Από τον Γιώργο Πράτανο,

O Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος γνωρίζει το σινεμά όσο κανένας, ενώ έχει δώσει το παρών σε δύο τελετές Όσκαρ στο παρελθόν και περιγράφει στο People την εμπειρία.

Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει κάποιον που πάει για πρώτη φορά στην τελετή των Όσκαρ;

Το είχε περιγράψει γλαφυρά ο John Malkovich το 1984, στην πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ. «Μπαίνοντας στην αίθουσα, ήταν δύο τύποι με φτυάρια που ακολουθούσαν δύο τεράστιους ελέφαντες για να φροντίζουν τις ακαθαρσίες τους. Εκείνοι οι ελέφαντες θα παρουσιάζονταν επάνω στη σκηνή, ως guest star στην απονομή ενός βραβείου! Εκεί κατάλαβα τι είναι το Χόλιγουντ». Η βραδιά είναι ένα μεγάλο τσίρκο, όπου όλα συνυπάρχουν. Η τελευταία απονομή που είχα βρεθεί εκεί ήταν το 1998 και βρίσκονταν πολλά κορυφαία ονόματα: Είχε κερδίσει ο Jack Nicholson για το Καλύτερα Δεν Γίνεται, ο Τιτανικός με τις 14 υποψηφιότητες και τα 11 Όσκαρ. Ήταν επίσης επετειακή χρονιά – ο θεσμός έκλεινε πενήντα χρόνια και είχαν καλέσει τους νικητές για μια επετειακή φωτογραφία.

Και τι παρατηρεί ένας δημοσιογράφος;

Διάφορες λεπτομέρειες: Τους βετεράνους, που ξέρουν πώς να στηθούν, να μιλήσουν και να το χαρούν, τους πρωτάρηδες, που έχουν το τρακ. Αμέτρητους ατζέντηδες, που τρέχουν τους πελάτες τους από τον ένα δημοσιογράφο στον άλλον συμβουλεύοντάς τους πού μιλάνε άνετα και πού λακωνικά. Θαυμαστές που στρατοπεδεύουν μια δύο ημέρες πριν για να δουν τα ινδάλματά τους. Αυτό, βέβαια, συνέβαινε πιο παλιά, πριν τα social media. Το κόκκινο χαλί μπορεί να είναι και πιο συναρπαστικό από ό,τι μια απονομή, που διαρκεί πολύ και γίνεται κουραστική σε ορισμένα σημεία. Έντονο ενδιαφέρον υπάρχει και στα παρασκήνια, αφού την ώρα που ένας νικητής κάνει δηλώσεις μπορεί να ανακοινωθεί ο νικητής άλλης κατηγορίας. Έτσι, βλέπεις μπροστά σου την έκπληξη, τη χαρά ή τη λύπη τους. Λένε πως υπάρχει μια υποκρισία στη βραδιά, ότι εκείνοι που χάνουν γίνονται έξω φρενών. Δεν το βλέπεις αυτό. Ξέρουν πως είναι ένα παιχνίδι, όπου ούτως ή άλλως είναι κερδισμένοι. Φυσικά και θέλουν το Όσκαρ, αλλά δεν γίνεται να κερδίσουν όλοι.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αυτή η νοοτροπία, αλλά το να κερδίσεις υποψηφιότητα αποτελεί από μόνο του τεράστια επιτυχία, που μπαίνει στο βιογραφικό.

Μα ναι! Ακόμη και να θέλει κάποιος να το παραλείψει, θα το βάλουν οι άλλοι στο βιογραφικό του. Ακόμη και στη φιλμογραφία του Luis Bunuel –που δεν έχει σχέση με τα Όσκαρ–, αναφέρονται οι νίκες και οι υποψηφιότητές του. Είναι τεράστια επιτυχία να είναι κανείς υποψήφιος, ειδικά όταν δεν είναι γέννημα θρέμμα της ευρύτερης αμερικανικής κινηματογραφικής κοινότητας.  Ο Γιώργος Λάνθιμος και ο Ευθύμης Φιλίππου δεν έχουν καμία σχέση με το Χόλιγουντ και την Ακαδημία. Φάνηκε, όμως, πως ο Κυνόδοντας δεν ήταν τυχαία περίπτωση διάκρισης μπαίνοντας στην πεντάδα. Η δουλειά τους εκτιμήθηκε από εκείνους που χρημοτοδότησαν τις επόμενες ταινίες τους, αλλά και από ηθοποιούς όπως οι Colin Farrell, Rachel Weisz, Nicole Kidman. Τους αρέσει το σινεμά του Λάνθιμου! Όμως, και η Ακαδημία αντιλήφτηκε πως το σενάριο είναι πραγματικά πρωτότυπο. Τα Όσκαρ βλέπουν κυρίως τις αμερικανικές και τις βρετανικές ταινίες, μη γελιόμαστε. Μόνο ένα μικρό ποσοστό των παγκόσμιων παραγωγών μπορεί να παρεισφρήσει. Οπότε, παίζει ρόλο πόσοι από τους 6.000 που ψηφίζουν θα δουν την ταινία, πόσο θα «ακουστεί».

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο, μαζί με το Πρώτο Θέμα.