Από τον Άρη Βασιλειάδη,

Δύσκολα θα βρει κανείς φωνή που να αγγίζει τόσο πολύ τα ερωτικά μας ένστικτα, σε σημείο που να νομίζεις ότι τραγουδάει για σένα προσωπικά. Τόνοι γαρίφαλων –παλιότερα γαρδένιας και πιάτων– σημάδεψαν κάθε στίχο της. Άπειρα ποτήρια ουίσκι γέμισαν και ξαναγέμισαν σε αυτά τα σαράντα χρόνια της «λαίδης» Άντζελας Δημητρίου στην πίστα, για να πνίξουν, να απογειώσουν, να νοσταλγήσουν και να υμνήσουν τους ερωτικούς καημούς. Η ζωή της άνετα θα μπορούσε να γίνει δέκα ταινίες. Μεροκάματα σε κλωστοϋφαντουργείο από τα 11 χρόνια της, τραγούδι από τα 14, μητρότητα στα 15, ένας γιος, δύο εγγόνια, μία κόρη, έρωτες-πρωτοσέλιδα, χωρισμοί-μαχαιριές, λεκτικές ακροβασίες, αποθέωση σε χώρες της Ανατολής με πωλήσεις 2,5 εκατομμυρίων δίσκων και το βλέμμα μιας γυναίκας –Λέων στο ζώδιο με ωροσκόπο Λέοντα– που φανερώνει πως έχει ζήσει μέχρι τα μπούνια τον έρωτα και έχει επιβιώσει στο καμίνι του.

Όλα βιωμένα με το δικό της τρόπο. Μουσική έμαθε μόνη της. «Με ένα πικάπ. Άκουγα και τραγουδούσα. Δεν ήξερα να διαβάζω νότες» τονίζει και δυσκολεύεσαι να την πιστέψεις. Σταρ έγινε χωρίς τη βοήθεια κανενός. Παντρεύτηκε δύο φορές τον ίδιο άντρα. Αισθηματικά εδώ και δύο χρόνια είναι μόνη της.

Στα 64 της κοιτάζει τον εαυτό της καταπρόσωπο. Δεν αναπολεί, δεν φαντάζεται, δεν κομπάζει, δεν χαζεύει τους τριάντα χρυσούς της δίσκους. Αφιερωμένη στο λαϊκό τραγούδι, περιμένει να μοιραστεί με το κοινό της στις 28 Αυγούστου στη σκηνή του Βεάκειου στον Πειραιά, τις ιστορίες μιας ζωής, προσφέροντας τα έσοδα της συναυλίας στους πυρόπληκτους της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι. «Έκλαψα πάρα πολύ εκείνες τις μέρες. Δεν πρέπει. όμως, να ξεχνάμε πως είμαστε άνθρωποι. Κάθε μέρα πρέπει να σκεφτόμαστε εκείνους που είναι αδύναμοι και να τους βοηθάμε όσο μπορούμε» λέει για το σκοπό της συναυλίας, τα έσοδα της οποίας θα ενισχύσει με τη δημοπρασία φορεμάτων της, βραβείων και κοσμημάτων που σχεδιάζει η ίδια. «Μεγάλωσα στη φτώχεια και γνωρίζω τους ανθρώπους του μόχθου. Δεν θέλησα ποτέ να πάρω ένα σπίτι στην Εκάλη. Ένα σπίτι με πισίνα δεν μου λέει τίποτα. Είναι καλό να θυμόμαστε από πού ξεκινήσαμε. Έτσι πιστεύω πως γίνεσαι σωστός άνθρωπος και καλλιτέχνης. Δεν μπορώ να ξεχάσω ότι δούλεψα στις κλωστές Πεταλούδα και σε δισκοπωλείο στην οδό Αναξαγόρα, στου Ψυρρή. Και πάντα θα θυμάμαι τα χρόνια που έζησα δίπλα στους μεγάλους καλλιτέχνες. Τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Στράτο Διονυσίου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Μανώλη Αγγελόπουλο, την Πόλυ Πάνου, την Τζένη Βάνου, τη Βίκυ Μοσχολιού, τη Λίτσα Διαμάντη, τον Φίλιππο Νικολάου. Δίπλα στον Βασίλη Τσιτσάνη τραγούδησα το 1976 στο Χρυσό Βαρέλι, στις Τζιτζιφιές. Από εκείνον και τη Σωτηρία Μπέλλου έμαθα να αγαπάω και να σέβομαι τη δουλειά μας. Να αποφεύγω τις κακοτοπιές. Θυμάμαι τον Τσιτσάνη να πίνει πάντα κρασί χύμα. Τότε δεν υπήρχε κλιματισμός. Μόνο μια σόμπα μεγάλη στη μέση του μαγαζιού. Ούτε καμαρίνια είχαμε. Ούτε γαρίφαλα. Μονάχα γαρδένιες. Μου έχει λείψει το άρωμα της γαρδένιας, ειδικά στη Νεράιδα της Παμέλας. Όταν κλείνω τα μάτια, θυμάμαι την πίστα γεμάτη γαρδένιες να μοσχοβολάει» μας λέει.

Πηγή: People