Φινάλε σε μια πολύκροτη υπόθεση που ξεκίνησε στις 17 Σεπτεμβρίου του 2013 ήρθε να δώσει η απόφαση της εισαγγελίας της έδρας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων στη δίκη των 68 κατηγορούμενων μελών της Χρυσής Αυγής για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Αυτό που μέχρι σήμερα παρουσιαζόταν ως μια οργανωμένη δολοφονία και είχε φέρει στο εδώλιο τη Χρυσή Αυγή με την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης, αναιρέθηκε με την απόφαση που κρίνει μεν ως ένοχο τον Ρουπακιά, αλλά απαλλάσσει τους υπόλοιπους από τις κατηγορίες.

Κατά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας της, η εισαγγελάς ερμήνευσε τα γεγονότα της νύχτας της 17ης Σεπτεμβρίου ως ένα μεμονωμένο περιστατικό που προήλθε από την ανθρωποκτόνο συμπεριφορά του Ρουπακιά, χωρίς κάποια ενορχήστρωση από ανώτερα μέλη στην ιεραρχία της Χρυσής Αυγής.

«Ήταν ελάχιστος ο χρόνος που μεσολάβησε από τη στιγμή που ο δράστης βγήκε από το αυτοκίνητο και επιτέθηκε στον Φύσσα. Δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν την ανθρωποκτόνο πρόθεση του δράστη. Εάν υπήρχε σχέδιο για τη δολοφονία, θα έπαιρνε και ο Ρουπακιάς SMS. Αν, πράγματι, ήταν προσχεδιασμένη η δολοφονία Φύσσα γιατί τη διέπραξαν σε κεντρικό σημείο, και όχι κάποια άλλο βράδυ, σε απόμερο σημείο, ώστε το έγκλημα να μη γίνει ορατό»;

Χαρακτηριστικά, για τον Ρουπακιά τονίστηκε ότι «Ήθελε να φονεύσει τον παθόντα όπως προκύπτει από τα χτυπήματα που καταφέρθηκε με μανία. Είχε ήρεμη σκέψη πριν και μετά την υλοποίηση της πράξης και αποδεχόμενος το θανατηφόρο αποτέλεσμα έπληξε με αναδιπλωμένο μαχαίρι τον Παύλο Φύσσα».

Για τους υπόλοιπους 17 της τοπικής οργάνωσης Νίκαιας, η εισαγγελία ανέφερε ότι «Δεν προέκυψε αν γνώριζαν την ανθρωποκτόνο πρόθεση του Γ. Ρουπακιά και παρέμειναν στο σημείο. Ήταν ελάχιστος ο χρόνος για να γίνει δεκτό ότι μπορούσαν να αντιληφθούν την ανθρωποκτόνο πρόθεση του δράστη. Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Άλλωστε ούτε οι αυτόπτες μάρτυρες κατάλαβαν ότι υπήρχε μαχαίρι, μόνο ότι ο Ρουπακιάς τον αγκάλιασε. Η παρουσία των κατηγορούμενων οφειλόταν στη βούληση τους να συνδράμουν τους Τσαλίκη και Άγγο κατά όλης της παρέας του Φύσσα κατά την παρουσία τους στην καφετέρια».

Αυτή η απόφαση δεν έγινε σαφώς δεκτή ούτε ικανοποίησε το λαϊκό αίσθημα. Πολύ περισσότερο δεν ικανοποίησε τη Μάγδα Φύσσα, τη μητέρα του Παύλου, η οποία απευθύνθηκε με ένταση και πόνο ψυχής στην εισαγγελά, κάνοντας λόγο για μαχαίρωμα της μνήμης και της ψυχής του γιου της.

«Να κάνω μια ερώτηση στην κυρία εισαγγελέα… Δεν αισθάνομαι καλά και πρέπει να φυγω. Σήμερα 18 του μήνα ο Παύλος κλείνει 75 μηνες νεκρός. Τελικά σήμερα τον ξαναμαχαιρώσατε; Αιμορραγεί η πληγή του. Θα ήθελα να απαντήσει…»