«Εμείς οι ηθοποιοί μπορούμε να είμαστε από δολοφόνοι μέχρι άγιοι, από τιμωροί μέχρι τιμωρημένοι, και κανείς να μη μας πιάνει γι’ αυτά που διαπράττουμε πάνω στη σκηνή» λέει σχεδόν σαν να συστήνεται στο περιοδικό People και τη δημοσιογράφο Φανή Πλατσατούρα, ο Σωτήρης Χατζάκης. Όχι ότι έχει καμιά ιδιαίτερη ανάγκη από συστάσεις. Το όνομά του έχει συνδεθεί εδώ και χρόνια με τις μεγάλες θεατρικές σκηνές της Αθήνας, τα κλασικά κείμενα, την ανάληψη καίριων θέσεων σε δημόσιους φορείς πολιτισμού, τους διανοούμενους φίλους και τους ισχυρούς εχθρούς, τη λεβεντογέννα Κρήτη, το ιστορικό θέατρο Καισαριανής, τον Νίκο Κούρκουλο, τα βιβλία, τα πούρα και τις ωραίες γυναίκες.

Μεγαλώσατε στην Κρήτη;

Μοχός Πεδιάδος Ηρακλείου, πάνω από τη Χερσόνησο. Εκεί βαπτίστηκα, από εκεί έχω τις πρώτες εικόνες, τις πρώτες μυρωδιές, τις πρώτες γεύσεις, τα πρώτα ακούσματα –τραγούδια και ήχοι ζώων–, τα γλέντια, τον Ερωτόκριτο, την ντοπιολαλιά, την οποία έκανα μεγάλη προσπάθεια να αποβάλω μετά. Γύρω στα 6 μου ήρθαμε στην Αθήνα, για πολιτικούς λόγους. Βλέπετε, ο πατέρας μου, πριν κάνει οικογένεια, ήταν δεσμώτης της Μακρονήσου και του Άη Στράτη. Φύγαμε από την Κρήτη για να έρθουμε, υποτίθεται, σε μια πιο ανεκτική Αθήνα της εποχής εκείνης. Μιλάμε για το 1964. Άγρια χρόνια. Μόλις είχε δολοφονηθεί ο Γρηγόρης Λαμπράκης.

Τι δουλειά έκανε ο πατέρας σας;

Στην Αθήνα ήταν ράφτης. Είχαμε ένα ραφείο μέσα στο σπίτι, μεγάλωσα με τα πατρόν και τα ραφτικά, τα ξέρω καλά. Έχω καθίσει επάνω σε άπειρες καρφίτσες. Μετά, όταν δεν μπορούσε πια να κρατήσει το ραφείο, άρχισε να αναζητά δουλειά, όμως δεν ήταν εύκολο να βρει γιατί δεν είχε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Μόνο ο Μάτσας τον πήρε κάποια στιγμή εργάτη στην Columbia, στην παραγωγή δίσκων.

Άρα ζήσατε φτωχικά χρόνια;

Ναι, δύο εικόνες θυμάμαι έντονα ως παιδί: Να μπαίνει συνέχεια η αστυνομία στο σπίτι να πάρει τον πατέρα μου για τα γνωστά και να επιπλέουν τα έπιπλα μέσα στο σπίτι. Υπήρχε ένα ρέμα εκεί κοντά και πλημμυρίζαμε συνέχεια. Με πήγαιναν τότε δίπλα, στην κυρία Μαλβίνα, και έβλεπα ανθρώπους μουσκεμένους μέχρι τη μέση να προσπαθούν να σώσουν τα έπιπλα και την οικοσκευή τους.

Όλα αυτά πώς επηρέασαν αργότερα τη ζωή σας;

Μάλλον για όλα αυτά είμαι σήμερα πλάνης και ανέστιος, δηλαδή περιπλανώμενος και χωρίς μόνιμη στέγη. Κατάλαβα, επίσης, από πολύ νωρίς τι σημαίνει βία, πολιτική βία, εξουσία, απεργία, λαϊκό κίνημα, Αριστερά, καρέκλα της εξουσίας, προδοσία της επανάστασης για μια καρέκλα. Εκεί, γύρω στα 16, τα εγκατέλειψα όλα και έγινα το «μαύρο πρόβατο». Έφυγα από τη μυθολογία της Αριστεράς και μπήκα στον Γκιμπράν, στον Κρισναμούρτι, στον Καζαντζάκη. Διεθνοποιήθηκα σε άλλους ορίζοντες, ας πούμε.

Άρα, δεν αγαπούσατε την εξουσία;

Καθόλου!

Και όταν αργότερα βρεθήκατε σε θέσεις εξουσίας; Αναφέρομαι κυρίως στο Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών παλαιότερα, όπου διατελέσατε καλλιτεχνικός διευθυντής.

Αυτό συνέβη όταν είχα κάνει ήδη μια μεγάλη πορεία στο θέατρο. Ξεκίνησα επίσημα από το 1979 ως ηθοποιός, βοηθός σκηνοθέτη, σκηνοθέτης, μουσικός επιμελητής, σφουγγάριζα τη σκηνή, κατασκεύαζα σκηνικά, τα κουβαλούσα…

Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου δηλαδή;

Ήρθε η ιδέα. Κάποιοι άνθρωποι πιστέψαμε –καλώς ή κακώς, δεν έχει σημασία– ότι μέσα από μια τέτοια θέση μπορούμε να συμβάλουμε ώστε να αποκτηθεί μια συνείδηση. Ότι η οικονομική κρίση θα αντιμετωπιστεί όχι πρόσκαιρα, μόνο με οικονομοτεχνικά μέτρα, αλλά και με τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας, που δεν είναι ούτε όπλα, ούτε αυτοκίνητα, είναι ο πολιτισμός.

Πηγή: People