμο.

summer collectionΤι είναι αυτό που ξεχώρισε το brand Paolita από τα υπόλοιπα swimwear brands; Η Άννα Πάολα πιστεύει ότι είναι αυτό που είπε μια πελάτισσά της στο πρόσφατο παρελθόν: «Είναι πολύ σπάνιο να βρίσκει κανείς μια συλλογή που να συνδυάζει εκλεπτυσμένα σχέδια, υψηλή ποιότητα και απίστευτη εφαρμογή». Πολλά από τα σχέδιά της είναι επηρεασμένα από τα ταξίδια της, ενώ η φετινή της κολεξιόν είναι εμπνευσμένη κυρίως από τον ασιατικό πολιτισμό. «Μπορείς να το δεις στα σχέδια με τους δράκους της σειράς Opium, στα embroidery prints της σειράς Siam που είναι εμπνευσμένα από τον ταϊλανδέζικο πολιτισμό, καθώς και από τους ελέφαντες στη σειρά Elephants in the Letters».

Το 2013 ο κύκλος εργασιών του Paolita group έκλεισε στα 250 χιλ. δολάρια και η πρόβλεψη για το 2015 είναι ότι θα φτάσει τα 750 χιλ. δολάρια. Αξίζει να σημειωθεί ότι στόχος της εταιρείας το 2013 ήταν να τετραπλασιάσει την ανάπτυξή της μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια και όλα δείχνουν ότι η πρόβλεψη είναι εφικτή, αν όχι συντηρητική.

«Ο βασικός μου στόχος για φέτος και του χρόνου είναι να ισχυροποιήσω το δίκτυο πωλήσεων χωρίς να κάνω υποχωρήσεις ως προς την ποιότητα παραγωγής και την πρωτοτυπία του σχεδιασμού» λέει στο Fortune και συμπληρώνει ότι, «αν και πραγματοποιούνται πωλήσεις online, ο μεγαλύτερος όγκος των πωλήσεων κατευθύνεται –και πραγματοποιείται– σε καταστήματα λιανικής και στα luxury departments high-end εμπορικών κέντρων στην Αμερική, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Μεξικό και την Ελλάδα. Ανάμεσά τους τα Saks Fifth Avenue, Matches και Attica».

THREEΣήμερα, η εταιρεία, που έχει έδρα το Λονδίνο, απασχολεί έντεκα άτομα προσωπικό, ενώ η παραγωγή είναι μοιρασμένη σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.· Ενδεικτικά, τα περισσότερα υλικά και σχέδια είναι από την Ιταλία, κάποια εξαρτήματα είναι από την Ισπανία και το κόψιμο και το ράψιμο γίνεται στη Ρουμανία. «Επιλέγουμε τους συνεργάτες μας προσεκτικά, βάσει της άριστης ποιότητας παραγωγής. Διασφαλίζουμε, επίσης, ότι τα εργοστάσιά μας συμμορφώνονται με υψηλά πρότυπα λειτουργίας».

Οι πελάτισσές της είναι σε ποσοστό 20% Ελληνίδες, ενώ στο διεθνές πελατολόγιό της συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων, η Τζάνετ Τζάκσον, η Ναόμι Κάμπελ και η Δωροθέα Μερκούρη. Τη ρωτήσαμε πώς βλέπει την Ελλάδα με τα μάτια της Ελληνίδας η οποία δραστηριοποιείται στην Αγγλία.

«Η Ελλάδα είναι μια πανέμορφη χώρα. Η ατμόσφαιρά της και τα καλοκαίρια της είναι μοναδικά. Παρόλο που ζω και έχω την έδρα της εταιρείας στο εξωτερικό, διατηρώ μια πολύ στενή σχέση με την Ελλάδα, στην οποία άλλωστε εξάγουμε ένα μέρος της παραγωγής μας και έχουμε και πάρα πολλές Ελληνίδες πελάτισσες».

Έχει σκεφτεί να επιστρέψει κάποια στιγμή στην Ελλάδα; «Θα ήμουν ευτυχής να επιστρέψω κάποτε στην Ελλάδα, αν ήξερα ότι θα μπορούσα να λειτουργήσω επιχειρηματικά σε ένα σταθερό περιβάλλον, με το ίδιο τρόπο λειτουργίας όπως στην Αγγλία, χωρίς τις δυσκολίες της ελληνικής γραφειοκρατίας» απαντά και συμπληρώνει ότι ο επόμενος στόχος της είναι να αναπτύξει ακόμη περισσότερο τη σειρά των αξεσουάρ και, πιθανόν, μια σειρά παιδικών beachwear.

Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί στα περίπτερα.

* Η Αναστασία Παρετζόγλου είναι Brand Manager του Fortune.

Πηγή: Fortunegreece.com