Από τον Γιλωργο Πράτανο,

Στις φτωχικές γειτονιές των δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης, η δεύτερη γενιά μεταναστών από την Πόλη και τον Πόντο ονειρεύεται να αλλάξει ζωή – ή, έστω, να τη φτιάξει.

Ο 16χρονος Βασίλης Καρράς, που δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων, ανεβαίνει στην πίστα του νυχτερινού κέντρου Ο Πρόσφυγας. Του αρέσει να τραγουδάει. Και στον κόσμο από κάτω αρέσει ο Βασίλης. Οι θαυμαστές του πολλαπλασιάζονται, η φήμη του ξεπερνά τις δυτικές συνοικίες, τη Θεσσαλονίκη, τη Μακεδονία… Είκοσι χρόνια αργότερα, «ο βασιλιάς της νύχτας στη Θεσσαλονίκη» αφήνει το κάστρο του για να κατέβει στην Αθήνα. Κατακτά κι εκείνη. Όχι αναίμακτα. Στις αρχές του 2000 μετρούσε τα πισώπλατα μαχαιρώματα. Επέστρεψε. Και τώρα ο Βασίλης Καρράς γιορτάζει τα 40 χρόνια στη μουσική σκηνή με τη δεύτερη συναυλία του στη Θεσσαλονίκη.

Βίωσες ένα θρίαμβο στη Σόφια… Όχι μόνο ήταν sold out η συναυλία (είχαν πωληθεί 16.000 εισιτήρια), αλλά έμειναν απέξω και 6.000 άτομα, τα οποία τελικά παρακολούθησαν τη συναυλία από γιγαντοοθόνες. Γνώριζες πως υπάρχει τόση αγάπη στη Βουλγαρία;

Ήταν καταπληκτικό! Είναι συγκινητικό να βρίσκεσαι έξω από τη χώρα σου και να ζεις αυτά τα πράγματα. Πηγαίνω στη Σόφια είκοσι πέντε χρόνια, φυσικά και ήξερα πως με αγαπούν εκεί.

Θυμάσαι την πρώτη βραδιά που ανέβηκες στην πίστα του νυχτερινού κέντρου Ο Πρόσφυγας, το 1969; Ήσουν 16 τότε.

Ξεχνιέται εκείνη η βραδιά; Τρέμουλο, δάκρυα και ιδρώτας. Αυτά θυμάμαι πολύ έντονα. Τότε ξεκινούσε το πρόγραμμα γύρω στις 20.00 και περίπου στις 03.00 τελειώναμε. Το πρωί δούλευα σε συνεργείο αυτοκινήτων.

Τι όνειρα είχε τότε ο 16χρονος Βασίλης;

Στην αρχή δεν περνούσε καν από το μυαλό μου πως θα κάνω καριέρα. Άλλωστε, πέρα από δεύτερη δουλειά, το έβλεπα περισσότερο σαν ψυχαγωγία, αφού τραγουδούσα Σαββατοκύριακα. Σιγά σιγά οι εξελίξεις και, κυρίως, η αγάπη του κόσμου άρχισε να με σπρώχνει πιο μπροστά, να θέλω κι άλλο κι άλλο. Τρώγοντας έρχεται η όρεξη…

Οι γονείς σου πώς πήραν το γεγονός ότι ο 16χρονος γιος τους δούλευε νύχτα;

Τον πατέρα μου τον έχασα πολύ νωρίς. Όταν έφυγε από κοντά μας, ίσως να ήταν το έναυσμα για να δω το τραγούδι πιο επαγγελματικά από ό,τι το έβλεπα πριν. Η απώλεια αυτή με έκανε άντρα, αυτή η απότομη αλλαγή… Ήμουν 18 κι έπρεπε να πάρω εγώ τη θέση του, να γίνω ο προστάτης της οικογένειας και εκείνος που πάει τα χρήματα στο σπίτι. Έτσι, μέχρι το 1974 δούλευα παράλληλα στο συνεργείο αυτοκινήτων και τα βράδια σε νυχτερινά κέντρα.

Το όνομά σου μπαίνει πλέον επάξια δίπλα σε μεγαθήρια του λαϊκού τραγουδιού, του Στέλιου Καζαντζίδη, του Στράτου Διονυσίου, του Τόλη Βοσκόπουλου…

Θα πρέπει να μιλάμε με μεγάλο σεβασμό για αυτούς τους σπουδαίους καλλιτέχνες. Δυστυχώς στη χώρα μας τους έχουμε ξεχάσει όλους αυτούς. Τα ραδιόφωνα δεν παίζουν καν τα τραγούδια τους. Τους θυμόμαστε μόνο από τις ελληνικές ταινίες, που ευτυχώς παίζονται ακόμη. Μετά καθόμαστε και κλαίμε λέγοντας «πού είναι οι ρίζες μας;», ενώ μόνοι μας τις έχουμε βγάλει. Έχουμε γίνει Ευρωπαίοι. Δεν μιλάω για επιστροφή στις ρίζες, απλά θα πρέπει να μην τις λησμονούμε. Να μην ξεχνάμε τους μεγάλους καλλιτέχνες και την ιστορία τους.

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Πρώτο Θέμα.