Από τον Άρη Βασιλειάδη

Οι αναμνήσεις της Άντζελας Δημητρίου πολλές. Από τη Σωτηρία Μπέλλου να την έχει στα πόδια της, να την κουνάει και να μπαίνει μέσα ο Τσιτσάνης και να της λέει επιτακτικά «να σου πω, για φύγε από εκεί και μην πειράζεις το κοριτσάκι», μέχρι τον πλούσιο θαυμαστή της που είχε φέρει ένα φορτηγό με γαρδένιες για τα μάτια και τη φωνή της. Από τον Δημήτρη Τσοβόλα, που το 1990 πήγαινε τακτικά να την ακούσει στην Τέντα, στη Θεσσαλονίκη, έφτιαχνε μεγάλους πυργίσκους από πιάτα και την ώρα που έβγαινε η Άντζελα Δημητρίου τα έσπαζαν οι σερβιτόροι, μέχρι τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο, ο οποίος ήταν εκείνος που την έβγαλε «λαίδη» πηγαίνοντάς την ένα βράδυ στη συναυλία της με την ακολουθία του. «Πηγαίνουμε μια λαίδη να τραγουδήσει» έλεγε στη γραμματέα του.

Και αν το «λαίδη» ήταν του Βαγγέλη Γιαννόπουλου, «νονός» του επιθέτου Δημητρίου με το οποίο έκανε καριέρα –γιατί Κιουρτσάκη είναι το πραγματικό της επώνυμο– ήταν ο Άλκης Στέας. «Γνωριστήκαμε σε ένα καλλιτεχνικό γραφείο το 1980 πριν το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μετά τον Τσιτσάνη συνεργάστηκα με την Κατερίνα Μαρινάκη και κάναμε πρόγραμμα ως αδελφές Έβεν. Όταν σταματήσαμε, ο Άλκης Στέας μού πρότεινε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο “Δημητρίου”, που βγήκε από τον μπαμπά μου που τον έλεγαν Δημήτρη».

Ξέρει τη νύχτα απέξω και ανακατωτά. Από την εποχή που η νυχτερινή ζωή δεν ήταν «τακτοποιημένη», τυποποιημένη και προβλέψιμη όπως στις μέρες μας. «Τότε είχαμε το βινύλιο, που το λατρεύω. Το ραδιόφωνο ήταν πολύ καλό και δεν χρειαζόταν φακελάκι όπως σήμερα… Δεν ήμασταν ξένοι ανάμεσα σε ξένους στο Ίντερνετ. Ο κόσμος διασκέδαζε με την ψυχή του». Αν σε αγαπούσε, ήταν σχέση ζωής.

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.