Από τον Άρη Βασιλειάδη,

Η πορεία του μοιάζει με το roller coaster του λούνα παρκ. Σαν τα βαγόνια που από την κορυφή κεντράρουν την άβυσσο και στη συνέχεια, ορμώντας από το χώμα, σφηνώνονται στον ουρανό. Και στις δύο διαδρομές οι ταχύτητες προκαλούν ίλιγγο. Στο μυαλό του Στράτος Τζώρτζογλου, σαν μικρός απολογισμός, ξετυλίγονται συνεχώς σκηνές της ζωής του. Από τις τελευταίες στιγμές του Κάρολου Κουν στο νοσοκομείο μέχρι τις ριψοκίνδυνες βόλτες με τη μηχανή που έκανε ως παιδί με τον πατέρα του. Ταυτόχρονα κάνει όνειρα για την Αμερική, όπου θα βρεθεί σε λίγες μέρες. Τη νέα Αμερική του Donald Trump.

Η ζωή του κάνει κύκλους, και μάλιστα ακριβείας. Οι δύο φετινές του παραστάσεις, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, είναι σημαδιακές. Σε δύο μέρες ολοκληρώνεται ο Ρομπέρτο Τσούκο του Bernard-Marie Koltès στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Εκεί όπου πριν από τριάντα ακριβώς χρόνια άρχισε η καριέρα του, πρωταγωνιστώντας στον Ήχο του Όπλου της Λούλας Αναγνωστάκη, με την τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν. Παράλληλα η Αφροδίτη με Γούνα του David Ives παίζεται στο Αριστοτέλειον στη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου προβλήθηκε η πρώτη του ταινία, Η Φανέλα με το 9 του Παντελή Βούλγαρη. Και ενώ στο Ρομπέρτο Τσούκο υποδύεται πέντε σκληρούς εγκληματίες, στην Αφροδίτη με Γούνα ερμηνεύει τρεις διαφορετικές αποχρώσεις του συγγραφέα εραστή. Είναι τόση η αγάπη του για το θέατρο και παίζει επτά μέρες την εβδομάδα ή απλώς το βλέπει σαν εργασιοθεραπεία και θέλει να ξεχάσει την καθημερινότητα; «Μέσα από τους ρόλους θυμάσαι. Δεν ξεχνάς. Θυμάσαι την ίδια σου τη ζωή. Μεταφέρεις στη σκηνή τα ερωτηματικά που δεν απαντήθηκαν, τα “αχ” της καρδιάς σου, τη νοσταλγία και τα όνειρά σου» μας λέει. Όσο για το ποιον θεωρεί πιο επικίνδυνο, τον εγκληματία ή τον εραστή, είναι κατηγορηματικός. «Υπάρχουν εραστές που είναι επικίνδυνοι σαν εγκληματίες. Και εγκληματίες που δεν τους καταλαβαίνεις, σκέφτονται σαν εραστές. Και οι δύο πάντως “παίζουν” στα άκρα».

Ο Κάρολος Κουν που άλλαξε τη ζωή του

Στις 14 Φεβρουαρίου συμπληρώθηκαν τριάντα χρόνια από την ημέρα που πέθανε ο Κάρολος Κουν. Και ο Στράτος Τζώρτζογλου ήταν δίπλα του εκείνες τις τελευταίες του στιγμές, στο Υγεία. «Με φώναξε πέντε φορές στο δωμάτιό του. Ήθελε να μου μιλήσει. Έμπαινα μέσα, λιποθυμούσε, φώναζα τους γιατρούς, τον συνεφέρνανε αλλά συνέχιζε να μου μιλάει. Δεν είχε δίπλα του τους συνεργάτες του στο θέατρο. Ήθελε εμένα. Σαν να επιθυμούσε να μου μεταγγίσει τη φλόγα της αγάπης του για το θέατρο. Με καθοδηγούσε για την παράσταση Ο Ήχος του Όπλου. Μου έλεγε “να λες έτσι το ‘μάνα, μάνα, μάνα’”. Προσπαθούσε να μου δείξει πως μέχρι και την τελευταία πνοή μας πρέπει να είμαστε παθιασμένοι και αφοσιωμένοι στην τέχνη».

Η ζωή του Τζώρτζογλου εκείνα τα χρόνια ήταν μια συνεχόμενη έκπληξη. «Έξι μήνες νωρίτερα ήξερα μόνο τον Bruce Lee. Σήκωνα βάρη σε ένα γυμναστήριο στο Αιγάλεω. Με είχε ρωτήσει ο γυμναστής τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Χωρίς να το σκεφτώ, του είπα “ηθοποιός”. Τότε εμφανίστηκε ένας τύπος με γένια και με ρώτησε “θέλεις να γίνεις ηθοποιός;”. Μέχρι τότε νόμιζα ότι οι ηθοποιοί είναι σαν τον Νίκο Κούρκουλο, ξυρισμένοι και όμορφοι. Τέλος πάντων, μου είπε πως είχε έναν ερασιτεχνικό θίασο στο Αιγάλεω και με προσκάλεσε να πάω. Ήταν ερασιτέχνης ηθοποιός. Στο ταξί μού μιλούσε για τον Stanislavski και τον Grotowski. Δεν τους είχα ξανακούσει. Τελικά φτάσαμε σε ένα υπόγειο και για δύο μήνες κάναμε πρόβες σε ένα έργο του Κώστα Μουρσελά. Εκεί γνώρισα τον Γιάννη Σκουρλέτη, τη Φρόσω Λύτρα και άκουσα για πρώτη φορά για τον Κάρολο Κουν. Σιγά σιγά παθιάστηκα μαζί του. Ήταν ο γκουρού του θεάτρου. Ένας καλλιτέχνης σαν μοναχός σαολίν. Ονειρευόμουν ότι θα πάω να τον συναντήσω, για να του πω ότι αγαπώ πολύ το θέατρο. Κι ας με έπαιρνε για να του πλένω τα πιάτα ή να του ποτίζω τις γλάστρες. Αρκεί να τον άκουγα να μιλάει για το θέατρο. Αλλά ακόμα κι αν δεν με έπαιρνε, σκεφτόμουν να τον απειλήσω. Ήμουν αποφασισμένος».

Τελικά δεν χρειάστηκε τίποτα από όλα αυτά. Τον πήραν με υποτροφία. Μάλιστα στις εξετάσεις εμφανίστηκε με σπασμένο χέρι, γιατί το πρωί της ίδιας μέρας προσπάθησε να χωρίσει τον πατέρα του που τσακωνόταν με το γείτονά τους και εκείνος του έσπασε το χέρι. Ήταν Οκτώβριος του ’86. Άρχισε τα μαθήματα στη σχολή. Τον μισούσαν σχεδόν όλοι. Δεν είχε σχέση με την κουλτούρα του θεάτρου. Δεν είχε καν διαβάσει βιβλία, εκτός από το Ένα Παιδί Μετράει τα Άστρα του Μενέλαου Λουντέμη. Μια μέρα ο Γιώργος Αρμένης τού είπε ότι διάβασε το ζώδιό του και κάτι καλό θα του συνέβαινε. Το μυαλό του αμέσως πήγε στο ότι θα τον έπαιρναν να βοηθάει στα σκηνικά, όπως έκαναν συχνά με μαθητές της σχολής. Και το σημαντικότερο, θα πληρωνόταν με 28.000 δραχμές το μήνα. Παράλληλα, θα έβλεπε και τις παραστάσεις δίπλα στον Κουν. Ό,τι καλύτερο. «Όταν μου έδωσαν να διαβάσω τον Ήχο του Όπλου, σκέφτηκα “τι σπουδαίο θέατρο που είναι! Ακόμα και οι τεχνικοί σκηνικών πρέπει να ξέρουν το έργο”. Είχα αθωότητα. Δεν είχα καταλάβει κάτι. Με φώναξε ο Κουν και με ρώτησε ποιος ρόλος μού αρέσει. Του λέω “κοίτα να δεις”, θαρρείς και ήμασταν συνεργάτες χρόνια, “μου αρέσει ο κωμικός ρόλος γιατί έτσι είμαι και στη ζωή μου”. Μου έδωσε τον άλλο και μου ζήτησε να διαβάσω το κείμενο. Ακόμα και τότε νόμιζα ότι θα έπαιζα μέχρι να έρθουν οι αληθινοί ηθοποιοί». Τελικά η πρεμιέρα του δίπλα στη Ρένη Πιττακή έκανε μεγάλη αίσθηση. Το όνομά του άρχισε να ψιθυρίζεται παντού. Η παράσταση παιζόταν τρεις σεζόν. Του έκανε πρόταση ο Παντελής Βούλγαρης να παίξει στη Φανέλα με το 9, αν και στο θέατρο γκρίνιαζαν. Ήθελαν οι ηθοποιοί τους να είναι πιστοί μόνο στο θέατρο. Στις 13 Ιανουαρίου του ’88, όταν στο γύρισμα της ταινίας έβαλε το γκολ, καθώς πανηγύριζε, χτύπησε στα κάγκελα το πόδι του και έπαθε θλάση. Ο γιατρός τού είπε να μην κουνηθεί για μία εβδομάδα. Στην παράσταση τον αντικατέστησαν με τον Κλέωνα Γρηγοριάδη. Η πόρτα του Θεάτρου Τέχνης έκλεισε, αλλά ήταν πλέον περιζήτητος. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος τον πήρε πρωταγωνιστή του στο Τοπίο στην Ομίχλη. Αρνήθηκε πρόταση της Αλίκης Βουγιουκλάκη για το Λίγο Πιο Νωρίς, Λίγο Πιο Αργά, όπου τελικά πήρε τον Κώστα Σπυρόπουλο, και γύρισε ταινία με την Eva Bergman.

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Πρώτο Θέμα.