Από τον Γιώργο Πράτανο,

Το πρωί της περασμένης Τρίτης, στην οδό Αραβαντινού, η ελληνική σημαία στο μπαλκόνι του γραφείου Μητσοτάκη κυμάτιζε μεσίστια. Ο συννεφιασμένος αττικός ουρανός «έδενε». H ημέρα είχε σεταριστεί με τα σκυφτά πρόσωπα που κατέφταναν στην ιστορική οικία του πρώην πρωθυπουργού. «Ευτύχησε ο Θεός να του δώσει το θάνατο που περίμενε, τον είχε προβλέψει, τον περίμενε. Έλεγε πάντα “όρθιος θέλω να πεθάνω”. Πέθανε ήσυχα, όμορφα, “έφυγε” από τη ζωή. Πήγε να βρει τη γυναίκα του» δήλωνε στα media το πρωινό της Δευτέρας 29 Μαΐου ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο Γιάννης Πευκιανάκης. Ήταν μαζί του από το 1977, πάντοτε στη σκιά του, μαζί με τον άλλον έμπιστο συνεργάτη του, τον Μανούσο Γρυλλάκη, που παρόλο που είχε πάρει αστυνομική σύνταξη εδώ και δεκαπέντε χρόνια ήταν συνεχώς στο πλευρό του. Λέγεται πως όταν ένας άνθρωπος συνδεόταν στενά με την οικογένεια Μητσοτάκη, ο δεσμός αυτός δύσκολα έσπαγε. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν κι αυτό της Γερμανίδας νταντάς, Νάνε. Ο Κωνσταντίνος και η Μαρίκα την είχαν προσλάβει για να δώσει γερμανική ανατροφή στα τέσσερα παιδιά τους. Είχε χηρέψει μικρή, ήταν 24 όταν μπήκε στο σπίτι τους. «Ανάθρεψε τα τέσσερα παιδιά μας, ανάθρεψε τα παιδιά της Ντόρας μετά, τον Κώστα και την Αλεξία. Την κληρονομήσαμε εμείς, τη γηροκομήσαμε εμείς και ετάφη από εμάς σε πολύ μεγάλη ηλικία. Έτσι, τα παιδιά έμαθαν όλα γερμανικά, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη γενιά» διηγιόταν σε συνέντευξή του, το 2015, στην Athens Voice. Εύκολα, λοιπόν, μπορεί να φανταστεί κανείς το μέγεθος του δεσμού που είχε με τη Μαρίκα και το δυσαναπλήρωτο κενό που δημιουργήθηκε με το θάνατό της, το 2012. Προβλήματα υγείας σοβαρά δεν είχε, η μοναξιά που βίωνε όμως ήταν δυσβάσταχτη. Αντίδοτο για αυτή ήταν η παρουσία των εγγονιών του. «Όταν είσαι μόνος, όπως είμαι εγώ τώρα ‒έχω φυσικά παιδιά, εγγόνια, φίλους, ό,τι θέλεις‒, ορισμένες ώρες νιώθεις και είσαι μόνος. Νιώθεις την απουσία ενός ανθρώπου που σε καταλαβαίνει, που σε αγαπά, που μοιράζεσαι μαζί του τις στενοχώριες σου και τις χαρές σου».

Τα παιδικά χρόνια και η Κατοχή

«Πόσες φορές δεν ευχήθηκα να έκανε οποιαδήποτε άλλη δουλειά εκτός απ’ αυτήν! Πόσες φορές δεν του ’χα πει «Δεν αξίζει, Κώστα μου, δεν αξίζει…» Αλλά θα ταν κάποιος άλλος και όχι ο Κώστας μου» μου έλεγε η Μαρίκα Μητσοτάκη στην τελευταία της συνέντευξη στο Down Town. Μπορούσε, όμως, να ξεφύγει, όταν η πολιτική φαίνεται να είχε εντυπωθεί στο DNA των προγόνων του πολλά χρόνια προτού γεννηθεί ο ίδιος; Μεγαλώνοντας σε ένα πολιτικό περιβάλλον οι επιρροές που δέχεται δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικές. Ο παππούς του, Κωστής Μητσοτάκης, ήταν γαμπρός του Ελευθέριου Βενιζέλου – είχε παντρευτεί την αδελφή του, Κατίγκω, είχε ιδρύσει το «Κόμμα των Ξυπόλητων», το οποίο εν συνεχεία μετεξέλιξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε Κόμμα Φιλελευθέρων. Ο πατέρας του, Κυριάκος Μητσοτάκης, ήταν βουλευτής Χανίων, ενώ πολέμησε και στους Βαλκανικούς Πολέμους.

Άριστος μαθητής σε όλη τη διάρκεια των σχολικών του χρόνων, ήταν πάντοτε χαμηλών τόνων, λάτρης των βιβλίων και του βόλεϊ – είχε και το κατάλληλο ύψος. Ο ίδιος είχε μια ιδιαίτερη κλίση προς τις θετικές επιστήμες, αλλά ο πατέρας του τον ονειρευόταν νομικό. Εκεί που δεν τα πήγαινε καθόλου καλά ήταν στα καλλιτεχνικά μαθήματα, μουσική και ζωγραφική. Όπως έχει αποκαλύψει άλλωστε και ο ίδιος, «ποτέ δεν τραγουδούσα, απλά ψιθύριζα γιατί ήμουν φάλτσος». Ούτε στους χορούς ήταν καλός –ίσως και να ευθύνεται το ύψος του–, δεν χόρευε κρητικούς, προτιμούσε το βαλς, έχει παραδεχτεί.

Στα 17 του έγινε οικογενειακό συμβούλιο για το μέλλον του νεαρού Κωνσταντίνου. Αποφασίστηκε να αφήσει τα Χανιά για την Αθήνα και τη Νομική Σχολή. Θα ήθελε πολύ να πάει στο Πολυτεχνείο, αλλά δεν ήθελε να χαλάσει το χατίρι στον πατέρα του. Πιέζει τον εαυτό του και καταφέρνει να αριστεύσει παρά τις δυσκολίες, οικονομικές και προσαρμογής – ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που είχε αναλάβει τα έξοδα των σπουδών του, πέθανε το 1936. Το 1940 επιστρέφει στην Κρήτη πτυχιούχος Νομικής – Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, αλλά γρήγορα φεύγει για να καταταγεί στη Σύρο, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, όπου και τον βρίσκει ο πόλεμος με τους Ιταλούς. Μετατίθεται στη Μακεδονία, στο «γερμανικό μέτωπο». Με την ήττα και τη συνθηκολόγηση ο νεαρός έφεδρος κατηφορίζει προς την Αθήνα, όπου βρίσκει ένα ασφαλές κατάλυμα στο σπίτι της αδελφής της μητέρας του, στο Βέλο Κορινθίας. Πριν είχε γλιτώσει από τις αεροπορικές επιδρομές των ναζί –όπου σκοτώθηκαν εκατοντάδες στρατιώτες– και είχε αφεθεί ελεύθερος, αφού πρώτα είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς. Μετακομίζει στο σπίτι μιας άλλης θείας του στα Εξάρχεια, μαζί με τον αδελφό του, Χαράλαμπο, περιμένοντας στωικά την άδεια για να επιστρέψουν στο πατρικό τους στα Χανιά.

Στην Κρήτη αναπτύσσει αντιστασιακή δράση. Δύο φορές βρέθηκε κοντά στην εκτέλεση από τους Γερμανούς: Την πρώτη, το 1944, δόθηκε χάρη σε εκείνον και τους συγκρατούμενούς του λόγω της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου. Τη δεύτερη, στις 31 Μαρτίου 1945, ήταν ανάμεσα στους 10 Έλληνες που έγιναν ανταλλαγή με περίπου 30 Γερμανούς αιχμαλώτους, λίγο πριν οι κατακτητές παραδώσουν τα Χανιά.

Η εμφάνισή του στην κεντρική πολιτική σκηνή και ο πρωταγωνιστικός του ρόλος

Όταν η χώρα απελευθερώνεται, ο 28χρονος Μητσοτάκης αποφασίζει να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Εκλέγεται βουλευτής και είναι μάλιστα ο νεότερος της πρώτης μεταπολεμικής Βουλής. Ήδη με την παρθενική του ομιλία στρέφει τα βλέμματα όλων επάνω του, όταν τάσσεται υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Σε ηλικία 32 ετών αναλαμβάνει υφυπουργός Οικονομικών και παράλληλα του ανατίθενται τα υπουργεία Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων. Φαντάζει περιττό να σημειώσουμε πως εκλέγεται ανελλιπώς βουλευτής μέχρι οι Συνταγματάρχες να επιβάλουν τη Χούντα.

Η τελευταία του κατοικία

Οι βράχοι του Αργουλιδέ, που εκτείνονται σε κοντινή απόσταση από τους τάφους των Βενιζέλων, αποτελούν ένα μαγευτικό προορισμό για τους μυημένους περιπατητές της περιοχής των Χανίων, αφού το ηλιοβασίλεμα από τη συγκεκριμένη τοποθεσία περιγράφεται ως ονειρικό. Τη συγκεκριμένη περιοχή είχε επιλέξει χρόνια πριν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης για τελευταία του κατοικία.

«Το χώρο αυτόν μου τον πρότεινε η κόρη μου, η Αλεξάνδρα. Είναι ένα μικρό νεκροταφείο, με μια εκκλησία χωμένη στους βράχους, με πυκνή βλάστηση, κοντά σε ένα μικρό και ταπεινό χωριουδάκι, άγνωστο στον πολύ κόσμο» είχε πει στο Βήμα ο πρώην πρωθυπουργός. «Όλα αυτά τα χρόνια φρόντισα και φτιάξαμε διάφορα, όπως περιμάντρωση, συντήρηση των δέντρων, αύξηση της πυκνής βλάστησης, δημιουργία δύο τάφων…».

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επέβλεπε τις εργασίες, ενώ είχε πάρει και υπό την προστασία του το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού που βρίσκεται εκεί – τιμώντας και τη μητέρα του, Σταυρούλα, που κανένα από τα παιδιά του δεν πήρε το όνομά της. Όλα αυτά τα χρόνια κατέβαινε στα αγαπημένα του Χανιά στις 28 Ιουνίου και το καλοκαίρι του έπαιρνε τέλος στις 14 Σεπτεμβρίου, την ημέρα της γιορτής του Τιμίου Σταυρού. «Πριν φύγω από την Κρήτη, γίνεται ένα μικρό πανηγυράκι στην περιοχή Αργουλιδές, στήνονται τραπέζια, τιμούμε τη γιορτή και μετά φεύγω για την Αθήνα» λέει στην ίδια συνέντευξη.

Φέτος θα κατέβει στον Αργουλιδέ ένα μήνα νωρίτερα, για να συναντήσει την αγαπημένη του Μαρίκα, που τόσο πολύ του έχει λείψει.

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο, μαζί με το Πρώτο Θέμα.