Μπορεί να σπούδασε ζωγραφική αλλά ασχολήθηκε με το τραγούδι. Αγαπάει τη θάλασσα και ελληνική γλώσσα γι’ αυτό την μελετάει συνεχώς. Η Αρλέτα μιλάει για τα παιδικά της χρόνια, αποκαλύπτει ότι ήταν περίεργο παιδί και διηγείται δύο γεγονότα από την παιδική της ηλικία που τη σημάδεψαν.

«Αναπολώντας το παρελθόν η μνήμη μου θα επέστρεφε στην παιδική μου ηλικία. Είχα καλά παιδικά χρόνια, γιατί είχα καλούς γονείς. Μόνο που δεν με καταλαβαίνανε και τόσο πολύ – ειδικά η μητέρα μου, διότι ήμουν περίεργο παιδί». Και εξηγεί το λόγο: «Μέχρι δύο ετών ήμουν μουγγό, δεν είχα πει κουβέντα – ούτε αγκού. Και μετά άρχισα να μιλάω κατευθείαν, χωρίς μπεμπέδικα. Από τα τρία χρόνια μου και μετά, άρχισα να κάνω τα πράγματα που κάνω και τώρα: να τραγουδάω, να ζωγραφίζω και να διαβάζω».

Διαβάστε ακόμη: Μάρκος Σεφερλής: «Οι γονείς μου πουλούσαν μπιτόνια με νερό για να ζήσουμε»

Δύο γεγονότα θυμάται έντονα και τη σημάδεψαν. Το πρώτο ήταν μία γυναίκα που έμεινε σπίτι τους ένα ολόκληρο μήνα κάτω από το τραπέζι, γιατί ο πατέρας της Αρλέτα είχε αναλάβει τη θεραπεία του γιου της, ως γιατρός που ήταν, μετά από ένα σοβαρό ατύχημα. Η ηθοποιός δήλωσε για αυτό το γεγονός στη Realtime: «Στο δωμάτιο κοιμόμουν εγώ με την αδελφή μου και το άλλο ήταν τραπεζαρία, σαλόνι και κρεβατοκάμαρα των γονιών μας. Και επειδή δεν είχε πού αλλού να μείνει η γυναίκα, κοιμότανε κάτω από το τραπέζι, όπου τρώγαμε – εν γνώσει της ότι γινόταν βάρος και έχανε την αξιοπρέπεια της. Αυτή τη σκηνή την έζησα και ομολογώ ότι την σεβάστηκα πολύ βαθιά».

Δείτε επίσης: Γιάννης Αντετοκούμπο: «Υπήρξαν μέρες που δεν είχαμε ούτε ένα κομμάτι ψωμί να φάμε»

Η δεύτερη ήταν στη Θεσσαλονίκη, όταν καθόταν σε μία μπιραρία με την παρέα της και μία παρέα από το διπλανό καφενείο πείραζε έναν οδοκαθαριστή που ήταν λίγο αργός στο μυαλό, δήθεν καλοπροαίρετα. Του είπαν λοιπόν κάτι που τον πείραξε πάρα πολύ αλλά δεν μίλησε. Τότε πηγαίνει ένας και του προσφέρει μια μπίρα, σαν να ήθελε να εξιλεωθεί. Η Αρλέτα θυμάται: «Ο οδοκαθαριστής πήρε το μπουκάλι και το έσπασε, μάζεψε τα γυαλιά προσεκτικά και έφυγε. Ήταν μία πράξη μεγάλης αξιοπρέπειας από κάποιον που είχε φάει πολλές καρπαζιές στη ζωή, αλλά είχε τη δύναμη να αντιδράσει στην προσβολή που δέχτηκε και στην προσπάθεια που έκαναν οι ψευτόμαγκες να του πουν: Έλα δεν έγινε τίποτα, πάρε μία μπίρα κακομοίρη».