Τρεις μήνες μετά την απώλεια της συζύγου του, της γυναίκας με την οποία έκαναν μια κόρη, ο Λάκης Λαζόπουλος προσπαθεί να προχωρήσει μπροστά. Έχει την παράσταση στην οποία παίζει και συνεχίζει έχοντας την διαρκώς στο μυαλό του. Για πρώτη φορά αποφασίζει να μιλήσει για εκείνη μετά τον θάνατό της.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Βασίλη Μπουζιώτη και τη Real, ο Λάκης Λαζόπουλος εκμυστηρεύτηκε πολλές στιγμές με τη γυναίκα του. Μίλησε για το χιούμορ που έκαναν μέχρι την τελευταία στιγμή, για το βιβλίο που γράφει όπου περιγράφει καταστάσεις που έζησε αυτά τα 3 χρόνια που είχε τον καρκίνο και πώς διαχειρίστηκε το ότι δούλευε παράλληλα σε τηλεόραση και θέατρο.

«Έχω να σου αποκαλύψω πως κράτησα σημειώσεις σε όλο αυτό το διάστημα, που θα κυκλοφορήσουν σε βιβλίο. Γράφω για όλη την πορεία των τριών χρόνων. Για όλες τις αγωνίες, τις προσευχές, τους αγώνες, τις άγριες στιγμές, τις στιγμές της απόγνωσης και αυτές της αισιοδοξίας. Γράφω πως δεν πρέπει κανείς να παραδίδει τα όπλα, πως πρέπει να κοιτά μπροστά, να μην το βάζει κάτω, να κρατά το χέρι των δικών του και να δυναμώνει από αυτούς, να προσπαθεί να μη χάνει το χιούμορ του, να παλεύει.

Κάναμε χιούμορ μέχρι το τέλος. Όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα. Το παν είναι να ξέρει ο ασθενής όλη την αλήθεια, όπως η Τασούλα, και να μάχεται παίρνοντας δύναμη από αυτούς που τον αγαπούν αληθινά. Μέσα από αυτό το βιβλίο που ετοιμάζω, θέλω να βοηθήσω άλλους ανθρώπους που δίνουν τη δική τους μάχη. Είτε από τη θέση του ασθενούς ή από τη θέση αυτού που είναι στο πλάι του.

Ήμουν με έναν μηχανικό τρόπο σε αυτά. Σαν να έπρεπε να διεκπεραιώσω ένα κομμάτι δουλειάς. Υπήρχαν στιγμές που δεν άντεχα άλλο. Έφευγα από την πρόβα, ταξιδεύαμε στο εξωτερικό για τους εκεί γιατρούς και την εκεί θεραπεία, γύριζα άυπνος και εξοντωμένος, έπαιζα στην Επίδαυρο, έκανα το «Τσαντίρι».. Ξέρεις, μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία μέτρησα αλλιώς τα πράγματα. Τα είδα όλα από απόσταση. Και τότε όλα φάνηκαν τόσο μικρά μπροστά σε αυτό που αντιμετώπιζα.

Τρέχεις, παλεύεις – το ξέρεις και εσύ – κ εκεί που είσαι σε ένα τεράστιο γήπεδο, χάνονται ξαφνικά όλα: και το γήπεδο, και οι θεατές, και το νήμα και κινείσαι σε ένα κενό χρονικό, σαν να πήγες στο ανέφικτο. Περπάτησα στο ανέφικτο κι έχει μια ιδιαίτερη περπατησιά αυτό».