98111562

«Γιατί να δω κάτι που μπορεί να συμβεί στον δρόμο; Προτιμώ να δω κάτι που δεν θα ζήσω ποτέ» ακούγεται να λέει ένας εκ των πρωταγωνιστών της σειράς Εντελώς Μυστικές Υπηρεσίες. Κάθε φορά που σκέφτομαι τον Γιώργο Λάνθιμο, μου έρχεται πλέον αυτή η απλή ατάκα στο μυαλό και, ταυτόχρονα, το πολύπλοκα απλό σύμπαν του επιτυχημένου σκηνοθέτη, που γεννιέται μέσα από την πιο απλή ιδέα.

Ο πάντοτε συνεσταλμένος και μονίμως ανέκφραστος poker face είναι η πιο πρόσφατη ανακάλυψη των Αμερικανών που τους έχει συνεπάρει. Στην αρχή ο Lars von Trier, στη συνέχεια ο Michael Haneke και τώρα ο Yorgos Lanthimos. Όλοι τους εξάπτουν τη φαντασία του –διευρυμένου– κοινού τους, προκαλούν τις αισθήσεις και τις παγιωμένες αντιλήψεις του. Ο σημαιοφόρος του νέου ελληνικού κινηματογράφου παίρνει τη σκυτάλη από τον Κακογιάννη και τον Αγγελόπουλο και προχωρά –φυσικά– ντροπαλά στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ για τρίτη φορά. Ο Γιώργος Λάνθιμος, αυτός που συχνά πυκνά τα site αναφέρουν ως τον σκηνοθέτη που στο ξεκίνημά του υπέγραφε τα βιντεοκλίπ του Σάκη Ρουβά και της Δέσποινας Βανδή –λες και θα μπορούσε να είχε σκηνοθετήσει τον Πολίτη Κέιν στα 30 του–, βλέπει το όνομά του να περνάει στην παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου. Γιατί οι υποψηφιότητες είναι η επιτυχία, όχι η κατάκτηση. Αυτό που δίνει ιδιαίτερη αξία στην επιτυχία του είναι πως όσα του έχουν συμβεί έγιναν με τον δικό του τρόπο, όχι με εκπτώσεις.

Ωστόσο, στο δικό του σύστημα αξιών δεν είναι τα Όσκαρ το μέτρο της επιβεβαίωσής του. «Αν αρέσει στον κόσμο η ταινία, υπέροχα! Αν πάρει υποψηφιότητες, τέλεια! Αν δεν πάρει, εντάξει!» δήλωνε στο IndieWire στα τέλη του Νοεμβρίου του 2018.

98111561

Σκηνή τελευταία: Η Ευνοούμενη

Η Ευνοούμενη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, πέρα από μαύρη κωμωδία, και ένα πολιτικό δράμα που αφορά το πώς κινούνται οι γυναίκες στην κορυφή και πέριξ της εξουσίας. Ο συναισθηματισμός, οι επιδιώξεις τους, ο τρόπος που χειρίζονται τους άντρες. Ο φακός του ήθελε να ζουμάρει στις ανθρώπινες σχέσεις και στο πώς εκείνες επηρεάζουν ολόκληρα κράτη και ηπείρους. Γι’ αυτό και ζήτησε να γίνει ένα «χτένισμα» στο σενάριο της Deborah Davis, που είχε γραφτεί στα 90s. «Το αρχικό σενάριο ήταν πολύ ακριβές ιστορικά και υπήρχε πολλή πληροφορία γύρω από τα πολιτικά δρώμενα της εποχής» δηλώνει ο ίδιος στο IndieWire και συνεχίζει: «Ήθελα να επικεντρωθεί σε αυτές τις τρεις γυναίκες, αυτό ήταν που πραγματικά με ενδιέφερε – οι σχέσεις τους με την πολιτική και τη δύναμη και το πώς αυτή τους η σχέση επιδρά στη γενικότερη εικόνα». Η βαθύτερη επιδίωξή του ήταν «να δείχνει το φιλμ σχετικό με όσα συμβαίνουν σήμερα, οπότε να μπορεί κανείς να φανταστεί πως συμβαίνει σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, σε οποιαδήποτε εποχή. Εκτός από την πολιτική, είναι πολύ ευκολότερο να κατανοήσεις τις επιπτώσεις που προέρχονται από τις αποφάσεις ή τις πράξεις αυτών των τριών γυναικών». Έτσι, έψαξαν να βρουν τον σεναριογράφο που θα μοιραζόταν το όραμά τους. Τους πήρε αρκετό καιρό μέχρι να καταλήξουν στον θεατρικό συγγραφέα Tony McNamara. Και ακόμη περισσότερο για να κάνουν την προσαρμογή σε αυτό που ο Λάνθιμος οραματίστηκε. Για περισσότερα από επτά χρόνια δούλευαν το συγκεκριμένο σενάριο, έχοντας παράλληλα κι άλλα πρότζεκτ.

Σκηνή 1η: Το παιδί που θα γινόταν ο σημαιοφόρος του ελληνικού «weird wave» (αλλόκοτου κύματος)

Μεγαλώνοντας παρακολουθούσε John Hughes, Bruce Lee, Indiana Jones και σπαγγέτι γουέστερν, για να ακολουθήσει έναν δρόμο λιγότερο ταξιδεμένο, που περιελάμβανε Tarkovsky και Κασσαβέτη. Ο ίδιος δηλώνει στον Guardian πως διάβαζε «Kafka, Beckett, Céline, τα συνηθισμένα… Camus, Dostoevsky». Συνηθισμένα; Μπορεί ναι. Στα 45 του, πλέον, προσπαθεί να διαβάσει ξανά τους Αδελφούς Καραμαζόφ, «επί έναν χρόνο τώρα, φτάνω στα μισά και μετά πέφτει πολλή δουλειά και σταματάω, οπότε πρέπει να το ξεκινήσω και πάλι από την αρχή».

Οι γονείς του χώρισαν όταν εκείνος ήταν μικρός. Η μητέρα του, που ανέλαβε την επιμέλεια, πέθανε όταν εκείνος ήταν 17, οπότε και ζούσε με τη θεία του. «Πρέπει απλά να το διαχειριστείς και στην πραγματικότητα δεν το σκέφτεσαι και πολύ, επειδή πρέπει να βρεις δουλειά, να πληρώσεις το νοίκι σου, να σπουδάσεις… Υποθέτω πως είχε μεγάλη επίπτωση πάνω μου, αλλά ήταν ασυνείδητη. Απλά συνεχίζεις να προχωράς και ξαφνικά είσαι 24 και κάνεις άλλα πράγματα» δήλωνε στον Guardian.

Είναι η ηλικία που μεταπηδά από το μάρκετινγκ στη σκηνοθεσία και τα διαφημιστικά σποτ, εκεί που η ζωή τού φέρνει μια καθοριστική και μοιραία γνωριμία, αυτή με τον Ευθύμη Φιλίππου. Γνωρίζονται στα γραφεία μιας διαφημιστικής εταιρείας και για τα επόμενα χρόνια συνυπογράφουν τα σενάρια των πρώτων ταινιών του. «Ξεκινώντας στην Ελλάδα, δεν μπορείς να πεις “Θα γίνω κινηματογραφιστής”». Η ιδέα αυτή του φαινόταν αδιανόητη τότε και απλά ήλπιζε να φτιάχνει διαφημιστικά σποτ. «Φαινόταν μια αληθινή δουλειά, συγκριτικά με το να είσαι στο μάρκετινγκ ή σε κάτι ανάλογο. Σκέφτηκα “Δεν θα είναι κινηματογράφος, αλλά θα είναι πολύ κοντινό”».

Σκηνή 3η: Η απογείωση

Η μετακόμιση στο Λονδίνο ήταν μια απόφαση που ο ίδιος χαρακτηρίζει πλέον «αφελή, κατά κάποιον τρόπο», αφού τότε δεν είχε «κλείσει» κάποιο πρότζεκτ. «Δεν ήταν τόσο εύκολο όσο νόμιζα». Αυτό που απασχολεί εκείνον και τη σύζυγό του είναι το Brexit. «Είμαστε αμήχανοι και το συζητάμε πολύ – για το αν πρέπει να μένουμε σε έναν τόπο που έχει αυτού του είδους τα vibes. Δυστυχώς, τα πράγματα γίνονται ολοένα πιο μαύρα στις ευρωπαϊκές χώρες, οπότε τι πρέπει να κάνεις, να πηγαίνεις από τη μία στην άλλη εξαρτώμενος από το πού είναι καλύτερο το κλίμα;»

Η φαντασία του και η παραδοξότητα όπου τοποθετεί τους ήρωές του τον κάνουν γνωστό και στους mainstream κινηματογραφικούς κύκλους. Κάπως έτσι, έρχεται η πρώτη διεθνής παραγωγή, Ο Αστακός. Έχουν προηγηθεί η Κινέττα, το 2005, και ο Κυνόδοντας, το 2009, που τον έκαναν αξιομνημόνευτο. Δεν ήταν πως κέρδισε το βραβείο Ένα Κάποιο Βλέμμα στις Κάννες και υποψηφιότητα για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Ήταν το στιλ του που μαγνήτισε τους ειδικούς. «Η Rachel επικοινώνησε μαζί μου πριν από καιρό. Είχε δει τον Κυνόδοντα εκείνη την εποχή. Συναντηθήκαμε. Ήξερα τη δουλειά της και είπε “Θέλω να κάνω κάτι μαζί σου”. Έτσι, όταν τελείωσα το σενάριο, της το έστειλα». Οι συνεργασίες με σταρ του Χόλιγουντ έγιναν κανονικότητα. Nicole Kidman, Colin Farrell, Emma Stone, Olivia Colman αισθάνονται υπερήφανοι για τη συνεργασία τους με τον Λάνθιμο και το δηλώνουν στην πρώτη ευκαιρία. Ο Λάνθιμος έχει μάθει να κάνει ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού. Λογικό, αν σκεφτεί κανείς το κινηματογραφικό περιβάλλον της χώρας μας. Ακόμη και σήμερα, όμως, παραμένει προσκολλημένος στο λιτό παρελθόν του: αποφεύγει το τεχνητό φως και το makeup (εκτός κι αν οι χαρακτήρες το απαιτούν, όπως στην Ευνοούμενη). Κοιτώντας προς τα πίσω, λίγο μετά την κυκλοφορία του Αστακού, το 2015 δηλώνει: «Είναι αστείο, γιατί, αν δεις τον Αστακό μόνο με αριθμούς, είναι μεγαλύτερη ταινία από τα προηγούμενα φιλμ που έκανα. Υπήρχε όμως μια πρόσθετη αξία στα άλλα φιλμ, επειδή υπήρχαν άνθρωποι με μεγάλη εμπειρία και πολύ ικανοί που δούλευαν σ’ αυτά και δεν πληρώνονταν. Αυτό δεν υπάρχει πια. Στον Αστακό τούς πληρώσαμε όλους και για πρώτη φορά πληρωθήκαμε κι εμείς. Έτσι έγινε μια μεγαλύτερη ταινία».

Σκηνή 2η: Δύο γνωριμίες, δύο γυναίκες

Η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη είναι μία από τις συνοδοιπόρους του. Γνωρίστηκαν το 2004, όταν βρέθηκαν στη δημιουργική ομάδα του Δημήτρη Παπαϊωάννου, σχεδιάζοντας την τελετή έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Εκείνη ήταν στην παραγωγή των δύο ταινιών του, ενώ εκείνος έπαιξε στην ταινία της, Attenberg, το 2010. Η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί έναν μεγάλο σταθμό στη ζωή του Λάνθιμου, όχι γιατί έδωσε μια νέα διάσταση στις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, αλλά επειδή στο συγκεκριμένο σετ γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του, Ariane Labed. Η Labed βρέθηκε στην Αθήνα με μια θεατρική ομάδα, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ. «Γεννήθηκε στην Ελλάδα, αλλά είναι Γαλλίδα και έχει ζήσει στη Γερμανία. Είναι κατά έναν τρόπο νομάδας». Μετά το Attenberg ακολούθησαν οι ρόλοι της στις Άλπεις και τον Αστακό, ενώ έχει παίξει και στο Assassin’s Creed. Εκείνη γνώριζε ήδη τις δουλειές του, την Κινέττα, τον Κυνόδοντα… «Ήμουν πολύ εντυπωσιασμένη. Αντιμετώπιζε τόσες δυσκολίες, αλλά δεν τα παρατούσε ποτέ» δηλώνει η Labed στο IndieWire. Γίνονται ζευγάρι και συζούν. «Πήγα για εννιά μήνες στην Ελλάδα και κάθισα τρία χρόνια» δηλώνει η ίδια στην Criterion, ενώ ο σκηνοθέτης τονίζει πως η Ariane «νοσταλγεί την Ελλάδα περισσότερο απ’ ό,τι εγώ».

Σκηνή 5η: Χαρμολύπη

Οι ταινίες του ακροβατούν ανάμεσα στον σαρκασμό και το δράμα. Ο ίδιος έζησε μια αλλοπρόσαλλη ημέρα πριν από έναν μήνα περίπου. Ο πατέρας του και παλιά δόξα των ελληνικών παρκέ, Αντώνης Λάνθιμος, έφυγε από τη ζωή και ο γιος του είχε το θλιβερό καθήκον να τον αποχαιρετήσει το πρωί και το ίδιο βράδυ να βρεθεί στην avant-première της ταινίας-ορόσημό του, Η Ευνοούμενη. «Σας ευχαριστώ όλους που ήρθατε καθώς και εκείνους που οργάνωσαν αυτή την προβολή. Πρέπει να πω ότι είναι μια περίεργη μέρα για μένα η σημερινή, γιατί, όπως οι περισσότεροι από εσάς ξέρετε, ήταν η κηδεία του πατέρα μου. Αλλά αν ξέρω κάτι γι’ αυτόν, είναι ότι έζησε τη ζωή του διασκεδάζοντας και περνώντας όσο καλύτερα μπορούσε μέχρι το τέλος και αυτό θα ήθελα να κάνετε κι εσείς σήμερα, να περάσετε ωραία, να διασκεδάσετε, να γελάσετε, να κλάψετε και να έχετε μια πολύ ωραία βραδιά».

Ο Αντώνης Λάνθιμος υπήρξε διεθνής μπασκετμπολίστας και, όπως πολλοί πατεράδες, είχε όνειρο να δει τον Γιώργο να μπαίνει στα αθλητικά του παπούτσια. Έφτασε κοντά να το δει να πραγματοποιείται, αφού ο σκηνοθέτης έπαιζε μπάσκετ μέχρι το τέλος της εφηβείας του φορώντας την κόκκινη φανέλα του Παγκρατίου. Μάλιστα, έπαιξε και σε αγώνα της πρώτης κατηγορίας, εναντίον του Ολυμπιακού, κατά τη διάρκεια της απεργίας των επαγγελματιών αθλητών. Σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Αντώνης Λάνθιμος στη Φανή Πλατσατούρα για λογαριασμό του περιοδικού Down Town, παραδεχόταν: «Ήθελα να τον δω μπασκετμπολίστα. Έπαιζα και ο ίδιος μπάσκετ στην Εθνική Ομάδα και προσπαθούσα να του μεταδώσω την αγάπη για το άθλημα. Ο ίδιος, όμως, από μικρός έλεγε ότι θέλει να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο». Σκιαγραφώντας το προφίλ του νεαρού αγοριού τόνιζε πως «ήταν εσωστρεφής ακόμη και μ’ εμένα που είμαι ο πατέρας του. Δύσκολο παιδί, με τα χίλια ζόρια τού παίρνεις μια κουβέντα. Από μικρός έτσι ήταν. Έλεγε λίγα λόγια αλλά σταράτα». Κλείνοντας τη συνέντευξη, η δημοσιογράφος τον ρωτάει τι θα ήθελε να του πει. «Είμαι πολύ περήφανος για εκείνον. Θα ξαναπώ αυτό που του εκμυστηρεύτηκα στο τηλέφωνο. “Παιδί μου, με κάνεις να συγκινούμαι”».

Επίλογος

Τελειομανής, με αυτοπειθαρχία και βαθιά γνώση όσων θέλει να επικοινωνήσει, ο Γιώργος Λάνθιμος κατάφερε να κερδίσει πρώτα τους insiders του κινηματογράφου και στη συνέχεια το κοινό, δίνοντας ένα προσωπικό στίγμα που αναμειγνύει σχολές και τεχνικές, αλλά το αποτέλεσμα φέρει την προσωπική του «λανθίμεια» σφραγίδα.

Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται έχουν να κάνουν με την ηθική, με την κανονικότητα όπως έχει διαμορφωθεί στη σύγχρονη εποχή, με το συλλογικό ασυνείδητο, με το εγώ του καθενός. Όταν ο δημοσιογράφος του Guardian χρησιμοποιεί τη λέξη «προκλητικός» για να τον περιγράψει, εκείνος απαντά σχεδόν απολογητικά. «Προκλητικός… Συνήθιζα να κινούμαι αμυντικά γύρω από αυτό, αλλά στο τέλος συνειδητοποίησα ότι είναι ακριβώς αυτό. Είναι αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε, να προκαλέσουμε σκέψεις και συζητήσεις και να ταρακουνήσουμε τους ανθρώπους να δουν τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική. Με ενδιαφέρει να εμπλέκομαι με αυτό που εκείνοι νομίζουν φυσιολογικό».

Συζητώντας με τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο, που τον συνάντησε στις Κάννες τον Οκτώβριο του 2017 (στη συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στη Lifo), για την προβολή του φιλμ Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού, τον ρώτησε αν για τη βραδιά της απονομής θα έχει γραμμένη την ομιλία στο τσεπάκι του, αφού τότε πήγαινε στα Όσκαρ με τον Αστακό. «Όχι, έχω πλέον μάθει να μην πηγαίνω προετοιμασμένος» του απάντησε αρχικά και συμπλήρωσε: «Άλλωστε, το μόνο που πρέπει να πω είναι ένα ευχαριστώ στους ανθρώπους που με βοήθησαν στην ταινία, αρά δεν είναι δύσκολο να θυμηθώ τα λόγια μου».

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.