Η υπόθεση της απαγωγής και δολοφονίας του μόλις 20 μηνών μωρού της οικογένειας Λιντμπεργκ θα έλεγε κανείς πως είχε τα πάντα. Πλούσιους και διάσημους πρωταγωνιστές, κραχ, απάτες, πολιτική, μαφία, αυτοκτονίες υπόπτων και κυρίως τη δολοφονία ενός μωρού που έμεινε ατιμώρητη.

Το μωρό που είναι και ο τραγικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, ήταν γιος του Κάρολου Λιντμπεργκ, συμβούλου δυο αεροπορικών εταιρειών και της Άννα Μόροου, γόνου πλούσιας οικογένειας. Η εξαφάνισή του ήρθε το βράδυ της 1ης Μαρτίου του 1932. Εκείνο το βράδυ το βρέφος ήταν άρρωστο. Το ζευγάρι μετά από ένα σύντομο δείπνο, η σύζυγος αποσύρθηκε να ξεκουραστεί γιατί ήταν έγκυος και ο Λίντμπεργκ κάθισε μπροστά από το τζάκι. Ένας κρότος έσπασε τη νεκρική σιγή που επικρατούσε εκείνη την ώρα χωρίς ωστόσο ο κ. Λιντμπεργκ να δώσει σημασία.

Ήταν γύρω στις 10 όταν η τροφός ανέβηκε στο δωμάτιο του μωρού για να το πλύνει. Εκείνο όμως δε βρισκόταν στην κούνια του.

Ο Λιντμπεργκ ανέβηκε τρέχοντας τη σκάλα για να βρει πάνω στο καλοριφέρ ένα σημείωμα στο οποίο ο απαγωγέας του ζητούσε 50.000 δολάρια σε συγκεκριμένα χαρτονομίσματα και αντί για υπογραφή, υπήρχε ένα σχήμα με δύο κόκκινους κύκλους και τρία μπλε τετράγωνα. Είκοσι μέτρα μακριά βρισκόταν μια σπαστή σκάλα με ένα σκαλοπάτι σπασμένο, ενώ δύο μάρτυρες κατέθεσαν πως είδαν μια πράσινη Ντοτζ και μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε μία σκάλα.

Η υπόθεση της απαγωγής του μωρού πήρε γρήγορα τεράστιες διαστάσεις. Ο τότε Πρόεδρο των ΗΠΑ, Χέρμπερτ Χούβερ εξέφρασε δημόσια την αγανάκτησή του για αυτό που είχε συμβεί ενώ ο έγκλειστος γκάνγκστερ Αλ Καπόνε προσέφερε 10.000 δολάρια αμοιβή στους απαγωγείς με τον όρο να αποφυλακισθεί και ο ίδιος. Η προσφορά του γκάνγκστερ παρέσυρε τον Λίντεμπεργκ να ζητήσει βοήθεια από τον υπόκοσμο, αλλά οι επαφές του δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα, ένας συνταξιούχος καθηγητής από το Μπρονξ, ο Τζων Φράνσις Κόντον δήλωσε με αγγελία σε εφημερίδα ότι είναι πρόθυμος να προσφέρει τις οικονομίες του και να αναλάβει τον ρόλο του μεσολαβητή. Λίγες μέρες αργότερα έλαβε αναπάντεχα μια επιστολή που έφερε τη γνωστή υπογραφή με τους κύκλους και τα γράμματα.

Το βράδυ της 2ας Απριλίου, συνάντησε τελικά τον άνδρα που ονομαζόταν Τζον, στο νεκροταφείο του Μπρονξ. Του έδωσε τα χρήματα και ο άγνωστος με τη γερμανική προφορά έδωσε στον καθηγητή ένα σημείωμα που έγραφε ότι το παιδί ήταν σε μια θαλαμηγό. Το σκάφος δεν βρέθηκε ποτέ και στις 40 μέρες που ακολούθησαν, εμφανίζονταν διάφοροι επιτήδειοι που έλεγαν στην οικογένεια ότι γνωρίζουν που βρίσκεται ο μικρός Λίντμπεργκ, με σκοπό να αποσπάσουν χρήματα.

Στις 12 Μαίου, 72 μέρες μετά μοιραίο βράδυ της απαγωγής ένας νέγρος αυτοκινητιστής βρήκε το άψυχο σώμα του μωρού σε ένα δασάκι στο Χόπγουελ, κοντά στο σπίτι του αεροπόρου. Το κρανίο του παιδιού ήταν σπασμένο και το πιθανότερο σενάριο ήταν ότι σκοτώθηκε πέφτοντας από τη σκάλα τη νύχτα της απαγωγής.

Ο Τύπος της εποχής έριξε τις ευθύνες στον  αστυνομικό διευθυντή των εγκληματολογικών ερευνών, Τζον Λαμπ, που είχε εστιάσει τις υποψίες του σε μια καμαριέρα που είχε πέσει σε αντιφάσεις κατά την ανάκριση. Το όνομά της ήταν Βάιολετ Σαρπ. Την τελευταία φορά που εκλήθη για ανάκριση, δεν εμφανίστηκε ποτέ. Είχε καταπιεί υδροκυάνιο.

Όλοι πλέον έκαναν λόγο για χαμένη υπόθεση. Όλοι εκτός από τον υπαστυνόμο Τζέημς Φινν. Γνώριζε μόνο την περιγραφή του ανδρός που είχε κάνει ο καθηγητής και έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο του χρήματος. Κρέμασε στον τοίχο του γραφείου του ένα χάρτη της Νέας Υόρκης και κάθε φορά που βρισκόταν ένα χαρτονόμισμα από τα λύτρα, καρφίτσωνε το σημείο.

Στις 5 Απριλίου 1933, ο νέος πρόεδρος Φράνκλιν Ρούσβελτ απαγόρευσε τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου στο πλαίσιο του «new deal» και την ίδια μέρα, 2.980 δολάρια των λύτρων εξαργυρώθηκαν στην τράπεζα Φέντεραλ Ριζερβ, με μία πράξη. Όταν εμφανίστηκε πάλι προσημειωμένο χαρτονόμισμα, ο Φινν είχε χαρτογραφήσει πλέον όλες τις κινήσεις του υπόπτου που κατέληγαν στη γερμανική συνοικία Γιόρκβιλλ του Μανχάταν.

Παράλληλα, ο εμπειρογνώμονας της Δασικής Υπηρεσίας Άρθουρ Κόλερ, «ξεσκόνιζε» τη σκάλα που είχε βρεθεί στον τόπο της απαγωγής. Εξέτασε ένα προς ένα και τα 1.598 πριονιστήρια που υπήρχαν από την Αλαμπάμα προς τη Νέα Υόρκη και κατέληξε ότι μόνο 25 από αυτά χρησιμοποιούσαν τον συγκεκριμένο τύπο μηχανικής πλάνης. Και μόνο ένα από αυτά άφηνε στο ξύλο τα ίδια χαρακτηριστικά σημάδια εξαιτίας ελαττώματος στη λεπίδα!

Σχεδόν δυο χρόνια μετά, στις 12 Σεπτεμβρίου 1934, ο ιδιοκτήτης μιας μπλε Ντοτζ έβαλε βενζίνη σε ένα πρατήριο του Μανχάταν και πλήρωσε με ένα χαρτονόμισμα από τα λύτρα που δόθηκαν για το βρέφος. Ο πρατηριούχος παρατήρησε ότι είχε γερμανική προφορά. Μια εβδομάδα μετά 12 αστυνομικοί συνέλαβαν στον Μπρούνο Χάουπμαν, έναν πολυβολητή που κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε καταδικασθεί για κλοπές στη Σαξωνία. Δραπέτευσε και μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες κατάφερε να αποβιβασθεί το 1923 στη Νέα Υόρκη, όπου βρήκε δουλειά ως ξυλουργός στο αναπτυσσόμενο λιμάνι. Ο μετανάστης ανακάλυψε τη Γουώλ Στρητ, αλλά μετά το κραχ υπέστη οικονομική ζημιά. Ξαφνικά όμως το1932 σταμάτησε να δουλεύει, γιατί είχε βαρεθεί να κάνει τον μαραγκό και του έφτανε το Χρηματιστήριο.

Στη δίκη που άρχισε στις 2 Ιανουαρίου του 1935, ο δημοκρατικός εισαγγελέας Ουίλεντς γνώριζε ότι η κοινή γνώμη ζητούσε τη θανατική καταδίκη του Χάουπμαν, αλλά και ότι ο ασθενής ποινικός κώδικας περιέγραφε με αόριστο τρόπο την απαγωγή. Έτσι, έπρεπε να αποδειχθεί ότι ο θάνατος του μωρού ήταν συνέπεια της κλοπής.

Υπήρχαν τρεις σημαντικές μαρτυρίες: του καθηγητή Κόντον που αναγνώρισε στον Χάουπμαν το πρόσωπο του «Τζον», του Λίντμπεργκ που βεβαίωσε ότι είχε ακούσει τη φωνή του και των υπαλλήλων του υπουργείου Οικονομικών, που αναγνώρισαν στα χαρτονομίσματα τα ίχνη που βρέθηκαν στο γκαράζ με τα χρήματα των λύτρων. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τίποτα για την προέλευση των χρημάτων.

Καταλυτικό  ρόλο έπαιξε η κατάθεση του εμπειρογνώμονα ξυλουργού για τη σκάλα, την οποία το δικαστήριο είχε αποδεχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο. Ο Κόλλερ έδειξε με ένα πείραμα στο δικαστήριο ότι μία από τις σανίδες της σκάλας είχε ξεκαρφωθεί από τη σοφίτα του σπιτιού του κατηγορούμενου.

Η εκτέλεση ορίστηκε για τις 17 Ιανουαρίου 1936, αλλά ο ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης του Νιου Τζέρσεϊ, Χάρολντ Χόφμαν, αμφισβητούσε την ορθότητα της απόφασης και έστειλε στο κελί του θανατοποινίτη έναν διάσημο δικηγόρο να αποσπάσει ομολογία. Μάταια. Ο Χάουπμαν επέμενε ότι είχε πει την αλήθεια.

Πέθανε στην ηλεκτρική καρέκλα στις 3 Απριλίου, χωρίς να υπάρχουν ατράνταχτες αποδείξεις για την ενοχή του.

Ένας Έλληνας που του έμοιαζε, ο Κωνσταντίνος Μαράτος, είχε επαναπατρισθεί το 1934 με τις οικονομίες του, 43.000 δολάρια. Αυτοκτόνησε μετά τη σύλληψη του Χάουπμαν και στο τζάκι του σπιτιού, βρέθηκε μισοκαμένος ο πίνακας με τους αριθμούς των χαρτονομισμάτων από τα λύτρα του μικρού Λίντμπεργκ.

Το είδωλο του διάσημου αεροπόρου και πατέρα του άτυχου βρέφους γκρεμίστηκε λίγα χρόνια αργότερα όταν έγινε θαυμαστής του Χίτλερ. Με αφορμή αυτή την υπόθεση, η απαγωγή μετατράπηκε σε ομοσπονδιακό αδίκημα.