Από τις αλάνες της Καισαριανής, βρέθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Αφρικής και από τη Σουηδία ταξίδεψε 32 ολόκληρες ώρες με το αυτοκίνητο, προκειμένου να υπογράψει το πρώτο του δισκογραφικό συμβόλαιο. Η ζωή του Θέμη Αδαμαντίδη είναι μια απέραντη διαδρομή, με πολλές άγνωστες και συνάμα συναρπαστικές στάσεις, τις οποίες και διηγείται με τον δικό του αληθινό τρόπο στο People.

Τέλη της δεκαετίας του 1950. Η Καισαριανή είναι μια αραιοκατοικημένη περιοχή στο Λεκανοπέδιο της Αττικής. Εκεί σε ένα προσφυγικό διώροφο διαμέρισμα, μεγαλώνει ο Βενιαμίν της οικογένειας Αδαμαντίδη, ο Θέμης, ο οποίος είναι ιδιαίτερα ζωηρός και πάντα μέσα σε όλα. «Ήμουν ο μικρότερος από τα πέντε αδέρφια της οικογένειας, αλλά και πολύ τυχερός, γιατί ένιωθα ότι μεγαλώνω σε μία μεγάλη αγκαλιά, σε μία οικογένεια πολύ δεμένη. Μέναμε σε ένα διώροφο προσφυγικό σπίτι μαζί με τα τέσσερα αδέρφια μου, τους θείους, τη γιαγιά και τον παππού, ο οποίος το είχε χτίσει κιόλας» λέει με συγκίνηση. Τα παιχνίδια στη γειτονιά είναι η καθημερινότητά του. «Στην Καισαριανή τότε υπήρχαν αλάνες, ρέματα, το νταμάρι, που έχουν φτιάξει το γήπεδο του Εθνικού Αστέρα. Άπλετος χώρος για παιχνίδι, μπάλα και κρυφτό. Παίζαμε και πόλεμο με μία άλλη περιοχή και φτιάχναμε και τα δικά μας πολεμοφόδια με φυτά και ξυλάκια από τα δέντρα» εξηγεί, ενώ παράλληλα παραδέχεται πως ήταν το επίκεντρο της προσοχής των μεγάλων. «Μου τσίμπαγαν συνέχεια τα μάγουλα. Ήμουν ο μικρότερος και πάντα η “ουρά” σε όλες τις παρέες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως εκείνη την εποχή γύριζαν μια ταινία στη γειτονιά. Μάλιστα, κάποιες σκηνές γυρίζονταν πολύ κοντά στο σπίτι μας. Είχαμε λοιπόν μαζευτεί απ’ έξω όλα τα παιδιά. Κάποια στιγμή πλησίασε τη μητέρα μου ο ηθοποιός Νίκος Φέρμας και της πρότεινε να με υιοθετήσει. Είπε στη μαμά μου “Κυρα-Αντωνία έχεις πέντε παιδιά. Θέλεις να μου τον δώσεις; Εγώ δεν έχω ούτε ένα παιδί”. Εκείνη αμέσως του απάντησε: “Θα στο δώσω αλλά μόνο σε φωτογραφία!”. Έτσι βγάλαμε μια φωτογραφία και μου έφερε δώρο μια μεγάλη σοκολάτα, η οποία κόστιζε τότε 20 δραχμές, αρκετά ακριβή εκείνα τα χρόνια».

 «Πήγα μέχρι τη Γ’ Γυμνασίου, δεν τελείωσα το Λύκειο»

Όταν γίνεται 7 ετών, μετακομίζουν στο Γιοχάνεσμπουργκ. Από το 1964 έως το 1972, τα περισσότερα μέλη της οικογένειας Αδαμαντίδη ζουν μόνιμα στην Αφρική. Ο πατέρας του εργάζεται εκεί ως ελαιοχρωματιστής. Οι δουλειές πηγαίνουν καλά. Ο Θέμης δεν είναι ιδιαίτερα καλός μαθητής, διότι έχει συνέχεια στο μυαλό του το τραγούδι. «Στα 10 μου τραγουδούσα συνέχεια στο σπίτι. Τους ζάλιζα τόσο πολύ, που καμιά φορά μου έκαναν παρατήρηση και αναγκαζόμουν να βγαίνω εκτός σπιτιού σε σημεία μοναχικά που δεν ακουγόμουν και να τραγουδάω. Τότε πίστεψα ότι θα γίνω τραγουδιστής και πως δεν θέλω να ασχοληθώ με κανένα άλλο επάγγελμα» εξομολογείται. Τα πρώτα τραγούδια που σιγοψιθυρίζει είναι το «Ρολόι- κομπολόι» του Μπιθικώτση, το «Χαμένη αγάπη» της Βίκυς Λέανδρος και το «Εγώ με την αξία μου» του Καζαντζίδη. Το τραγούδι γίνεται η μεγάλη του αγάπη. Μια αγάπη που εξαιτίας της αφήνει και το σχολείο. «Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ, είχα δυσκολία συγκέντρωσης γιατί στο μυαλό μου είχα συνέχεια το τραγούδι. Άκουγα το μάθημα και παράλληλα σκεφτόμουν τραγούδια. Στα μαθηματικά για παράδειγμα, έβρισκα τη λύση. Όχι, όμως, με τον τρόπο που έπρεπε, αλλά με δικούς μου υπολογισμούς. Εκεί συνειδητοποίησα πως δεν μπορούσα να συνεχίσω. Ο στόχος μου ήταν το τραγούδι. Δεν τελείωσα το σχολείο. Πήγα μέχρι τη Γ’ Γυμνασίου, δεν έβγαλα το Λύκειο».

«Την πρώτη φορά που ανέβηκα να τραγουδήσω, έτρεμαν τα πόδια μου»

Από το 1972 που γύρισε μαζί με τη μητέρα του και ένα από τα αδέλφια του στην Ελλάδα, ξεκινά ως ανήλικος να εργάζεται σε μαγαζιά στην Πλάκα. Το πρώτο του μαγαζί είναι «Οι ρεμπέτες» στην Πλάκα. «Ήταν όντως μια παρέα από γνωστούς ρεμπέτες, όπως η Άννα Χρυσάφη και ο Σπύρος Ξανθόπουλος. Την πρώτη φορά που ανέβηκα να τραγουδήσω, έτρεμαν τα πόδια μου για δύο-τρεις μέρες. Έλεγα δύο-τρία τραγούδια και μετά καθόμουν στην καρέκλα. Με πρόσεχαν πάρα πολύ, με βοηθούσαν, μου έδειχναν πώς να λέω τα τραγούδια». Ύστερα από τους Ρεμπέτες θα εργαστεί στο κέντρο Μινόρε στην περιοχή του Καρέα. «Στο Μινόρε τραγουδούσα μόνο Καζαντζίδη και ερχόντουσαν επί τούτου παρέες, γιατί γνώριζαν ότι εκεί θα ακούσουν έναν πιτσιρίκο που τραγουδάει Καζαντζίδη». Ο Θέμης είναι μεγάλος θαυμαστής του Στέλιου Καζαντζίδη και κάποια στιγμή αποφασίζει να τον γνωρίσει. Μαθαίνει σε ποια περιοχή βρίσκεται το σπίτι του και χτυπάει το κουδούνι. Τον υποδέχεται η μητέρα του, αλλά ο Καζαντζίδης δεν είναι στο σπίτι. «Η γυναίκα με έβαλε μέσα. Στο σαλόνι είδα πολλές φωτογραφίες. Κάποια στιγμή πήγα στην τουαλέτα και είδα εκεί κάτι μεγάλα παπούτσια σαν άρβυλα. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα πως αυτός ο άνθρωπος είναι γίγαντας. Kαι ήταν γίγαντας. Δεν τον είδα εκείνη την ημέρα, αλλά θυμάμαι πως φόρεσα τα παπούτσια του και έβαλα και λίγη από την κολόνια του. Eίχα μεγάλη λατρεία στον Καζαντζίδη. Άκουγα τα τραγούδια, αλλά και τους στίχους που τραγουδούσε και αισθανόμουν σαν να τους βίωνα» αποκαλύπτει στο People.

«Ήρθα οδικώς από τη Σουηδία στην Ελλάδα. Έκανα 32 ώρες για να φτάσω»

Από τα 14 του, θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να γνωρίσει από κοντά τον Καζαντζίδη. Στο μεσοδιάστημα, όμως, και σε ηλικία μόλις 23 ετών θα λάβει μέρος στο show ανάδειξης ταλέντων της κρατικής τηλεόρασης, το «Να η ευκαιρία». Εκείνη την περίοδο, εμφανίζεται σε ένα νυχτερινό κέντρο της Σουηδίας. Ωστόσο, η γιαγιά του παίρνει την πρωτοβουλία και δηλώνει συμμετοχή για τον εγγονό της εν αγνοία του! «Η αλήθεια είναι πως από το 1977 μέχρι και το 1980 τραγουδούσα στο ελληνικό κέντρο Ορφέας στη Σουηδία. Το καλοκαίρι του 1980 που ήρθα για διακοπές, η γιαγιά μου δεν με άφηνε να φύγω. Με παρότρυνε να κάτσω. Τελικά, επειδή αργούσαν να με καλέσουν, αναγκάστηκε να μου το πει. Λίγες μέρες μετά, με ειδοποίησαν και πήγα σε ένα στούντιο στο Σύνταγμα για να κάνω τη μαγνητοφώνηση. Εκεί ήταν και ο Γιώργος Κατσαρός. Λέω μία φορά το τραγούδι, αλλά δεν ήμουν σίγουρος πως το είχα πει καλά, διότι άκουγα παράσιτα από τα ακουστικά μου. Εκείνος, όμως, μου είπε πως όλα ήταν μια χαρά». Το 1980 είναι η χρονιά του. Κερδίζει στον διαγωνισμό τραγουδιού, αλλά το βραβείο το παραλαμβάνει ο πατέρας του, καθώς έχει επιστρέψει στη Σουηδία για εμφανίσεις. Ο πατέρας του είναι και ο άνθρωπος που θα μιλήσει εκ μέρους του με τη δισκογραφική εταιρεία Columbia, με την οποία θα κάνει και την πρώτη του συνεργασία. «Είχα προτάσεις για συμβόλαιο από τρεις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες. Την Columbia, τη Minos και τη Lyra. Eίπα στον πατέρα μου να μιλήσει με την Columbia. Όταν με ειδοποίησαν να έρθω στην Ελλάδα για το συμβόλαιο, δεν έβρισκα εισιτήριο. Από την άλλη, το απέφευγα κιόλας, γιατί τα αεροπορικά ταξίδια δεν ήταν και το καλύτερό μου. Τελικά, ήρθα με έναν φίλο μου οδικώς από τη Σουηδία στην Ελλάδα Έκανα 32 ώρες να κατέβω».

«Όταν είχα απέναντί μου τον Καζαντζίδη, ήταν σαν ένας γίγαντας με πανοπλία»

Οι άνθρωποι της Columbia πιστεύουν στη φωνή και στις δυνατότητές του. Ο πρώτος του δίσκος με τον τίτλο Αγάπησέ με φτάνει τις 300.000 πωλήσεις. Παράλληλα με την κυκλοφορία του δίσκου ξεκινά εμφανίσεις στον μικρό Διογένη του επιχειρηματία Παπαθεοχάρη, ενώ ακολουθούν συνεργασίες με αξιόλογους καλλιτέχνες, όπως τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Γιώργο Ζαμπέτα και τον Σταμάτη Κόκοτα. Η μεγάλη του καλλιτεχνική αγάπη, όμως, παραμένει ο Στέλιος Καζαντζίδης, τον οποίο και θα γνωρίσει έξω από τα γραφεία της δισκογραφικής εταιρείας Columbia. «Ήμουν με τον παραγωγό μου, τον Γιώργο τον Πιτσίλα, και πηγαίναμε προς τα γραφεία. Κάποια στιγμή μου λέει “Ρε, ο Καζαντζίδης”. Όταν συστηθήκαμε και τον είχα απέναντί μου, ήταν σαν ένας γίγαντας με πανοπλία. Έτσι τουλάχιστον τον έβλεπα εγώ» εξομολογείται. Με τον Στέλιο Καζαντζίδη θα γίνουν και συγγενείς, καθώς θα τον στεφανώσει. Όση ώρα μιλάμε για τον Καζαντζίδη, το βλέμμα του φωτίζεται από την αγάπη και τον θαυμασμό στο πρόσωπό του. «Είχα πάει πολλές φορές στο εξοχικό του στον Άγιο Κωνσταντίνο και μου έλεγε “καλώς το κουμπαράκι μου” και πήγαινε να ψήσει ψάρια για να φάμε ή τα έδινε στη Βάσω να τα ψήσει. Με αγαπούσε γιατί δεν πήγαινα να τον ζαλίσω, δεν του μιλούσα καθόλου για δουλειά. Μου είχαν προτείνει πολλές φορές επιχειρηματίες να τραγουδήσουμε μαζί με τον Καζαντζίδη, αλλά δεν το έλεγα ποτέ στον ίδιο, παρά μόνο σε κάποιο κοντινό του πρόσωπο. Πριν αλλάξουν οι δραχμές σε ευρώ, μου είχαν προτείνει από το νυχτερινό κέντρο Ribas να εμφανιζόμαστε έξι βραδιές την εβδομάδα. Έδιναν 50 εκατομμύρια τη βραδιά στον Καζαντζίδη και 5 εκατομμύρια σε εμένα. Αυτό έγινε πριν από το 2000 και δεν του το είπα καν» αποκαλύπτει στο People. «Μεγαλύτερη ικανοποίηση για εμένα ήταν που τον γνώρισα παρά το ότι έγινα γνωστός στον κόσμο ως τραγουδιστής» καταλήγει.

«Δεν συμβιβαζόμουν εύκολα»

Από το 1980 μέχρι σήμερα, έχει κάνει μεγάλες επιτυχίες. Ωστόσο, παραδέχεται πως ορισμένα στοιχεία της συμπεριφοράς του αλλά και ένας δικός του κώδικας τιμής ίσως και να στάθηκαν τροχοπέδη στην καριέρα του. «Σε κάποια πράγματα έβαζα νερό στο κρασί μου, αλλά δεν συμβιβαζόμουν εύκολα. Με την ίδια ευκολία που τραγουδούσα σε ένα μεγάλο μαγαζί, εμφανιζόμουν και σε ένα αναψυκτήριο. Αυτό ενοχλούσε. Εγώ, όμως, ήθελα να με δει και ο κόσμος που δεν είχε λεφτά για να πληρώσει το μπουκάλι. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, έχω πει αρκετά τραγούδια τα οποία δεν μου έλεγαν τίποτα, όχι επειδή ερχόταν κάποιος να μου τα επιβάλει, απλά σε μια δουλειά με 12 ή 14 τραγούδια, δεν μπορεί να είναι όλα επιτυχίες». Υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν πως το σύστημα τον πολέμησε και προσπάθησε να τον κρύψει. «Αισθάνθηκα ότι με έκρυβε το σύστημα. Όταν το σύστημα σε έχει απ’ έξω, είναι κάτι που το νιώθεις, το ζεις και το βιώνεις καθημερινά, καθώς λείπεις από τα ραδιόφωνα, αλλά και από την τηλεόραση. Έχω πληρώσει κάποια πράγματα και μάλιστα ακριβά, αλλά εδώ φαίνεται η αγάπη, η επιμονή και η υπομονή που έχω δείξει. Αυτό που συνειδητοποιώ είναι πως πλέον στη δουλειά μας δεν υπάρχει αυτή η έντονη αγάπη για το τραγούδι, αλλά το τι θα αρπάξεις από το τραγούδι χωρίς να προσφέρεις. Το ζήτημα είναι το πώς θα γίνει ένα σουξέ, να κάνουμε τη δουλειά μας να τελειώνουμε και να τα “παντελονιάσουμε”. Αυτό με ξενίζει» λέει με ειλικρίνεια. Όταν τον ρωτάω ποια είναι η σχέση του με τα χρήματα, γελάει. «H σχέση μου με τα χρήματα έχει σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια. Μου αρέσει να τα βλέπω εκείνη τη  στιγμή, αλλά μετά δεν θέλω να τα βλέπω καθόλου! Τα χρήματα είναι για να εξυπηρετούν τον άνθρωπο. Δεν βγήκαν για να τα υπηρετεί ο άνθρωπος. Αυτοί που τα υπηρετούν είναι πιο φτωχοί από αυτούς που εξυπηρετούνται από αυτά». Στη ζωή του δεν είχε ιδιαίτερες πολυτέλειες ούτε ακριβά αυτοκίνητα και επαύλεις με πισίνες. «Για μένα, η μεγαλύτερη πολυτέλεια ήταν και είναι να μπορώ να προσφέρω σε κάποιον που έχει ανάγκη. Να γίνω στήριγμα σε ένα πρόβλημα» ξεκαθαρίζει.

Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στο People που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.