Από τον Γιώργο Πράτανο,

Το βιβλίο του Γιάννη Φιλέρη δεν είναι μια επική καταγραφή του πρώτου μεγάλου εθνικού θριάμβου, του Eurobasket του 1987. Είναι το ψυχογράφημα μιας κοινωνίας που βγήκε για πρώτη φορά στους δρόμους αυθόρμητα, όχι για να διαμαρτυρηθεί, αλλά για να πανηγυρίσει.

«Τίποτε δεν σταματά…». Το σύνθημα στο ρυθμό του χριστουγεννιάτικου τραγουδιού «Τρίγωνα, κάλαντα» δονούσε το νεότευκτο –τότε– Στάδιο Ειρήνης & Φιλίας. Μόνο που δεν ήταν Χριστούγεννα, αλλά καλοκαίρι, του 1987. Ο ψυχρός εκτελεστής Γκάλης, ο αρχηγός Γιαννάκης, ο ηρωικός Φασούλας, ο Πολίτης στον πάγκο, η φωνή του Συρίγου… Τριάντα χρόνια μετά εικόνες και μελωδίες συνθέτουν μαζί ένα νοσταλγικό μείγμα μιας εποχής αθώας, νιάτων – για πολλούς. Τα γεγονότα του συγκεκριμένου τουρνουά επαναφέρει στη μνήμη του ο Γιάννης Φιλέρης, δημοσιογράφος του Sport24 σήμερα, της εφημερίδας Πρώτη τότε.

«Τα 30 χρόνια είναι ένα καλό χρονικό όριο για να ασχοληθείς σφαιρικά και να γράψεις για ένα γεγονός» μου λέει ο Γιάννης Φιλέρης καθισμένος στο γραφείο του στη Media24, που βλέπει στη Συγγρού. «Τα κεφάλια των πρωταγωνιστών είναι “κρύα”, έχουν πλέον σκεφτεί και αναλύσει όλα όσα συνέβησαν εκείνη την περίοδο».

Οι αθλητές δεν είναι και τόσο επικοινωνιακοί, του επισημαίνω, έχουν μάθει να μιλάνε στο γήπεδο, αλλά είναι επιφυλακτικοί σε ό,τι αφορά τη δημοσιότητα. Διαφωνεί. «Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα, διεθνώς όχι. Η συγκεκριμένη γενιά δεν είναι τόσο αγοραφοβική όσο η καινούρια» μου λέει και εξηγεί: «Στις ημέρες μας, όσα λέγονται δεν περνούν μόνο από το φίλτρο των συλλόγων που ανήκουν οι αθλητές, αλλά κρίνονται πλέον από τους φιλάθλους και τους χρήστες των social media. Αν υπήρχαν τότε τα social media, κάποιες δηλώσεις θα είχαν παρεξηγηθεί ή και κανιβαλιστεί, όπως συμβαίνει τώρα. Οι αθλητές του έπους του ’87 είναι πιο ελεύθεροι και πλέον είναι σε μια ηλικία που μπορούν πιο άνετα να πουν πράγματα που ενοχλούν. Οι περισσότεροι με τους οποίους επικοινώνησα –γιατί δεν μίλησα με όλους– δέχτηκαν με πολλή χαρά να μιλήσουν».

Ο Νίκος Γκάλης δεν θέλησε να μιλήσει και ο Γιάννης αξιοποίησε τις δύο μεγάλες συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει μετά το θρίαμβο. «Θέλησε να αποστασιοποιηθεί και πρέπει να το σεβαστούμε, αφού μιλάμε για το μεγαλύτερο μπασκετμπολίστα που έχουμε δει στην Ελλάδα. Θα θέλαμε να συνεχίσει να ασχολείται με το μπάσκετ, αλλά τα πράγματα δεν συμβαίνουν πάντα όπως θέλουμε, αλλά όπως επιλέγει ο καθένας. Και τον Γκάλη οφείλεις να τον σέβεσαι».

«Οι δύο πιο επικοινωνιακοί παίκτες εκείνης της ομάδας είναι ο Παναγιώτης Φασούλας και ο Νίκος Φιλίππου. Οι δυο τους ήθελαν να γίνουν δίδυμο (στους «ψηλούς») ανάλογο με τους Γκάλη – Γιαννάκη» μου αποκαλύπτει. «Φασούλας και Φιλίππου έχουν έντονη αίσθηση του χιούμορ. Ο Φιλίππου έχει και μια ωραία τρέλα. Όταν η ΕΡΤ έκανε ένα βίντεο όπου οι παίκτες της Εθνικής συστήνονταν, για παράδειγμα, «Είμαι ο Παναγιώτης Γιαννάκης, παίζω στον Άρη», εκείνος χρησιμοποίησε τη νοηματική».

Πέρα από το θαύμα που πέτυχαν, οι παίκτες κατάφεραν να γίνουν αγαπητοί γιατί ο κόσμος είδε και την ανθρώπινη πλευρά τους. «Για πρώτη φορά είχε μπει η κάμερα στα αποδυτήρια, το λεωφορείο, το ξενοδοχείο» επισημαίνει ο μπαρουτοκαπνισμένος δημοσιογράφος. «Είδαμε τους παίκτες εκτός γηπέδων, τον Γκάλη να παίζει τάβλι στο ξενοδοχείο, τον Γιαννάκη να υπογράφει αυτόγραφα. Είναι 80s, κινητά δεν υπάρχουν, ούτε Ίντερνετ, κάπως έπρεπε να περνάει η ώρα. Φαντάσου πως ο Φάνης Χριστοδούλου μαζί με τον Νίκο Λινάρδο, που μοιράζονταν το δωμάτιο, έκαναν διαγωνισμό σταυρολέξων, κέρδιζε εκείνος που έλυνε τα περισσότερα».

Έχουν περάσει 30 χρόνια, κι όμως μοιάζει τόσο μακρινό τεχνολογικά, σαν να είναι αιώνας. «Είναι πραγματικά μια διαφορετική εποχή. Η δυσκολία ήταν να μπω και πάλι στο κλίμα της εποχής, αν και την είχα ζήσει. Τώρα η πληροφορία διαχέεται σε κλάσματα δευτερολέπτου και μπορεί να τη διαβάσει κάποιος στη Νέα Υόρκη. Ξαφνικά επιστρέφεις στην εποχή της γραφομηχανής, του φαξ –αποτελούσε τεχνολογία αιχμής τότε– και των διαπροσωπικών σχέσεων, αφού εκεί στηριζόταν η δουλειά μας. Να φανταστείς πως το ρεπορτάζ τότε του μπάσκετ το κάναμε έχοντας συγκεκριμένες ώρες που μπορούσαμε να τηλεφωνήσουμε. Δηλαδή, 14.30 θα τηλεφωνούσα σε εκείνον, 14.45 στον άλλον… Αν δεν το έκανες, έχανες το ρεπορτάζ, αφού δεν μπορούσες να τους εντοπίσεις μετά.

Ανάμεσα στα άλλα που γράφει θυμάται και την ενημέρωση που παρείχαν οι διοργανωτές στο κέντρο Τύπου. «Υπήρχε μέχρι και πίνακας με τις ισοτιμίες, για να γνωρίζουν οι δημοσιογράφοι πού κυμαίνεται και η ελληνική δραχμή. Το εισιτήριο του λεωφορείου κόστιζε 20 δραχμές. Τότε η διαδρομή Αθήνα – Στάδιο Ειρήνης & Φιλίας ήταν εκτός του ηλεκτρικού –που σε άφηνε στο Στάδιο «Καραϊσκάκης» –, επικοινωνούσε μόνο με το θρυλικό πράσινο λεωφορείο».

Για να κάνει όλη αυτή την έρευνα επισκέφτηκε πολλές φορές τη Βιβλιοθήκη της Βουλής, εκεί όπου βρίσκονται τα αρχεία των εφημερίδων. «Έχω κρατήσει κι εγώ αποκόμματα, αλλά ήθελα να μπω στο κλίμα της εποχής. Τον Ιούνιο του ’87 ξεκινούσε η δίκη της «Εταιρείας Δολοφόνων», μια υπόθεση που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο. Ένα μήνα μετά η χώρα έζησε ένα φονικό καύσωνα, που άφησε πίσω 1.200 νεκρούς. Κι όμως, από το ’87 μας έχει μείνει το Ευρωμπάσκετ. Και ας είχαμε φτάσει ένα βήμα πριν να ξεσπάσει πόλεμος με την Τουρκία. Αυτό δείχνει πόσο μεγάλη απήχηση είχε το συγκεκριμένο γεγονός».

Ήταν ανάλογη της ποδοσφαιρικής επιτυχίας του 2004; «Ναι, ήταν. Δεν ήταν μεγαλύτερη. Αλλά έμοιαζε αδιανόητο τότε να κερδίσουμε τη Σοβιετική Ένωση και τη Γιουγκοσλαβία, πέρα από το γεγονός πως και από πολιτικής άποψης εκπροσωπούσε κάτι διαφορετικό, αλλά ήταν και υπερδύναμη… Ήταν σαν να κερδίζαμε τη Γερμανία στο ποδόσφαιρο. Τότε ήταν πως κερδίσαμε για πρώτη φορά και την Ιταλία. Δεν φανταζόμασταν καν πως θα τερματίσουμε πρώτοι. Η επιτυχία θα ήταν να μπούμε στην οκτάδα, αυτός ήταν ο στόχος για την ομάδα μας, που δεν συμμετείχε καν στο προηγούμενο Ευρωμπάσκετ. Με εκείνη την ώθηση που έδωσε η κατάκτηση της πρωτιάς τότε συνεχίζει τις επιτυχίες όχι μόνο η ομάδα μπάσκετ, αλλά και ο ελληνικός αθλητισμός, αφού είδαμε ότι μπορούμε να κερδίζουμε και σε ομαδικά αθλήματα τους ξένους».

Σε κοινωνικό επίπεδο, όμως, «η απήχηση και η συνολική προσφορά ήταν μεγαλύτερη από εκείνη του 2004. Τις επόμενες ημέρες βγήκαν διανοούμενοι, κοινωνιολόγοι, ακόμη και ο κορυφαίος αρχαιολόγος Μανώλης Ανδρόνικος –έχει φέρει στο φως τον τάφο του Φιλίππου του Β’– έχει γράψει ένα εντυπωσιακό κείμενο στο Βήμα της Κυριακής, το οποίο και έχω μεταφέρει αυτούσιο στο βιβλίο. Αυτό αποδεικνύει και την τεράστια απήχηση που είχε ως κοινωνικό γεγονός».

Χιλιάδες κόσμου ξεχύθηκε για πρώτη φορά και εντελώς αυθόρμητα στην Ομόνοια, στο Λευκό Πύργο και στις κεντρικές πλατείες των ελληνικών πόλεων πανηγυρίζοντας κάθε νίκη μετά το πέρασμα στην οκτάδα. «Αν εξαιρέσεις πολιτικές συγκεντρώσεις και απεργιακές κινητοποίησεις, ποτέ δεν έχει βγει έξω τόσος κόσμος, ειδικά για να πανηγυρίσει και όχι για να διαμαρτυρηθεί ή να διεκδικήσει κάτι για τον εαυτό τόσο μαζικά. Ο Ανδρόνικος το χαρακτήρισε –κάπως υπερβολικά– ως την πρώτη παλλαϊκή συγκέντρωση μετά την απελευθέρωση».

Η ημέρα του τελικού

Αυτό το ταξίδι στο χρόνο είχε έντονο το άρωμα της συγκίνησης. «Πηγαίνοντας πίσω θυμάσαι τη νιότη σου… Έπειτα ξυπνούν όλα εκείνα τα πρωτόγνωρα συναισθήματα του τελικού – από το πρωί κιόλας εκείνης της ημέρας, που υπήρχε όλη αυτή η προσμονή. Ήμουν από το πρωί στο γήπεδο, αλλά δεν θυμάμαι κανένα από τα ματς κατάταξης που προηγήθηκαν, ούτε καν το μικρό τελικό. Ήρθε τρίτη η Γιουγκοσλαβία, αλλά δεν το έχω καθόλου».

Και έπειτα από τις δύο εύστοχες βολές του Καμπούρη στην παράταση, που μας χάρισαν τον τίτλο, «με θυμάμαι να πανηγυρίζω όρθιος επάνω στο δημοσιογραφικό γραφείο. Δίπλα μου είναι το μόνιτορ και πεσμένη κάτω η γραφομηχανή. Η επόμενη στιγμή που θυμάμαι είναι να βρίσκομαι μόνος μου στο κέντρο Τύπου και να γράφω για το παιχνίδι προσπαθώντας να το στείλω έγκαιρα στην εφημερίδα. Τα συναισθήματα εκείνης της νύχτας είναι τα πιο έντονα της ζωής μου».

Στη συγγραφή του βιβλίου τον βοήθησε ο τότε προπονητής της ομάδας, Κώστας Πολίτης. «Είχε οραματιστεί την ομάδα και είναι άδικο να μην του το αναγνωρίζουμε. Ο Πολίτης έκανε τομές. Αποφάσισε να μην πάρει τους σταρ της εποχής, όπως τον Κορωναίο και τον Κοκολάκη. Και παρότι έτυχε στην ομάδα ένας σοβαρός τραυματισμός βασικού στελέχους (Φιλίππου), κατάφερε να αντεπεξέλθει. Μπήκε ο Καμπούρης και έκανε καταπληκτικό τουρνουά, όπως και ο Ανδρίτσος».

Στο βιβλίο φιλοξενείται και η μοναδική φορά που ακούγεται ο πατέρας του Γκάλη να μιλάει στην ΕΡΤ3, ήταν ένα μοναδικό ντοκουμέντο. Επίσης, για πρώτη φορά είδαμε και την πολιτική ηγεσία να παρακολουθεί αγώνες από το γήπεδο. «Ένα επίτευγμα του Ευρωμπάσκετ είναι ότι έσβησε αυτή την αίσθηση πως όποιος ασχολιόταν με τα αθλητικά ήταν χασομέρης, δεν έκανε τίποτε στη ζωή του. Και οι γονείς δεν έπαιρναν στα σοβαρά τον αθλητισμό, τον θεωρούσαν απλώς χόμπι. Τελικά αποδείχτηκε ότι είναι μια σημαντική διέξοδος.

Η πολιτική ηγεσία –αν δει κανείς και τα βίντεο της εποχής– είναι εκτός κλίματος. Αρπάζουν τα μικρόφωνα, λες και είναι σε κομματική συγκέντρωση. Μάλιστα, είναι η τελευταία φορά που εμφανίζονται μαζί η Μαργαρίτα και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Μάλιστα, ο αστικός μύθος λέει πως τότε δεν είχαν σχέσεις, αλλά βρέθηκαν εκεί λόγω του τελικού. Μετά δεν βρέθηκαν ξανά μαζί. Εκείνη που δείχνει πως απολαμβάνει τη νίκη είναι η Μελίνα Μερκούρη, που πραγματικά φαίνεται να χάρηκε πολύ».

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Πρώτο Θέμα.