Ήταν Φεβρουάριος του 2014 όταν η Ζωή Λάσκαρη φωτογραφήθηκε για πρώτη φορά μαζί με τις κόρες της και την εγγονή της, ποζάροντας στον φακό του People. «Είμαστε μια αναρχική οικογένεια», δήλωναν τότε στο περιοδικό μας και τον Άρη Καβατζίκη, αποκαλύπτοντας πτυχές της καθημερινότητάς τους.

Διαβάστε τη συνέντευξη που είχαν παραχωρήσει:  

Ο άντρας του σπιτιού, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, είναι απών, ωστόσο η παρουσία του είναι αισθητή μέσα από τα τρυφερά μηνύματα που στέλνει στο κινητό τηλέφωνο της Ζωής. Και οι κουβέντες διακόπτονται πάντα από αυτό το τόσο χαρακτηριστικό, τρανταχτό γέλιο της μεγάλης σταρ, που ξορκίζει ακόμη και τις πιο μελαγχολικές παύσεις.

«Βίος εγκλωβισμένος μέσα στα φώτα;» αναρωτιέμαι. «Προβολή της επαγγελματικής ζωής δεν σημαίνει απαραίτητα και της προσωπικής. Ήξεραν οι άνθρωποι τι συνέβαινε στη ζωή μου, αλλά όχι ανά πάσα στιγμή. Δεν υπήρχαν οι paparazzi που έτρεχαν ξωπίσω μας λέγοντας “τους πετύχαμε”. Καταρχήν, στο γάμο μας με τον Αλέξανδρο απαγορεύσαμε στους φωτογράφους να έρθουν. Παντρευτήκαμε στον Πανάγιο Τάφο, με κουμπάρο τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και ήμασταν οικογενειακώς. Δεν έχουμε ούτε καν εμείς φωτογραφίες» λέει στο People η Ζωή Λάσκαρη. «Ούτε εγώ έχω δει φωτογραφίες από το γάμο τους. Ενώ έχω δει από το γάμο της μαμάς με τον Πέτρο Κουτουμάνο, με τον μπαμπά όχι» συμπληρώνει η Μαρία – Ελένη. Αν και η Μάρθα είναι πιο φειδωλή στα λόγια, εξομολογείται ότι δεν καταπιέστηκε από τη δημοσιότητα της μητέρας της: «Απλά όταν περνάς κάτι σοβαρό και προσωπικό, δεν θέλεις και πολλά πολλά».

Η σχέση της ηθοποιού με τις δύο κόρες της δεν χτίστηκε στην ίδια βάση. Άλλες συνθήκες, διαφορετικές αφετηρίες. «Ο Πέτρος Κουτουμάνος δεν με άφηνε να περνάω πολύ χρόνο με τη Μάρθα. Είχε όλη την οικογένειά του στο σπίτι. Αυτό έκανε κακό και σε μένα και στο παιδί. Δεν μου επέτρεπε ούτε στο πάρκο να πάω μαζί της. Κι όταν χωρίσαμε, πάλι δεν με άφηνε να τη βλέπω. Δεν κατάλαβα ποτέ μου το γιατί. Με έβαζε τιμωρία, λέγοντάς μου “άλλες είκοσι μέρες δεν θα δεις το παιδί”. Του απαντούσα “Δεν κάνεις κακό σε μένα, αλλά στο παιδί”. Γι’ αυτό και όταν έμεινα έγκυος στη Μαρία – Ελένη, είπα στον Αλέξανδρο ότι θα τη μεγαλώσω εγώ. Δεν ήθελα κανέναν άλλο. Με τη Μάρθα ακόμη προσπαθούμε να αναπληρώσουμε εκείνο το κενό. Της έλεγα συχνά ότι όσο δεν μου μιλάει, η απόσταση θα μεγαλώνει και δεν θα υπάρχουν γέφυρες επικοινωνίας» εξομολογείται η Ζωή Λάσκαρη.
Η Μάρθα νιώθει έτοιμη να μιλήσει: «Πράγματι, είχα τρομερό πρόβλημα. Όταν για ένα διάστημα με είχαν πάρει μακριά από τη μαμά και έμενα με τον παππού και τη γιαγιά, ξυπνούσα στον ύπνο μου και έκλαιγα. Ήμουν 3-4 ετών, έβγαινα στο μπαλκόνι και περίμενα τη μαμά να έρθει να με πάρει. Την έψαχνα. Όταν άρχισε να ξαναχτίζεται η σχέση με τη μητέρα μου, ήταν πλέον δύσκολο, καθώς δεν υπήρχε ροή. Ήμουν, βέβαια, κι εγώ κλειστό παιδί. Το θετικό είναι ότι τώρα είμαστε πολύ καλά, αν και η επικοινωνία πήρε χρόνο για να ξαναχτιστεί».

DSC5431

Πειράζοντας τα μακριά της σκουλαρίκια και ανακατεύοντας τα μαλλιά της, η μεγάλη πρωταγωνίστρια κοιτάζει τη ΜαρίαΕλένη. «Έβγαλα όλο μου το άχτι πάνω στη Μαρία – Ελένη. Δεν πήγαινα πουθενά χωρίς αυτήν. Σε ταινίες, παραστάσεις, φωτογραφίσεις, την είχα μαζί μου στο μάρσιπο». «Μεγάλωσα μέσα στα φώτα, μέσα στα καμαρίνια, αυτό έχω μάθει και όχι κάτι άλλο. Όπου πήγαινε η μαμά και ό,τι δεν ήταν για την ηλικία μου το έκανα. Η μία μου ζωή ήταν στο σχολείο και η δεύτερη μαζί με τη μητέρα μου. Θυμάμαι ότι ο Ανδρέας Βουτσινάς μού έσωσε τη ζωή. Συνήθως, έβαζα τα ρούχα και τα τακούνια της μαμάς και έλεγα στον Αχιλλέα Χαρίτο να με βάψει. Μια μέρα, λοιπόν, ήμουν έτοιμη να πέσω από τον εξώστη, ώσπου την τελευταία στιγμή με κράτησε από το πόδι ο Βουτσινάς και σώθηκα» λέει στο People η ΜαρίαΕλένη.
Το μικρόβιο της υποκριτικής, πάντως, αποδείχτηκε ασθενές και για τις δύο. «Πήγαμε σε σχολή θεάτρου κάποια στιγμή, αλλά για πολύ λίγο. Εγώ γέννησα τη Ζένια και εγκατέλειψα. Ίσως δεν το ήθελα πάρα πολύ. Η ΜαρίαΕλένη αποχώρησε ακόμα πιο γρήγορα», λέει η Μάρθα. Παρά τη διαφορά ηλικίας (η Μάρθα ήταν 9,5 ετών όταν γεννήθηκε η αδελφή της), ήρθαν πολύ κοντά η μία στην άλλη. Διασκέδασαν μαζί, έκαναν τρέλες, τσακώθηκαν.
O Αλέξανδρος Λυκουρέζος έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της καθεμίας. «Μου έχει σταθεί πιο πολύ και από πατέρας. Με αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή. Δεν ξέρει να λέει “όχι”», λέει η Μάρθα. «Αυτό είναι το κακό του, ότι δεν ξέρει να λέει “όχι”. Ήθελα να κρατάμε μια κοινή γραμμή στα παιδιά. Όταν εγώ έλεγα “όχι”, ο Αλέξανδρος μου το χαλούσε και δεν την κρατούσαμε τη γραμμή. Δεν είμαι πιο αυστηρή, ίσως είμαι πιο περπατημένη από εκείνον» συμπληρώνει η Ζωή. «Ο μπαμπάς ήταν αυστηρός με το σχολείο. Και όσο με πίεζε τόσο δεν διάβαζα. Η μαμά, από την άλλη, δεν θεωρούσε ότι το σχολείο είναι το Α και το Ω στη ζωή. Θεωρώ πως είναι ο καλύτερος πατέρας που θα μπορούσα να έχω» λέει η ΜαρίαΕλένη με τη σειρά της. Και η μικρότερη της παρέας, η Ζένια, τι λέει για τον παππού; «Τον αγαπάω, είναι καλός. Στο γυμνάσιο μου φώναζε να διαβάζω και να αφήσω τον υπολογιστή. Έκλαιγα εγώ, πήγαινα στη γιαγιά, “άσ’ το το παιδί” του έλεγε. Τώρα, μάλλον, βαρέθηκε και δεν μου κάνει παρατηρήσεις». Πριν από λίγες μέρες, είχε τα γενέθλιά του και η ΜαρίαΕλένη, που κληρονόμησε το ταλέντο της μαμάς στη μαγειρική, ετοίμασε ένα τραπέζι για δεκαπέντε άτομα στο σπίτι της. Εκεί γιόρτασαν και ήταν πολύ όμορφα, όπως συμφωνούν. «Είναι μια τεράστια αγκαλιά για όλους ο Αλέξανδρος. Μου αρέσει να τον περιποιούμαι» προσθέτει η Ζωή Λάσκαρη. Αν και σταρ, δηλώνει πολυτεχνίτισσα. Ράβει, φτιάχνει πρίζες, μαγειρεύει, κεντάει. Η ΜαρίαΕλένη είναι το οργανωτικό πνεύμα της οικογένειας. Και η Μάρθα η «νοσοκόμα». Όταν κάποιος αρρωσταίνει, είναι από πάνω του.

Συλλαμβάνω το ήπιο και γλυκό χαμόγελο της Μάρθας που κάθεται δίπλα μου. Νιώθω την ανάγκη να τη ρωτήσω για το ρόλο της ως μητέρα της Ζένιας. «Ίσως επειδή λείπει ο πατέρας της, έχω μέσα μου ένα άγχος, ίσως να γκρινιάζω λίγο παραπάνω. Κάπως συμπληρώνεται, βέβαια, η απουσία του από τη μαμά, τον Αλέξανδρο ή τη Μαρία – Ελένη. Ωστόσο, το άγχος μου ήταν ότι δεν μπορούσα να της πω “θα το πω στον πατέρα σου” και αισθανόμουν κάπως “κουτσή” σε αυτό το θέμα. Αν και δεν νομίζω να είμαι υπερβολική. Είμαι, Ζένια;». «Όχι» απαντά με σιγουριά η Ζένια. Η μητέρα της την κοιτά και συνεχίζει. «Την έλλειψη της πατρικής παρουσίας για το παιδί δεν την ένιωσα αμέσως μετά το θάνατο του Βλάσση. Όσο, όμως, περνούσε ο καιρός και σε κάποια πράγματα το παιδί έπρεπε να είναι με τον πατέρα του, στενοχωριόμουν. Με ζόριζε η απουσία του. Μάλλον το πιο δύσκολο ήταν στην εφηβεία της, κάθε φορά που υπήρχε ένας τσακωμός, πριν από δύο χρόνια περίπου. Διαφωνούσαμε κι έφευγε. Κι εγώ την κυνηγούσα, ενώ ταυτόχρονα τηλεφωνούσα στη μαμά και της έλεγα “κυνηγάω τη Ζένια με το αυτοκίνητο”. Το κενό της απουσίας πάντα θα υπάρχει, δεν γίνεται να μην υπάρχει. Το μεγάλωμα της Ζένιας, όμως, είναι πιο ασφαλές τώρα πια. Έκανα την καλή, την κακή, την αυστηρή. Έπαιξα πολλούς ρόλους, αλλά δεν ήθελα να χαθεί η εμπιστοσύνη της, αφού μου τα έλεγε όλα. Ήταν πολύπλοκο. Η Ζένια μπορεί εξωτερικά να μοιάζει στον Βλάσση, αλλά μέσα της είναι μια μικρή Ζωίτσα. Τσαούσα, ξέρει τι θέλει και αυτό που θέλει θα το κάνει» εξομολογείται στο People η Μάρθα. «Απλά τώρα υπάρχει μεγαλύτερη συνεννόηση. Μέχρι πέρσι τσακωνόμασταν» συμπληρώνει με αθωότητα η Ζένια.

zoi laskari maria eleni likourezou martha koutoumanou zenia mponatsou Επαναστατικά πνεύματα υπήρξαν όλες τους. Η Ζωή θυμάται ότι και η Μάρθα άνοιγε την πόρτα, έφευγε και την κυνηγούσε. «Δεν την προλάβαινα». Γυναικεία συνωμοσία υπήρχε και με τη ΜαρίαΕλένη. «Όταν ο Αλέξανδρος κοιμόταν, εγώ περίμενα να επιστρέψει και με έτρωγε η αγωνία». Η ΜαρίαΕλένη το παραδέχεται: «Εγώ δεν ζητούσα άδεια, έκανα ό,τι ήθελα. Έβγαινα από μικρή. Μου αρέσει, όμως, όλο αυτό που έχω ζήσει. Είμαι 35, γεμάτη εμπειρίες και βλέπω γυναίκες στην ηλικία μου που έχουν ακόμη απωθημένα. Δεν υπήρξε ποτέ “κυριούλα” και “μη μου άπτου” η μητέρα μου. Γνωστές και συμμαθήτριές μου, που μεγάλωσαν με έναν καθωσπρεπισμό, σε βιτρίνα, είναι τόσο δυστυχισμένες σήμερα». Ακόμη και η Ζένια δεν κάνει παρέα μόνο με παιδιά από το σχολείο της, δεν βάζει ταμπέλες. «Κάνω παρέα και με τον καθωσπρέπει και με εκείνον που δεν είναι». Όπως λέει και η Ζωή Λάσκαρη: «Είμαστε αναρχική οικογένεια. Και του λιμανιού και του σαλονιού…».

Η ΜαρίαΕλένη σήμερα λατρεύει το χορό, ασχολείται με τα αδέσποτα, παραμένει μια έντονα καλλιτεχνική φύση και έχει ήδη έτοιμο το πρώτο της coffee table book, από το πρώτο μεγάλο ταξίδι αυτογνωσίας που έκανε μόνη στην Ταϊλάνδη, το οποίο περιλαμβάνει δικές της φωτογραφίες και σκίτσα. Θέλει οι άνθρωποι που θα το διαβάσουν να παρακινηθούν να ταξιδέψουν. Το ίδιο θα ήθελε να κάνει και με άλλους προορισμούς που επισκέφτηκε. Το σχολείο, αντίθετα, δεν υπήρξε ποτέ ο ιδανικός για εκείνη χώρος. «Πήγαινα σε ιδιωτικό και όλα ήταν στημένα και ψεύτικα. Και μόνο επειδή ήμουν κόρη του Λυκουρέζου και της Λάσκαρη, αποτελούσα στόχο. Έκανα παρέα με μεγαλύτερους, έβαζα σκισμένα τζιν και κάποιες μαμάδες μού έλεγαν “να σου πάρουμε κανένα καινούριο τζινάκι”. Μόνο εκτός σχολείου ένιωθα ελεύθερη. Τα τελευταία χρόνια εξελίσσομαι, διαβάζω. Τότε έκανα κοπάνες ολόκληρες εβδομάδες και με έψαχναν». Η Μαρία – Ελένη γελάει ασταμάτητα όταν αφηγείται την απόφαση της μητέρας της να της ξηλώσει την πόρτα του δωματίου της ώστε να της στερήσει την ιδιωτικότητά της. Για ένα μήνα περίπου το δωμάτιό της δεν είχε πόρτα. Γιατί μπορεί η μαμά Ζωή να απεχθάνεται τις συμβουλές, ωστόσο θεωρεί τον εαυτό της αυστηρό. Αν και σήμερα είναι τα κορίτσια της που κάνουν τη μαμά σε εκείνη. «Τρελαίνομαι με αυτό, μου αρέσει πολύ. Από το να μου πουν “δεν είναι σωστό” ή να βρίσκονται συνεχώς από πάνω μου, μέχρι το να μου στέλνει ομοιοπαθητικά φάρμακα η Μαρία – Ελένη. Όλοι κατά βάθος είμαστε και μωρά. Μου αρέσει που με φροντίζουν» λέει η μεγάλη Ελληνίδα σταρ στο People. «Το έχει πολλή ανάγκη αυτό, μάλλον θέλει και περισσότερο. Επιζητά τις αγκαλιές και τα χάδια. Εξάλλου, είναι η πρώτη από την οποία έχουν λείψει ο πατέρας και η μητέρα της, αφού δεν τους είχε σχεδόν ποτέ» συμπληρώνει η Μάρθα.

DSC5529

Η Ζένια φέτος είναι στη Β’ Λυκείου. Όλοι τη ρωτούν τι σκοπεύει να σπουδάσει, αν κι εκείνη, ελαφρώς αγχωμένη, απαντά πως δεν έχει καταλήξει σε κάτι. «Θέλω αυτό που θα κάνω να είναι δημιουργικό, να μη με κάνει να πλήττω. Να το χαίρομαι κι εγώ η ίδια. Δεν το έχω βρει ακόμη. Σε ένα χρόνο τελειώνω το σχολείο, πρέπει να καταλήξω σε κάτι. Δεν θέλω να έρθει η ώρα και να χάσω το παιχνίδι. Θέλω να νιώσω κι εγώ ανεξάρτητη» λέει με σοβαρότητα. Μέχρι σήμερα, πάντως, όπως και η ίδια ομολογεί, έχει αλλάξει μες στο μυαλό της πολλά επαγγέλματα. Από ιδιοκτήτρια spa μέχρι και εκπαιδεύτρια δελφινιών έχει φανταστεί τον εαυτό της. Η Μάρθα, όσο μιλάει, την καμαρώνει. Γυρνώντας προς το μέρος μου, μου λέει: «Έχει ωριμάσει πολύ. Από πέρσι μέχρι φέτος είναι τεράστια η διαφορά». Και η θεία της, η ΜαρίαΕλένη, έχοντας ως παράδειγμα τον εαυτό της, την καθησυχάζει: «Ζένια, μπορεί να αποφασίσεις αυτό που θέλεις να κάνεις στα 25 σου. Δεν φτιάχνει μια δουλειά την προσωπικότητά μας».
Αρχίζει να σκοτεινιάζει στο Πόρτο Ράφτη. Η θάλασσα απέναντι κάνει παρέα με το χειμωνιάτικο καιρό. Με συστολή ζητάω από τη Ζένια να περιγράψει την εικόνα που κρατάει στη μνήμη της από τον πατέρα της, Βλάσση Μπονάτσο. «Ήμουν 7 ετών όταν έφυγε. Δεν θυμάμαι, δυστυχώς, καταστάσεις που έχω ζήσει με τον μπαμπά. Είναι λες κι όλα όσα ζήσαμε να διαγράφηκαν. Ούτε τα ταξίδια που κάναμε θυμάμαι. Υπάρχουν κάποιες εικόνες αμυδρές, σαν ενός λεπτού βίντεο, αλλά όχι κάτι συγκεκριμένο. Θυμάμαι έντονα την ημέρα του θανάτου του, αλλά τίποτε από τα χρόνια που προηγήθηκαν. Θυμάμαι μόνο πράγματα που έκανα εγώ ως παιδί, αλλά ούτε τον μπαμπά ούτε τη μαμά ούτε πράγματα που κάναμε μαζί» εξομολογείται στο People. «Είναι σαν να έκανε delete. Δεν είναι περίεργο αυτό;» αναρωτιέται η Ζωή Λάσκαρη. Η Μάρθα μιλάει τελευταία. «Δεν ξέρω αν αυτό συνέβη στη Ζένια ως άμυνα για ό,τι προηγήθηκε. Πριν είχε τρομερή αδυναμία στον πατέρα της και ο Βλάσσης σε εκείνη. Ήταν τρελό το δέσιμο που είχαν κι εγώ το χαιρόμουν. Υπήρξαν ντουετάκι φοβερό. Αμέσως μετά το θάνατό του, η Ζένια θυμόταν. Και μετά άρχισε να ξεχνάει. Σαν να αντέδρασε ο οργανισμός της…».
Στο δρόμο της επιστροφής, το μυαλό μου είναι ακόμη «ξεχασμένο» εκεί, στο σπίτι στο Πόρτο Ράφτη. Στους λευκούς καναπέδες, στο διάφανο γέλιο της Ζωής, στο γλυκό βλέμμα της Μάρθας, στη ζωντάνια της ΜαρίαςΕλένης και στον αυθορμητισμό της Ζένιας. Ένα ολόκληρο απόγευμα που μοιάζει ξαφνικά με τραγούδι που θέλεις να το βάλεις στο repeat, για να ξαναπάει στην αρχή του. Σαν να θέλεις να το ξανακούσεις, να το ξαναζήσεις, να το αγαπήσεις.