Από τον Άρη Βασιλειάδη,

Ο Στράτος Τζώρτζογλου στην Ελλάδα έζησε τα πάντα. Και στη σκηνή και στη ζωή. Στην Αμερική κυνηγάει το όνειρό του. Δεν πήγε για να δει. Πήγε για να μείνει. Μαζί με το γιο του, τον Αλκιβιάδη, ζουν σε ένα δυάρι στην Αστόρια, μοιράζονται τις δουλειές του σπιτιού και κάνουν όνειρα για το μέλλον. Ο Στράτος Τζώρτζογλου μάς εξηγεί πως γλίτωσε από τα σκοτάδια του μυαλού και μας δείχνει αποκλειστικά τη νέα συλλογή κοσμημάτων που έχει υπογράψει και σχεδιάσει.

Η καριέρα μερικές φορές μοιάζει με video game. Ξαφνικά νιώθεις μια ανίκητη επιθυμία να αλλάξεις επίπεδο και πίστα. Όχι γιατί βαριέσαι, αλλά για την πρόκληση. Για να μην αναρωτηθείς μια μέρα στα γεράματά σου «Τι θα έκανα εάν…» και να μην ξέρεις τι να απαντήσεις στον εαυτό σου. Θα ήταν άδικο να πούμε ότι ο Στράτος Τζώρτζογλου βαρέθηκε την Ελλάδα ή το αντίστροφο. Την αγάπησε, τη νοσταλγεί και δεν περνάει μια μέρα που να μη θυμάται μια ιστορία σε κάποιο δρόμο της. Άλλωστε εδώ του δόθηκε απλόχερα ό,τι φανταζόταν από τη στιγμή που είπε «Θέλω να γίνω ηθοποιός». Εδώ και ενάμιση χρόνο ζει μόνιμα στη Νέα Υόρκη μαζί με το γιο του, Αλκιβιάδη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων και full time πατέρας. Δυο ρόλοι ασυνήθιστοι μέχρι το πρωινό που ανέβηκε στο αεροπλάνο για το πιο κρίσιμο στοίχημα της ζωής του. Αυτή τη φορά δεν είναι ένας ακόμα ρόλος. Κι ο ίδιος δεν γκρινιάζει, δεν δυσανασχετεί, δεν παλινδρομεί.

Μικρό σπίτι, μεγάλα όνειρα

Προς το παρόν, μένει σε ένα δυάρι στην Αστόρια. Ο χρόνος στη Νέα Υόρκη κυλάει σαν σε κλεψύδρα. Όλα είναι θέμα ταχύτητας. Και πίστης. Ο Κάρολος Κουν του είχε πει πως είναι «Περίεργα αυθόρμητος, περίεργα άμεσος, περίεργα ειλικρινής». Ο Ζυλ Ντασσέν τον φώναζε «Μικρό μαφιοζάκι», ενώ ο Ελία Καζάν, που τον συνάντησε όταν ήταν είκοσι τριών, του είχε πει ότι για την Αμερική ήταν μεγάλος και πως έπρεπε ήδη να είχε πάει από τα δεκαεπτά του. «Με αυτούς τους ανθρώπους δεν είχα ποτέ θέμα. Ούτε ένιωθα δέος» μας λέει. «Δέος με πιάνει με τους μικρότερους και τους μέτριους. Αυτοί μπορεί να σε τσακίσουν. Ο μεγάλος και σημαντικός ξέρει από την αρχή ότι θα πετύχει. Δεν θα σε ζηλέψει, δεν θα σε πολεμήσει, δεν θα σε βλάψει. Δεν στηρίζεται στη δική σου πτώση. Ακόμα και έτσι, όμως, ο φόβος της αποτυχίας υπάρχει πάντα μέσα του. Το ζητούμενο είναι πώς θα ντιλάρεις μαζί του. Άλλος θέλει να καταστρέψει την καριέρα των ανταγωνιστών του. Άλλος εκπορνεύεται. Άλλος παρακαλάει θεούς και δαίμονες». Ο ίδιος πως αντιπαλεύει το φόβο; «Εδώ έχω να αντιμετωπίσω μια άλλη πρόκληση. Το ότι για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν δουλεύω. Είναι δύσκολο να μπεις στο παιχνίδι. Καταρχάς, αν δεν έχεις καλό μάνατζερ, δεν μπορείς ούτε σε οντισιόν να πας». Η ανωνυμία τον αποθαρρύνει; «Είχα μάθει τριάντα χρόνια να δουλεύω από το πρωί μέχρι το βράδυ και να μιλάω με πολύ κόσμο. Να έχω φίλους, σχέσεις, συνεργάτες. Ξαφνικά βρέθηκα σε μια τεράστια πόλη που δεν με ξέρει η μάνα μου. Αλλά αν πανικοβληθώ και δεν μείνω συγκεντρωμένος στο στόχο μου, την έχω πατήσει. Εδώ είναι πιθανό να περάσουν είκοσι χρόνια και να μην κάνεις τίποτα. Μπορεί να πηγαίνεις σε πάρτι, να κάνεις τον ωραίο και να χαθείς για πλάκα». Υπάρχουν κυκλώματα; «Υπάρχουν. Η διαφορά είναι πως δεν τα βλέπεις, είναι αόρατα. Μοιάζει με το να πολεμάς σε ένα σκοτεινό τοπίο ακούγοντας μόνο ήχους. Γι’ αυτό οι κεραίες σου πρέπει να είναι διαρκώς στραμμένες προς κάθε κατεύθυνση» λέει συμπληρώνοντας: «Αυτή η πόλη έχει φοβερή δυναμική. Δεν σε αφήνει να βαρεθείς. Όλοι έχουν την αίσθηση ότι κάτι καλό θα συμβεί. Είναι βέβαια στρατιώτες. Έχουν πρόγραμμα. Ένας κόσμος που συνεχώς κινείται». Εδώ, βέβαια, ζει μια περιορισμένη οικονομικά καθημερινότητα. Αυτό τον απογοητεύει; «Η αλήθεια είναι πως δεν κάνω μεγάλη ζωή. Είμαι σαν μοναχός και μάλιστα όχι σε μεγάλο μοναστήρι. Κάποια στιγμή πήγα να πάθω κατάθλιψη. Σηκωνόμουν το πρωί και έλεγα “Τι κάνω;”. Οι ρυθμοί, όμως, είναι πολύ γρήγοροι. Αν χάσεις το τρένο, δεν το προλαβαίνεις ξανά. Και η ζωή είναι πολύ ακριβή. Ουσιαστικά εδώ αγοράζεις το χρόνο σου. Και ο χρόνος κοστίζει πολύ ακριβά, για να μην κάνεις τίποτα».

Ο Στράτος δεν θέλει να εγκλωβιστεί στις παλιές του συνήθειες. «Προσπαθώ να φτιάξω ένα καινούριο λογισμικό στο μυαλό μου. Κρατώντας ό,τι καλύτερο από τον προηγούμενο εαυτό μου. Και κυρίως το ότι νιώθω βαθιά Έλληνας. Αλλά έχω να αντιμετωπίσω χιλιάδες αμφιβολίες και τεράστιους φόβους». Ο μεγαλύτερος είναι μήπως περάσουν 2-3 χρόνια χωρίς να κάνει τίποτα και τελικά αναγκαστεί να γυρίσει πίσω σε μια Ελλάδα που δεν θα ξέρει. «Το φοβάμαι αυτό, αλλά μετά ηρεμώ και θέλω να απολαύσω τη διαδρομή. Γιατί το να είσαι ηθοποιός είναι ένα ταξίδι που έχει τα πάνω και τα κάτω του. Πρέπει να ξέρεις ότι αν δεν κατέβεις το βουνό, δεν θα ανέβεις στο επόμενο. Και πως αν δεν μάθεις να υποτάσσεις το εγώ σου, υπάρχει κίνδυνος να τα καταστρέψεις όλα» εξηγεί.

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο, μαζί με το Πρώτο Θέμα.