Αποχαιρέτησε τα αυστηρά ωράρια του γραφείου, τις καταληκτικές ημερομηνίες, τη γραφιστική επιμέλεια και αποφάσισε να ακολουθήσει την αγάπη του για την τέχνη του τατουάζ. Για πολλούς πρόκειται για έναν γλυκό εθισμό, για τον Ανδρέα, όμως, είναι ένας τρόπος έκφρασης των συναισθημάτων. «Είχα πάντα στη ζωή μου μια καλλιτεχνική ανησυχία. Μικρός έκανα graffiti, ζωγράφιζα στα σπίτια και είχα γενικότερα μια καλλιτεχνική κλίση. Σπούδασα καλές τέχνες και αργότερα γραφιστική. Το tattoo ήρθε απρόσμενα στη ζωή μου. Προέκυψε σαν να λέμε κατά λάθος. Έτυχε να έρθω σε επαφή με ένα μοτέρ (μηχάνημα με το οποίο χτυπάς τατουάζ) πριν από πέντε χρόνια στο σπίτι ενός φίλου. Από τότε μου μπήκε το μικρόβιο. Το πρώτο τατουάζ στο κορμί μου το έκανα σε ηλικία 20 ετών» μου αποκαλύπτει καθώς μου δείχνει το συγκεκριμένο γεωμετρικό μοτίβο πάνω από τον αστράγαλο, ενώ συνεχίζει: «Ωστόσο, το πρώτο tattoo που έκανα σε άνθρωπο ήταν… σ’ εμένα! Έκανα πρακτική σε συνθετικό δέρμα και δέρματα γουρουνιών. Όταν λοιπόν ήρθε η στιγμή να περάσω στον άνθρωπο, σκέφτηκα ότι πρέπει να πάρω πρώτα την ευθύνη πάνω μου. Αμέσως μετά έκανα σε μια ξαδέλφη μου και αργότερα σε έναν φίλο της. Κάπως έτσι μπήκα στον χώρο χωρίς να το καταλάβω. Πλέον ασχολούμαι μόνο με αυτό».

Παραδέχεται ότι έχει μετανιώσει για το πρώτο του τατουάζ, ενώ αποκαλύπτει: «Ο άνθρωπος ωριμάζει και αλλάζει γούστα. Δεν μπορεί να σου αρέσει για πάντα ένα μπλουζάκι. Κάπως έτσι είναι και το τατουάζ. Απλά σε αυτή την περίπτωση δεν σε παίρνει και πολύ να σου μπει στο μυαλό η ιδέα ότι δεν σου αρέσει γιατί το τατουάζ είναι κάτι μόνιμο. Λίγο πολύ, λοιπόν, το αποδέχεσαι χωρίς να το πολυσκέφτεσαι. Σίγουρα όμως δεν μπορεί να σου αρέσει εξίσου στα 20, τα 30 και τα 60». Βλέπω πάνω του τα σχέδια να δένουν μεταξύ τους αρμονικά, ενώ όταν τον ρωτάω πόσα έχει, μου απαντάει: «Δεν τα μετράω ως μεμονωμένα κομμάτια. Όταν έχεις ένα “μανίκι” είναι σαν ένα tattoo, κι ας έχεις περάσει πολλές ώρες για τη σύλληψη της ιδέας και την εκτέλεση».

Τη γνώμη του τη λέει χωρίς να θέλει να επηρεάσει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει προκειμένου να αφεθεί στα χέρια του, ωστόσο δεν διστάζει να δηλώσει πως έχει πει κάποια «όχι»: «Αν κάτι δεν συνάδει με τις αρχές μου, δεν το κάνω… Δηλαδή μου έχουν ζητήσει κατά καιρούς να τους κάνω κάποια εθνικιστικά σχέδια και έχω αρνηθεί. Τους λέω “Εγώ, παιδιά, δεν αναλαμβάνω τέτοια πράγματα”. Καλό είναι τα ακραία στοιχεία να μη βρίσκουν ανταπόκριση γενικότερα στην κοινωνία». Του ζητάω να θυμηθεί ποιος είναι ο μεγαλύτερος ηλικιακά άνθρωπος στον οποίο έχει χτυπήσει tattoo: «Ένας κύριος πάνω από 65 ετών ήρθε και μου ζήτησε να του κάνω το πρώτο του τατουάζ. Θυμάμαι ότι του έκανα δύο μικρά φτερά αγγέλου στην πλάτη. Αυτός μου το ζήτησε. Τώρα δεν ξέρω αν έβλεπε να έρχεται κάτι και ήθελε να είναι προετοιμασμένος» αποκαλύπτει γελώντας.

«Γενικά δεν ρωτάω ούτε τον λόγο που ο καθένας το κάνει ούτε τι σημαίνει για εκείνον. Κάποιοι μου το λένε γιατί έχουν την ανάγκη να το μοιραστούν. Ό,τι γίνεται όμως εκείνη την ώρα μένει εκεί. Αν έρθεις εσύ και θέλεις να κάνεις ένα τατουάζ αλλά να μη μάθει κανείς τίποτα, δεν πρόκειται να το πω. Μου αρέσει αυτό το μυστικιστικό και προσωπικό της υπόθεσης». Όσον αφορά τους πρωτάρηδες, υπάρχει συγκεκριμένη «ιεροτελεστία»: «Το πρώτο πράγμα που με ρωτούν είναι πόσο πονάει. Συνήθως γελάω, γιατί αυτή η συζήτηση είναι καρμπόν με όποιον το δοκιμάζει πρώτη φορά. Καθώς ετοιμάζω τα σύνεργα και τις αποστειρώσεις, εκείνοι είναι αγχωμένοι. Όμως πραγματικά δεν είναι κάτι επώδυνο. Μια αμελητέα ενόχληση. Ξέρω ότι μόλις ξεκινήσω θα μου πουν “Aυτό ήταν;”».

Παλαιότερα υπήρχε μια εκφρασμένη προκατάληψη όσον αφορά τους ανθρώπους που είχαν πάνω τους κάποιο τατουάζ, με τα χρόνια όμως βλέπουμε ότι η κατάσταση αλλάζει: «Πενταετία με την πενταετία, υπάρχει μεγάλη διαφορά. Παρατηρώ ότι όλο και μεγαλύτερες ηλικίες επιλέγουν να κάνουν τατουάζ, χωρίς να έχουν θέμα τι θα πει η κοινωνία. Πέραν αυτού, όμως, εξελίσσεται και ως τέχνη. Πριν από είκοσι χρόνια έβλεπες ότι οι άνθρωποι έκαναν μια άγκυρα ή έναν δράκο, απλά για να έχουν πάνω τους ένα ανεξίτηλο σημάδι. Δεν τους ένοιαζε τόσο το αποτέλεσμα, η εκτέλεση και σε ποιον θα το κάνουν. Τώρα πλέον όσοι έχουν πάνω τους πάνω από ένα τατουάζ είναι “συλλέκτες τέχνης”. Δηλαδή σκέφτονται ότι θα πάνε σε κάποιον για τα σχέδιά του. Κάνεις το τατουάζ γιατί θέλεις να έχεις τον γραφικό του χαρακτήρα. Πλέον βλέπεις ένα σχέδιο και καταλαβαίνεις ποιος το έχει κάνει. Όπως βλέπεις έναν πίνακα του Πικάσο και ξέρεις ότι είναι έργο δικό του, κάπως έτσι αρχίζει και γίνεται με τα τατουάζ».

Καθώς η κουβέντα μας εξελίσσεται, μου εξηγεί μεταξύ άλλων τους λόγους που πήρε την απόφαση να χαράξει μια άλλη επαγγελματική πορεία, παρά τα πολλά χρόνια εργασίας του ως γραφίστας στα περιοδικά: «Με τραβάει περισσότερο ως επάγγελμα γιατί είναι κάτι τελείως δημιουργικό. Με ιντριγκάρει όλο αυτό. Μπορεί και μέσω της γραφιστικής να εκφράζεσαι σε έναν βαθμό, αλλά στο tattoo η δημιουργία δεν έχει όριο. Στην αρχή μπορώ να σου πω ότι φοβόμουν και βάδιζα πολύ συντηρητικά. Με τον καιρό όμως και βλέποντας την ανταπόκριση, πήρα δύναμη να συνεχίσω. Το μόνο που με συμβούλεψαν οι δικοί μου άνθρωποι ήταν να μη βιαστώ να πάρω την όποια απόφαση. Μέσα μου πιστεύω ότι έκανα το σωστό και νιώθω πολύ χαρούμενος με την επιλογή μου» εξομολογείται, ενώ καταλήγει: «Δεν είναι καθόλου κλισέ αυτό που λένε πως “Όταν κάτι το αγαπάς, το κάνεις καλά”».