Από τον Γιώργο Πράτανο,

Τη γνωρίσαμε ως τη φωνή των Imam Baildi, μόνο που η Βολιώτισσα Ρένα Μόρφη ‒πτυχιούχος της Φιλοσοφικής‒ έβγαλε ένα ακόμη όπλο από τη φαρέτρα της: Η περσόνα Σούλη Ανατολή, βγαλμένη από τη νοσταλγία περασμένων δεκαετιών, μαγεύει με τη φωνή και τα λικνίσματά της.

Πριν από δέκα χρόνια, οι Imam Baildi πήραν τον αναλογικό ήχο της λατέρνας και των γραμμοφώνων των 50s και των 60s, για να τον ανακατέψουν με τον ηλεκτρονικό των 10s. Δεν σταμάτησαν εκεί: Ο Ζαμπέτας και ο Χιώτης έγιναν μάμπο, τσατσά, μπόσα νόβα. Η Ανατολή μπλέχθηκε με  τη Δύση, η Ελλάδα με τη Λατινική Αμερική και όλα αυτή η νέα μείξη των κλασικών υλικών έφτανε στα αυτιά των ακροατών με την αισθαντική φωνή της Ρένας.

Τα ερεθίσματα για την παλιά μουσική τα είχε από τη γιαγιά της. Εκείνη ήταν τραγουδίστρια, που της είχε γίνει πρόταση από το θίασο Κοτοπούλη για να κατέβει στην Αθήνα, αλλά η μητέρα της δεν την άφησε. Η Ρένα ήρθε για να συνεχίσει μια ιστορία που δεν ξεκίνησε ποτέ. Χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Σούλη Ανατολή» που χρησιμοποιούσε και η τραγουδίστρια γιαγιά της. Η Σούλη αγαπήθηκε τόσο πολύ που ακολούθησαν σόλο εμφανίσεις και άλμπουμ.

Πάνω από 1 εκατ. views έχει συγκεντρώσει το βιντεοκλίπ του «Όταν σου χορεύω», θυμίζοντας παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Φαντάζομαι πως δεν έχεις ζήσει καβγά μεταξύ γυναικών σε κάποιο από τα live σου… Έχεις σκεφτεί ποτέ πώς θα αντιδρούσες αν συνέβαινε κάτι ανάλογο;

Πιστεύω πως αυτές τις σκηνές πλέον τις ζούμε μόνο μέσα από τη σφαίρα της φαντασίας. Δύσκολο να συμβεί στην πραγματικότητα. Ήταν ένα πολύ διασκεδαστικό γύρισμα, πάντως, και υπό τις οδηγίες του Αντώνη Αγγελόπουλου αρκετά αληθοφανές! Δεν σου κρύβω πως υπήρχε αληθινή αναστάτωση την ώρα των προβών και φυσικά πολύ γέλιο!

Σε γνωρίσαμε ως τραγουδίστρια του πολύ επιτυχημένου project Imam Baildi. Έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της η συνεργασία σας;

Όχι, κάθε άλλο. Μόλις επιστρέψαμε από την πέμπτη μας ευρωπαϊκή περιοδεία σε 14 πόλεις σε Γαλλία, Αγγλία, Σκοτία, Ελβετία και Γερμανία και ετοιμαζόμαστε για τις χειμερινές μας εμφανίσεις. Το project Σούλη Ανατολή είναι μια επέκταση των σχέσεών μου με το συγκρότημα, αφού την παραγωγή του δίσκου υπογράφουν ο Ορέστης και ο Λύσανδρος Φαληρέας, ιδρυτικά μέλη των Imam Baildi.

Είναι αλήθεια πως το όνομα Σούλη Ανατολή είναι το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε η τραγουδίστρια γιαγιά σου στο Βόλο;

Ναι! Τη δεκαετία του ’50, σε πολύ νεαρή ηλικία, η γιαγιά μου παρουσιαζόταν ως το νέο αστέρι του Βόλου σε κοσμικό κέντρο της πόλης, την Εξωραϊστική. Όταν υπήρξε ενδιαφέρον για την Αθήνα, η οικογένειά της δεν της επέτρεψε να ακολουθήσει το όνειρό της. Πιστεύω ότι αυτό συνέβη για καλό, αφού όλοι ξέρουμε πως εκείνη την εποχή οι συνθήκες και οι κανόνες των επαγγελμάτων του θεάματος μπορούσαν να γίνουν πολύ σκληροί. Με αυτόν το δίσκο θέλησα να τιμήσω τις επιλογές της και να πραγματοποιήσω κατά κάποιον τρόπο το όνειρό της προσπαθώντας να κληρονομήσω έστω και λίγο από το ταλέντο της.

Στο Σταυρό του Νότου ακούσαμε ένα εκρηκτικό μείγμα ελληνικών τραγουδιών 60s και 70s διασκευασμένα με latin στοιχεία, τύπου salsa, cumbia, bachata. Θα σε περιέγραφες αντίστοιχα ως ένα κορίτσι με μενταλιτέ παλιάς σχολής, με ιδιοσυγκρασία Λατίνας, τοποθετημένο στα 2010s;

Θα ήθελα πάρα πολύ να με φαντάζομαι ως Λατίνα γενικά, ναι! (γέλια) Δεν μπορώ να με περιγράψω ή να μου βάλω κάποια ταμπέλα, ξέρω όμως πού χτυπάει η καρδούλα μου. Το παλιό λαϊκό ελληνικό τραγούδι και η λάτιν μουσική είναι οι δυο μεγάλες μου αγάπες! Πρόκειται για λαϊκές μουσικές δύο πολύ μακρινών χιλιομετρικά τόπων, που όμως έχουν κάτι πολύ κοντινό σε ταμπεραμέντο και κουλτούρα. Κι αυτό το αποδεικνύει το πόσο οικείο και ευχάριστο είναι το πάντρεμά τους. Άλλωστε ο Χιώτης είχε πρωτοφέρει τους λάτιν ρυθμούς μέσα στο λαϊκό, όπως το μάμπο και τo τσατσά. Εμείς στην παράσταση το πήγαμε και λίγο πιο πέρα, μια και ο Κουβανός Carlos Menendez στα κρουστά αφήνει τη φαντασία του ελεύθερη, προσεγγίζοντας τραγούδια του Ζαμπέτα ή του Καλδάρα με τελείως παρθένο αυτί, και το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι πραγματικά μοναδικό ‒ και αυτό φαίνεται από τον ενθουσιασμό του κόσμου που έρχεται στα live.

Αυτός ο ρομαντισμός που αποπνέεις φαντάζομαι πως πολλές φορές σε δυσκολεύει, αν σκεφτεί κανείς πως η εποχή μας κάθε άλλο παρά ρομαντική είναι. Πώς διαχειρίζεσαι αυτές τις δυσκολίες και τι αντιπαραβάλλεις;

Είχα την τύχη στη ζωή μου να σπουδάσω Ιστορία στη Φιλοσοφική Αθηνών. Αυτές οι σπουδές με βοήθησαν, όχι επαγγελματικά, αλλά ιδιοσυγκρασιακά. Η Ιστορία, μεταξύ άλλων, σου μαθαίνει κάτι πολύ βασικό: ότι δεν είσαι μόνος. Ο άνθρωπος παλεύει αιώνια για τη ζωή. Όλα αυτά τα χρόνια της ανθρωπότητας έχουμε περάσει φτώχειες, πολέμους, αρρώστιες και αλλά δεινά που τώρα ούτε μπορούμε να διανοηθούμε, ενώ, μην πας μακριά, ακόμη ζουν άνθρωποι που έχουν βιώσει Κατοχή. Όμως επιλέγουμε να γκρινιάζουμε για το πόσο άσχημα είναι τώρα και πόσο καλύτερα ήταν πριν από μας. Όχι, ποτέ δεν ξέρεις αν θα σου ταίριαζε η πραγματικότητα μιας εποχής που δεν έζησες, όσο έντονα κι αν φαντασιώνεσαι φουσκωτά φορέματα και παπιγιόν. Για αυτό προτιμώ να μην παραπονιέμαι για τις δυσκολίες της σύγχρονης εποχής. Αν ζούσα σε οποιαδήποτε άλλη, μπορεί να μην άντεχα ούτε λεπτό.

Δείχνεις πολύ δυναμική στη σκηνή. Είσαι έτσι και στην προσωπική σου ζωή ή αφήνεις όλο το δυναμισμό σου να βγει στα live;

Αυτό που βλέπεις πάνω στη σκηνή είναι ο εαυτός μου. Και τα βιώνω όλα εκεί πάνω. Γελάω, θυμώνω, λέω σαχλαμάρες, παθιάζομαι, ερωτεύομαι. Ζω κανονικά πάνω στη σκηνή. Όταν βρίσκομαι εκεί πάνω, όμως, βιώνω τόσο έντονα συναισθήματα και παίρνω τόση αγάπη και προσοχή που με χορταίνει. Νιώθω πλήρης. Έτσι, όταν κατεβαίνω, δεν μου αρέσει καθόλου να τραβάω τα βλέμματα. Γενικά, στην καθημερινότητα είναι και πολύ δύσκολο να με αναγνωρίσεις, ακόμη κι αν είσαι φαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν έχουμε κάποια συναυλία με τους Imam, επτά στις δέκα φορές θα μου ζητήσουν εισιτήριο στην είσοδο!

Υπήρχε ένα στερεότυπο για τις ερμηνεύτριες του λεγόμενου «εντέχνου», πως δεν ενδιαφέρονται και τόσο πολύ για την εικόνα τους, πίσω στα 80s και 90s. Εσένα σε ενδιαφέρει αυτό που επικοινωνείς και ως εικόνα;

Στις ζωντανές εμφανίσεις η εικόνα νομίζω ότι παίζει σημαντικό ρόλο. Για πολλούς λόγους. Ο βασικός λόγος είναι ότι πρόκειται για «θέαμα». Ανεξάρτητα από το τι μουσική παίζεις, ο ακροατής έχει έρθει για να ακούσει, να δει και να επικοινωνήσει μαζί σου. Αλλιώς θα καθόταν σπίτι του να βάλει το CD του. Ως γυναίκα απολαμβάνω πάρα πολύ τη διαδικασία της προετοιμασίας και με βάζει και ψυχολογικά σε διαφορετική κατάσταση. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα ανέβω στην σκηνή με τα ρούχα που ξύπνησα, δεν θα αποδώσω το ίδιο αφού πρόκειται για μουσική παράσταση. Καλά, με τη Σούλη Ανατολή το πάμε μακριά αφού είναι πολύ φανταχτερή περσόνα. Εκεί η παγέτα και το στρας πάει σύννεφο! Εκφράζει όμως κι αυτό ένα κομμάτι του εαυτού μου, δεν προσποιούμαι τίποτα, ούτε «τρολάρω». Απεναντίας… Όταν έρχεται κάποιος στην παράστασή μου, είμαι η οικοδέσποινα και θα τιμήσω τους καλεσμένους μου βάζοντας τα καλά μου!

Αν δεν είχες ασχοληθεί με το τραγούδι, πού θεωρείς ότι θα βρισκόσουν τώρα;

Μου βάζεις πολύ δύσκολα. Δεν έχω ιδέα! Νομίζω ότι για μένα ήταν κάρμα, αφού όλοι οι δρόμοι μου με οδήγησαν προς τα εκεί και ποτέ δεν κυνήγησα κάτι με μανία. Λογικά και σύμφωνα με τις σπουδές μου θα ήμουν καθηγήτρια. Όσο ήμουν φοιτήτρια έκανα κάποια ιδιαίτερα μαθήματα και ήταν μια υπέροχη εμπειρία για μένα. Είναι καταπληκτικό επάγγελμα και εμπεριέχει την έκθεση, κάθε φορά που διδάσκεις είναι σαν να ανεβαίνεις στη σκηνή!

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο, μαζί με το Πρώτο Θέμα.