Η αγάπη του για τη φωτογραφία τον έφερε επικεφαλής του Τομέα Πολιτισμού του δήμου Νέας Σμύρνης, το 1999. Παρότι έχει δει τα όνειρά του όχι απλώς να πραγματοποιούνται αλλά να γιγαντώνονται (Μαραθώνιος Ιστορικής Μνήμης, Καλοκαιρινό Φεστιβάλ), συνεχίζει να τοποθετεί τον πήχη όλο και πιο ψηλά. Sky is the limit, που λένε.

Το κινητό του δεν σταματάει να χτυπάει και εκείνος απαντά πάντοτε με ενθουσιασμό, ακόμη και για κάποιο διαδικαστικό θέμα. Όταν καθόμαστε σε ένα ήσυχο καφέ λίγα μέτρα από το δημαρχείο Νέας Σμύρνης, αρχίζει να μου μιλάει για το νέο μεγάλο στοίχημα της θητείας του, τη συναυλία του Γιώργου Νταλάρα με την Κρατική Ορχήστρα της Σμύρνης στο Ηρώδειο, για μία και μοναδική βραδιά στις 29 Σεπτεμβρίου.

Αυτή θα είναι η επανάληψη της σύμπραξης που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά πέρσι, στη Σμύρνη, στο Μέγαρο Πολιτισμού Ahmed Adnan Saygun.

«Είναι η πρώτη φορά που θα κάνει στο Ηρώδειο εκδήλωση ένας φορέας άλλου δήμου» μου λέει αντιδήμαρχος Πολιτισμού με υπερηφάνεια.

Η συγκεκριμένη ιδέα είναι μέρος ενός μεγαλύτερου πρότζεκτ που γεννήθηκε στο κεφάλι του Βαγγέλη πριν από δεκαπέντε χρόνια.

#Τα βιβλία που του άλλαξαν τη ζωή#

Ο ίδιος εξιστορεί τη ζωή του βάσει των βιβλίων που έχει εκδώσει. Είναι τα ορόσημά του, παιδιά που ξεπήδησαν από τον έμφυτο ρομαντισμό του.

Ο Βαγγέλης σπούδασε ναυπηγός, αλλά δεν εξάσκησε ποτέ το επάγγελμα. Γιος φωτογράφου, ερωτεύτηκε από μικρός το φακό, το σκοτεινό δωμάτιο, τη διαδικασία εκτύπωσης, παρά την προβληματική σχέση που είχε με τον πατέρα του, έπειτα από το διαζύγιο των γονιών του. «Έκανε νέα οικογένεια. Όταν είχα πρόβλημα βιοπορισμού, παρέδιδα μαθήματα σε σχολές. Τότε ξεκίνησα να εκδίδω δικά μου φωτογραφικά λευκώματα, ενώ παράλληλα συνέλεγα και παλιές φωτογραφίες και slides από την ίδρυση της Νέας Σμύρνης, το 1926». Το πρώτο του βιβλίο έγινε και η αφορμή να ασχοληθεί με τα κοινά της γενέτειράς του. «Ήταν η πρώτη φορά που γινόταν κάτι ανάλογο. Είχα φωτογραφίες από το 1928 κι έκανα την ίδια λήψη, με το ίδιο κάδρο, την ίδια γωνία, και μάλιστα με φιλμ μεγάλοformat που είχε την ίδια αξιοπιστία. Έτσι υπήρχαν όλα μέσα: Από τα παλιά νεοκλασικά και την εποχή του Μεσοπολέμου, μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Μετά την έκδοσή του μου πρότειναν να κατέβω υποψήφιος».

Ακολούθησε ένα ακόμη λεύκωμα, το οποίο ήταν ανάμεσα στα δέκα υποψήφια για βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών. Αφορούσε την εκκλησία της Αγίας Φωτεινής, που είναι η μητρόπολη όλης της νότιας Αθήνας. «Διαθέτει ένα τέμπλο, έναν άμβωνα και έναν επισκοπικό θρόνο. Αυτά είναι τα μοναδικά κειμήλια, τεράστιας θρησκευτικής, εθνικής και ιστορικής αξίας, αλλά και καλλιτεχνικής, γιατί φιλοτεχνήθηκαν το 17οαιώνα. Αυτά βρίσκονταν στον “Πάνω Μαχαλά” της Σμύρνης, που δεν κάηκαν επειδή βρίσκονταν σε τούρκικη συνοικία. Διασώθηκαν και κάποια στιγμή ένας ιερέας πήγε στον Τούρκο πρόξενο και κατάφερε να τα εντάξει στη λίστα με τα ανταλλάξιμα που είχε συνταχτεί επί Βενιζέλου. Τα έφερε κομμάτι κομμάτι σε μια εκκλησία της Χίου. Βρίσκονταν εκεί σε 50 κλειστές κούτες – μαζί με σχεδιαγράμματα που κανείς δεν γνώριζε τι ήταν. Το 1948, που χτίστηκε η Αγία Φωτεινή, επανασυναρμολογήθηκαν. Έκανα λοιπόν μια φωτογράφιση, κομμάτι κομμάτι, πάνω σε μια σκαλωσιά. Με βοήθησε ο πρύτανης της Θεολογικής Σχολής, ο κύριος Μπατουδάκης,που μου έστειλε φοιτητές του. Τον πρόλογο του συγκεκριμένου βιβλίου μου, μάλιστα, έγραψε ο Χριστόδουλος».

Το επόμενο φωτογραφικό λεύκωμα (έγινε και ντοκιμαντέρ) ήταν και το πιο ιδιαίτερο για εκείνον. «Είναι το μόνο που αφηγείται την ιστορία της Αρμενίας. Λόγω των διαφορών που είχα με τον πατέρα μου έπειτα από το διαζύγιό του από τη μητέρα μου, απέρριπτα την αρμένικη καταγωγή μου. Όταν το 1999 έγινα αντιδήμαρχος, θα φιλοξενούσαμε παιδιά από την αρμένικη παροικία. Οι Αρμένιοι είναι πολύ δεμένοι μεταξύ τους. Τότε μου ήρθε η ιδέα της αδελφοποίησης με μια πόλη της Αρμενίας και μου δόθηκε η ευκαιρία να πάω εκεί. Έτσι γεννήθηκε και η ιδέα να φωτογραφίσω τις περιοχές και να βιντεοσκοπήσω την καθημερινότητά τους. Την αφήγηση την είχε κάνει ο Λυκούργος Καλλέργης, λίγο πριν πεθάνει. Το βιβλίο εξαντλήθηκε, η προσπάθειά μου αγκαλιάστηκε από τους Αρμένιους, ενώ προβλήθηκαν κομμάτια του ντοκιμαντέρ από τα δημόσια και τα ιδιωτικά κανάλια». Επίσημος χορηγός ήταν η Βουλή των Ελλήνων, οι εκδοτικές προδιαγραφές ήταν υψηλοτάτου επιπέδου και πλέον του το έχουν ζητήσει κυριακάτικες εφημερίδες για να το δώσουν ως δώρο».

Η αναζήτηση των ριζών του τον πήγε ακόμη πιο μακριά –ίσως ακόμη πιο επικίνδυνα–, στα εδάφη του Ναγκόρνο – Καραμπάχ, για τα οποία ερίζουν τόσο το Αζερμπαϊτζάν όσο και η Αρμενία. «Έμεινα είκοσι ημέρες και βρέθηκα και σε εμπόλεμη ζώνη» θυμάται. «Πέταξα με C-130, μετακινήθηκα με οχήματα του στρατού, μίλησα με Αζέρους, όμως δεν είχε το ύφος της ανταπόκρισης αλλά της ιστορικής καταγραφής» μου εξηγεί για το χαρακτήρα του βιβλίου. «Η ιστορία των Αρμενίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θρησκεία τους» μου εξηγεί ο Βαγγέλης.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος πως αυτή η στροφή προς την πνευματική του κληρονομιά ήταν και μια έμμεση αποκατάσταση των σχέσεών του με τον πατέρα του. Τον ρωτάω αν ισχύει… «Έχει να κάνει με κάτι που μου έλειπε ως παιδί και το ένιωθα. Νιώθω πως το χρωστούσα στον εαυτό μου και είχα χαρεί πολύ για αυτό. Όταν ήμουν παιδί, δεν μπορούσα να το έχω, το κατέκτησα σε μεγάλη ηλικία». Ο ίδιος κάνει και μια ανατριχιαστική παραδοχή λέγοντας με πικρία «ο πατέρας μου μου άρεσε, μάλλον δεν του άρεσα εγώ».

Ο Βαγγέλης μεγάλωσε με τη μητέρα του στη φτώχεια. Χρειάστηκε να πουλήσει τη μηχανή του για να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. Χρειάστηκε να κάνει ταυτόχρονα δύο και τρεις δουλειές για να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Για να μαζέψει χρήματα και να παντρευτεί, δούλευε στον Διογένη. Τι έκανε; «Όταν κανείς πάει στα μπουζούκια, βλέπει μόνο το φωτογράφο που περνάει από τραπέζι σε τραπέζι για να φωτογραφίζει. Στο… αμπάρι υπάρχει και ένας άνθρωπος που θα πρέπει να εμφανίζει και να τυπώνει τις φωτογραφίες, ταχύτατα και με ακρίβεια. Εκείνος ήμουν εγώ». Πλέον κοιμάται, και μάλιστα ήσυχος. Ο αγώνας του έχει δικαιωθεί!

Όταν «πάντρεψε» τον Σάκη με τον Μίκη

Ο Βαγγέλης ήταν αυτός που είχε την ιδέα να τραγουδήσει ο Σάκης Ρουβάς το «Άξιον εστί». «Όταν πήγαμε να πάρουμε την άδεια από τον Μίκη Θεοδωράκη, με ρώτησε “εσύ, αγόρι μου, θες πολύ να το κάνεις;” και του απάντησα “αν μου δώσεις την άδειά σου, ναι”. “Θα ακούσεις πολύ βρίσιμο” μου είπε. “Ξέρω πως οι μισοί θα με βρίζουν και οι άλλοι μισοί θα συμφωνούν. Όμως μου αρέσει αυτό και το θεωρώ ιδιαίτερο”. Ο Μίκης μάς είπε πως δεν θα μας αβαντάρει, αλλά θα δημοσιοποιήσει μια επιστολή που ουσιαστικά θα επικροτεί αυτή τη συναυλία. Και έτσι έγινε. Έγραψε πως “δεν απαγορεύω σε κανέναν να ερμηνεύσει τραγούδια μου”. Μετά τη συναυλία μάς έδωσε κι ένα ιδιόχειρο κείμενό του και μας συνεχάρη για την κίνηση αυτή».

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.