Η Σίσσυ Τουμάση πρωταγωνιστεί φέτος στον Κύκλο του Έρωτα, σε σκηνοθεσία Μοσχόπουλου, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και εξομολογείται στο περιοδικό People και τη δημοσιογράφο Φανή Πλατσατούρα όσα την απασχολούν, την τραυμάτισαν στο παρελθόν και την απελευθέρωσαν αργότερα.

Πώς είναι η καθημερινότητά σου αυτή την περίοδο;

Τις μέρες που δεν έχω παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, κοιτάζω για σπίτια στο Παγκράτι. Εκεί πήγα σχολείο, εκεί μένει ο παππούς μου, που ουσιαστικά με μεγάλωσε, και δεν θα συνεχίσω αυτή τη συζήτηση γιατί μπορεί να αρχίσω να κλαίω. Έφυγα από το σπίτι μου στο Παγκράτι γιατί θέλουν να το δώσουν για Airbnb. Μένω προσωρινά κάπου αλλού, αλλά συνεχίζω να ψάχνω. Από εκεί και πέρα, πηγαίνω γυμναστήριο και για καμιά μπίρα. Φέτος σάπισα στο 9, γιατί ήταν κοντά στο θέατρο.

Οι φίλοι σου είναι κυρίως ηθοποιοί;

Έχω προσπαθήσει να μην είναι ηθοποιοί, αναπόφευκτα, όμως, επειδή είσαι όλη τη μέρα μέσα σε ένα θέατρο, είναι λογικό να κάνεις παρέα μαζί τους. Αλλά έχω και κάποιους κανονικούς ανθρώπους στη ζωή μου.

Οι ηθοποιοί δεν είναι αρκετά κανονικοί άνθρωποι;

Είναι λίγο πιο αυξημένο το «ego» μας. Πάσχουμε από ωραιοπάθεια. Μπαίνεις σε ένα μαγαζί και καταλαβαίνεις αμέσως ποιοι είναι οι ηθοποιοί. Φαίνονται από μακριά. Κάνουν φασαρία ακόμη και όταν δεν κάνουν…

Ανέφερες προηγουμένως ότι μεγάλωσες με τον παππού σου.

Ναι, μέχρι την πέμπτη δημοτικού έμενα στο Παγκράτι με τη γιαγιά και τον παππού. Μετά μετακόμισε η μητέρα μου στην Πεύκη και έβγαλα εκεί την έκτη δημοτικού. Ουσιαστικά, μαζί τους μεγάλωσα, γιατί η μητέρα μου έλειπε συχνά σε ταξίδια. Με τον μπαμπά μου χώρισαν όταν ήμουν μωρό ακόμη. Δεν το θυμάμαι καθόλου ως διαδικασία.

Με τον πατέρα σου είχες τυπικές σχέσεις;

Είχα μια σχέση τύπου «κάποια Σαββατοκύριακα σκόρπια μέσα στα χρόνια». Κι αυτό μέχρι τα 12. Ύστερα δεν διατηρήσαμε επαφές.

Πώς θα περιέγραφες τα παιδικά σου χρόνια;

Σίγουρα είχαν κάποιες δυσκολίες. Δεν ήταν ηλιόλουστα κι ανέμελα. Λίγο ζόρικα θα τα χαρακτήριζα. Θεωρούσα νορμάλ να μένω με τη γιαγιά και τον παππού, γιατί αυτό είχα γνωρίσει ως κατάσταση. Δεν θα σου κρύψω ότι έβλεπα τα άλλα παιδιά στο σχολείο που τα περίμεναν οι μητέρες τους και αναρωτιόμουν «Γιατί να μην είναι και η δική μου μαμά εδώ;». Μεγαλώνοντας, βέβαια, γούσταρα που η μητέρα μου ήταν διαφορετική.

Κάποια στιγμή αργότερα το συζήτησες μαζί της;

Ναι, γιατί υπήρξε μια περίοδος που ήμουν θυμωμένη. Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι η μητέρα μου με λάτρευε. Ήμουν το παιδί της και έκανε το καλύτερο δυνατόν. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις πάντοτε στο μυαλό σου ότι «οι άνθρωποι μέχρι τόσο μπορούν». Βέβαια, όταν είσαι παιδί στην εφηβεία, τα βλέπεις αλλιώς τα πράγματα. Θυμώνεις.

Προσπάθησες να τη δικαιολογήσεις;

Και να τη δικαιολογήσω προσπάθησα και να την καταλάβω, χωρίς να σβήνω τα λάθη. Έχω ακόμη μέσα μου αυτό το «Εγώ, ως γονιός, θα το έκανα καλύτερα». Κάποιες στιγμές με πιάνει το παράπονο. Από την άλλη, όλα αυτά με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα. Με διαμόρφωσαν, με σκλήρυναν κι έτσι έχω τώρα μια αντοχή στα πράγματα. Και μεγάλη εκτίμηση στους ανθρώπους και τις ανθρώπινες σχέσεις. Η μητέρα μου έφυγε από τροχαίο πριν από δέκα χρόνια. Πλέον, οι φίλοι μου είναι η οικογένειά μου. Αυτούς έχω, αυτούς επέλεξα και αυτοί μου έχουν σταθεί πολλές φορές. Θα είμαι πάντα εκεί για αυτούς, όπως ήταν κι αυτοί για μένα. Αλλά ΟΚ, κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη μάνα και τον πατέρα σου.

Μαθαίνεται η απώλεια;

Ο θάνατός της θα είναι πάντα ένα αγκάθι μέσα μου. Πονάει, αυτή είναι η αλήθεια. Προσπαθείς να το ξεχάσεις και έρχεται. Με μια εικόνα, μια μνήμη, μια μυρωδιά. Νομίζεις, όταν μου ανακοίνωσαν την υποψηφιότητα για το βραβείο Μερκούρη, δεν την σκέφτηκα; Θα χαιρόταν πολύ. Αυτή σκέφτομαι και σε κάθε πρεμιέρα. Δεν βάζω τα κλάματα ούτε κόβω τις φλέβες μου στα καμαρίνια, αλλά, ξέρεις, έρχονται οι συγγενείς των ηθοποιών κι εμένα κανείς. Δεν με είδε ποτέ η μητέρα μου στο θέατρο. Λέω από μέσα μου «Θα ’ταν ωραία να ήσουν απόψε εδώ».

Πρόλαβες να της πεις όσα ήθελες;

Έγιναν όλα ξαφνικά. Το ότι δεν πρόλαβα να πενθήσω και να της πω όσα ήθελα με πόνεσε περισσότερο και από την ίδια την απώλεια. Αλλά έμαθα από αυτή την ιστορία να μην αφήνω τίποτα για αύριο. Πες τα. Ό,τι αισθάνεσαι, ό,τι φοβάσαι και ό,τι θέλεις να μάθει ο άλλος. Πες τα! Δεν ξέρεις πού θα είσαι αύριο. Ακούγεται κλισέ, αλλά είναι αλήθεια!

Ο παππούς δεν έρχεται στις πρεμιέρες;

Έρχεται ο γλυκούλης μου. Είναι 88 χρόνων και έχει ένα DNA απίστευτο: ταξιδεύει, καθαρίζει, μαγειρεύει, πάει περιπάτους, έκοψε τώρα την Πρωτομαγιά μαργαρίτες από το βουνό. Ο παππούς μου είναι μάθημα ζωής για μένα. Έχασε τα πάντα: τη γυναίκα του, την κόρη του, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι χειρότερο από το να χάνεις το παιδί σου. Και ο τύπος συνεχίζει, προχωράει, χαμογελάει και περνάει καλά.

Πώς σε φωνάζει χαϊδευτικά ο παππούς;

«Σισσύκα». Καμιά φορά μπερδεύεται και με φωνάζει με το όνομα της μητέρας μου. Το συνήθισα πια και δεν τον διορθώνω. Ξέρω ότι πονάει μέσα του, κι εγώ πονάω, αλλά η ζωή είναι εκεί έξω. Ή πας με τη ροή του ποταμιού ή σε πετάει το νερό έξω. Εσύ αποφασίζεις…

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Έθνος.