Θα μπορούσε η σκηνή να μην έχει τίποτα. Να μην υπάρχει το τραπέζι, να μην υπάρχει η κουζίνα. Να μην έχει φρούτα. Να έχει μόνο τις μελιτζάνες που τόσο σημαντικό ρόλο παίζουν σε αυτή τη σχέση επιλογής. Θα μπορούσε το «Μαμά» να είναι μόνο η Ελένη Καστάνη και η Ευγενία Σαμαρά και το αποτέλεσμα να είναι το ίδιο.

Το «Μαμά» είναι μια παράσταση που ξεκίνησε δειλά δειλά την πορεία της πέρσι τον Μάιο και μετά από δύο παραστάσεις είχε κάνει 10 sold out και είχε πάρει το εισιτήριο για να παιχτεί και τη φετινή σεζόν για ένα διάστημα.

Όσοι την είχαν δει, κατάλαβαν προς τι ο ντόρος. Όσοι δεν την είχαμε δει, μας είχε φάει η περιέργεια. Και τώρα που την είδαμε, περάσαμε κι εμείς στην άλλη όχθη, αυτή της κατανόησης.

Θα μιλήσω επιγραμματικά για την πλοκή, για να μπορέσω να αφιερώσω τις λέξεις  και τον χώρο που αξίζει στο πρωταγωνιστικό δίδυμο και κατ΄επέκταση στη σκηνοθεσία και την όλη παραγωγή.

Η Εσπεράντσα και η Αμπάρ είναι δύο γυναίκες που γνωρίστηκαν μέσα από μια αγγελία. Η αγγελία ήταν της πρώτης που αναζητούσε έναν νέο άνθρωπο για να του συμπεριφερθεί ως μαμά και να της συμπεριφερθεί ως παιδί, αλλά και να την βοηθήσει οικονομικά σε μια ηλικία που τα φέρνει βόλτα δύσκολα.

Η Αμπάρ εμφανίστηκε στην πόρτα της συζήτησαν και αποφάσισαν να συνάψουν μια εμπορική συμφωνία για την πιο de facto και θεμελιωτική σχέση σε αυτόν τον κόσμο. Τη σχέση παιδιού και μαμάς.

Μαμά συμβολαίου και κόρη συμβολαίου. Οι δυο τους αξιολογούν τη σχέση τους και την ανανεώνουν ανάλογα με την ικανοποίηση τους. Η Εσπεράντσα δε γνώρισε ποτέ άλλοτε παιδί και η Αμπάρ δε γνώρισε ποτέ τη μητέρα της που την παράτησε, ενώ ο πατέρας της πέθανε στα 8 της. Αυτό σημαίνει πως υπάρχει ένα κενό μέσα τους, ένα έλλειμμα. Κι αυτό το έλλειμμα είναι το κίνητρο σύναψης της σχέσης, αλλά και της διαιώνισής της.

Κάποια στιγμή όμως το κενό αρχίζει να παίρνει τα ηνία. Η συμφωνία των λόγων αρχίζει να μετασχηματίζεται σε συμφωνία συναισθημάτων. Η σχέση τους φτάνει στο σημείο που δε μπορεί να οριστεί από μια χειραψία. Και οι δύο νιώθουν πια κάτι μεγάλο. Απλώς είναι μόνο η μία που έχει το θάρρος και τη σιγουριά να το ομολογήσει. Η Αμπάρ είναι ακόμα υποταγμένη στο φόβο. Κι αυτή η διαφορά οδηγεί και στην κορύφωση της ένωσης δύο γυναικών που για 62 και 32 χρόνια αντίστοιχα, δε γνώριζαν η μία την ύπαρξη της άλλης.

Η παράσταση Μαμά διαχειρίζεται, βασισμένη στο βιβλίο της Μάρτα Μπαρσελό, μια σχέση που ανάγεται στην επιλογή των ανθρώπων κι όχι στο κληροδότημα. Γιατί, όσο κι αν ακούγεται κυνικό αυτό, οι δεσμοί μας με τη μαμά ξεκινούν από κάτι τυχαίο. Τυχαία μας απέκτησε η μαμά μας, τυχαία την αποκτήσαμε κι εμείς. Στο έργο αυτό το τυχαίο εκμηδενίζεται στην αρχή για να εμφανιστεί με την εκδοχή της μοίρας στο φινάλε.

Η Ελένη Καστάνη, μια γυναίκα που σε αυτά τα πολλά χιλιόμετρα που έχει διανύσει, έχει δείξει ότι κατέχει τέτοιες καταστάσεις και μπορεί να τους δώσει το ύψος και το βάθος που απαιτούν, αλλά και τη διακύμανση, είναι ακριβής σε κάθε σημείο του ρόλου της. Πολύ περισσότερο εκεί που καλείται να γίνει σπαρακτική, εκεί που πρέπει να περάσει από το στάδιο της τυπικής μητέρας σε αυτό της ουσιαστικής μητέρας. Η απόδοση της βέβαια δεν έρχεται ως ξάφνιασμα. Είναι κάτι αναμενόμενο.

Θέλει όμως κι ένα ισόποσο συμπλήρωμα για να φανεί. Κι αυτό το αντίβαρο το προσφέρει με θαυμαστό τρόπο η Ευγενία Σαμαρά. Το προσφέρει όχι μόνο στην Καστάνη, μα περισσότερο στον θεατή. Σου δίνει την αίσθηση ότι κάθε λεπτό που εξελίσσεται η παράσταση η Ευγενία ανοίγει και για λίγο την πόρτα της. Στο τέλος είναι κάτι ορθάνοιχτο που το βλέπεις να μεγαλώνει σαν ενέργεια.

Δεν έχει σταθερό μέγεθος, επιδέχεται διεύρυνσης και αυτός ο ρόλος είναι ίσως η μεγαλύτερη διεύρυνση που έχει υποστεί υποκριτικά η Ευγενία. Σε βαθμό που ίσως κι η ίδια να μην πίστευε ότι έχει. Σε βαθμό που να σοκαρίστηκε και να τρόμαξε. Αυτό διαγράφεται στο πρόσωπο της σε συνδυασμό με μια ηρεμία στο τέλος της παράστασης. Κι όλο αυτό η Σαμαρά δεν το πετυχαίνει μόνο με την προσπάθεια της για τον ρόλο. Το πετυχαίνει με όλη τη φιλοσοφία της στο πώς θα πετύχει αυτό που θέλει στην καριέρα της. Κάνει όλα τα σωστά βήματα που για την πλειοψηφία έχουν αγνοηθεί κι έχουν επιλεχθεί τα εύκολα μονοπάτια. Με την ευκολία όμως δεν έχετε καμία διεύρυνση. Με το άχθος έρχεται και η Ευγενία το αγκαλιάζει αυτό το άχθος.

Στο τέλος παρατηρείς τα βλέματα των δύο γυναικών, το σώμα τους και το βιώνεις μαζί τους πως οι ρόλοι τους τις στράγγιξαν από κάθε άποψη. Κάτι που είναι ούτως ή άλλως το ζητούμενο με μια τέτοια παράσταση. Εξίσου συναρπαστικό είναι πως η παράσταση μπορεί να ειδωθεί διαφορετικά ανάλογα με τη δική σου συναισθηματική κατάσταση. Αν είσαι γεμάτος τρύπες, γεμάτος κενά, βλέπεις το μήνυμα στην ευθεία ή υψωμένο. Αν έχεις λίγα κενά και νιώθεις γεμάτος, τότε κοιτάς το μήνυμα αφ΄υψηλού. Σε όλες τις περιπτώσεις λαμβάνεται.

Ειδική μνεία αξίζει και στην δομή της παράστασης. Ξεκινάει in medias res και στη συνέχεια κάνει χρονικά άλματα για να μας δείξει την αρχή της δημιουργίας αυτής της ιδιόμορφης σχέσης. Το κόλπο με την πρωθύστερη αφήγηση και τις φράσεις που ακούγονται πριν τοποθετηθούν σε ένα διαλογικό πλαίσιο, έχουν κι αυτά την βαρύτητα τους. Τα εύσημα εδώ πάνε στον σκηνοθέτη Γιώργο Σουλεϊμάν.

Θα μπορούσε κανείς να γράφει σελίδες ολόκληρες για πολλά στοιχεία της παράστασης. Στοιχεία που γεννά η ένωση των δύο ηθοποιών με τον τόπο, με την αύρα του χώρου. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τα συναισθήματα που καλύπτουν τον θεατή και ξεχειλίζουν με τη μορφή δακρύων.

Ταυτότητα Παράστασης:

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία:  Γιώργος Σουλεϊμάν
Σκηνογραφία – Ενδυματολογία:  Ηλένια Δουλαδίρη
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Πρωτότυπη Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Οργάνωση παραγωγής: Εύα Πολυχρονιάδου
Φωτογραφίες:  Νίκος Ζήκος
Artwork: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σπύρος Σιακαντάρης
Ερμηνεύουν:
Μαμά: Ελένη Καστάνη
Κόρη: Ευγενία Σαμαρά

Χώρος: Νέο Θέατρο Βασιλάκου, Προφήτου Δανιήλ 3 & Πλαταιών, Κεραμεικός, Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15