Από τη Μαρία Παπαϊωάννου

«Η αγάπη μου για τη γυμναστική ξεκίνησε στα 12 χρόνια μου, όταν μετά από παρότρυνση οικογενειακών φίλων πήγα σε ένα μάθημα κανόε καγιάκ. Με κέρδισε αμέσως το γεγονός ότι γυμνάζεσαι και αθλείσαι στη φύση. Μετά άρχισαν τα πρώτα μου μετάλλια. Στα 18 ήταν ένα κομβικό σημείο για εμένα, γιατί ήταν η στιγμή που ξεκίνησα να εργάζομαι στο χώρο της υποδοχής, σε νυχτερινά μαγαζιά, οπότε αναγκαστικά το κανόε πήγε λίγο πίσω. Στενοχωριόμουν μέσα μου που δεν μπορούσα να ασχοληθώ όσο ήθελα, αλλά έπρεπε να εργαστώ για βιοποριστικούς λόγους. Ωστόσο μετά από χρόνια επέστρεψα σε αυτό που αγάπησα από παιδί», διηγείται ο Ετεοκλής Παύλου στο People.

Στα 23 του χρόνια αντίκρισε την σκληρή πλευρά της ζωής καθώς ένα βράδυ έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας σε νυχτερινό μαγαζί. Θυμούμενος εκείνες τις στιγμές διηγείται: «Εκείνο το βράδυ εγώ δούλευα στο Βοτανικό, όταν ξέσπασε ένας καβγάς στο μαγαζί του εργοδότη μου στο Παγκράτι. Ξεκίνησε μια διαμάχη μεταξύ οπαδών του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, την οποία δεν μπορεί να την καταλάβει ανθρώπινος νους. Δεκαοκτώ-είκοσι άτομα βρίσκονταν εκεί με σκοπό να κάνουν κακό ο ένας στον άλλο. Οι υπάλληλοι του μαγαζιού ενημέρωσαν τον επιχειρηματία για την επικινδυνότητα της κατάστασης και αμέσως πήρε τηλέφωνο την αστυνομία. Εμείς ξεκινήσαμε για το Παγκράτι, έχοντας στο μυαλό μας ότι το μαγαζί ήταν πολύ μικρό, οι υπάλληλοι λίγοι και ήταν πιθανόν η κατάσταση να γίνει ανεξέλεγκτη. Μόλις φτάσαμε, είδαμε τρία περιπολικά και έξι αστυνομικούς έξω από το μαγαζί. Ενημέρωσαν τον ιδιόκτητη ότι θα περιμένουν ενισχύσεις για να μπουν στο εσωτερικό και κάπως έτσι πήραμε την απόφαση να προχωρήσουμε μέσα, για να κατευνάσουμε τα πνεύματα και να βγουν οι εμπλεκόμενοι έξω από το μαγαζί. Η μια παρέα όντως βγήκε από το μαγαζί, οι άλλοι όμως παρέμεναν στο εσωτερικό. Στην προσπάθεια να βγούμε έξω υπήρξε ένας συνωστισμός, ωστόσο δεν υπήρχε κάποια χειροδικία. Ήταν πια πρωί και ο κόσμος έφευγε. Καθώς λοιπόν προσπαθούσαμε να βγούμε έξω, σκόνταψα σε ένα σκαλοπάτι και έπεσα στο οδόστρωμα. Στην προσπάθειά μου να σηκωθώ, κοίταξα ασυναίσθητα αριστερά μου και είδα έναν άνθρωπο, στα δύο μέτρα απόσταση, να βγάζει ένα πιστόλι με τα δυο του χέρια από την μπροστινή πλευρά του παντελονιού του, να με κοιτάει στα μάτια, να με στοχεύει με το όπλο και να με πυροβολεί».

Εκείνη η στιγμή έμελλε να του αλλάξει για πάντα τη ζωή: «Είναι σοκαριστικό να βλέπεις έναν άνθρωπο να σε σημαδεύει με όπλο. Δεν μπορεί να κοιτάς έναν άνθρωπο στα μάτια και να προσπαθείς να αφαιρέσεις τη ζωή του. Αμέσως μετά τον πυροβολισμό, η σκέψη μου ήταν να προσπαθήσω να κρατήσω τις αισθήσεις μου για να δω το ασθενοφόρο να έρχεται και να μην πεθάνω σαν το σκυλί στο δρόμο. Να έχω τουλάχιστον μια ανθρώπινη αντιμετώπιση, να ξέρω ότι κάποιος προσπάθησε για να με σώσει. Άκουγα μόνο την καρδιά μου να χτυπάει πολύ δυνατά και έβλεπα τον κόσμο πανικόβλητο. Ήταν σαν να ζούσα σε ταινία μόνο που ο πρωταγωνιστής ήμουν εγώ».

Το ασθενοφόρο δεν άργησε να φανεί και να τον μεταφέρει στο Νοσοκομείο Γεννηματά. Τα χειρουργεία ήταν πολλά και οι γιατροί έκαναν τα πάντα προκειμένου να του σώσουν τη ζωή. Ο ακρωτηριασμός του δεξιού του ποδιού, όμως, ήταν μονόδρομος. Οι ώρες και οι μέρες κυλούσαν βασανιστικά αργά για τη μητέρα του, που περίμενε ένα ελπιδοφόρο νέο από τους  γιατρούς στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ο Ετεοκλής παρέμεινε σε καταστολή για ένα μήνα, ενώ όταν άνοιξε τα μάτια του, είδε την οικογένειά του και το επιτελείο των γιατρών: «Όλα πήγαν καλά, δόξα τω Θεώ ζεις. Αναγκαστήκαμε να ακρωτηριάσουμε το δεξί σου πόδι για να μπορείς να ζήσεις» ήταν τα λόγια του τότε διευθυντή της μονάδας εντατικής θεραπείας. «Εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι έχει συμβεί, απλά πονούσα πολύ. Μόλις το άκουσα, ήθελα να σηκωθώ από το κρεβάτι και να φύγω. Μου είπε για το πόδι μου, αλλά η πρώτη σκέψη μου ήταν ότι δεν υπάρχει περίπτωση αυτό να με σταματήσει ή να με αποθαρρύνει. Ήξερα ότι θα τα καταφέρω, δεν μπορούσα όμως να αντιληφθώ τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζα και τον αγώνα που θα έδινα».

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στο People που κυκλοφορεί εκτάκτως το Σάββατο μαζί με το Έθνος της Κυριακής.