Συναντιόμαστε πρωί Κυριακής, με 38,5 βαθμούς Κελσίου, σε ένα καφενείο στη Φωκίωνος Νέγρη, την ώρα που μάλλον θα έπρεπε να λιαζόμαστε σε κάποια καθαρή παραλία της Αττικής. Αν υπάρχει τέτοια φυσικά… Φοράει κοντομάνικο πουκάμισο, παραγγέλνει λεμονάδα με «πολύ πάγο, παρακαλώ» και μιλάει για όσα τον κάνουν ευτυχισμένο άνθρωπο, δηλαδή ταινίες, σινεμά, έρωτα και… τον Χρυσό Φοίνικα, που κέρδισε πριν από λίγες εβδομάδες στο 72ο Φεστιβάλ Καννών για τη μικρού μήκους –με τον μεγάλο τίτλο– ταινία του Η Απόσταση Ανάμεσα στον Ουρανό κι Εμάς.

Πού βρίσκεται ο Φοίνικας αυτή τη στιγμή;

Σε κάποια θυρίδα τράπεζας. Όταν συνειδητοποίησα πόσο κοστίζει, με έπιασε κρύος ιδρώτας. Ο διευθυντής του Φεστιβάλ Καννών μού είπε: «Κοίταξε να δεις, συνήθως αυτό το βραβείο το παίρνουν άνθρωποι που έχουν φτιάξει και έναν τρόπο ζωής που το υποστηρίζει, οπότε θα σου προτείναμε να τον βάλεις σε ένα ασφαλές μέρος». Και μου το είπε αυτό γιατί μένω σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη και είναι λάθος να υπάρχει ένας Χρυσός Φοίνικας στην Κυψέλη. Σίγουρα θα τον έσπαγα από τα νεύρα μου κάποια μέρα ή από απροσεξία!

Ποια ήταν η τελευταία σκέψη που έκανες δευτερόλεπτα πριν πάρεις τον Χρυσό Φοίνικα;

«Μαλάκα, λες να πήραμε τον Φοίνικα;». (γέλια)

Και η πρώτη μόλις τον παρέλαβες;

«Θέλω να πιω λίγο νερό». Μάλιστα, έγινε το εξής ενδιαφέρον: Μου δίνει τον Φοίνικα η πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής, Claire Denis, και με συνοδεύει η Nadine Labaki, που είναι μια σπουδαία νέα σκηνοθέτρια, υποψήφια για Όσκαρ πέρσι με την ταινία Καπερναούμ. Από το στρες της στιγμής, όμως, δεν την αναγνώρισα, νόμιζα πως ήταν μια κοπέλα που απλώς με συνοδεύει, με αποτέλεσμα να γυρίσω και να της πω: «Μπορείς να μου φέρεις λίγο νερό;». Με κοιτά με απορία και μου απαντά «Ποιος εγώ;». Και της ξαναλέω: «Όποιος να ’ναι, δεν με νοιάζει, θα ήθελα λίγο νερό». Κάποια λεπτά μετά κατάλαβα την γκάφα μου και σκέφτηκα «Θεέ μου, τι ντροπή!».

Πρακτικά μετά τη βράβευση άνοιξαν πόρτες που ήταν ερμητικά κλειστές;

Η αλήθεια είναι πως οι πόρτες είχαν αρχίσει να ανοίγουν από την ώρα που πήγα στο Σάντανς, στο μεγαλύτερο φεστιβάλ παγκοσμίως για το ανεξάρτητο σινεμά, με την προηγούμενη μικρού μήκους ταινία μου, τη Σιγή των Ψαριών όταν Πεθαίνουν. Εκεί ως υπότροφος, άρχισα να μιλάω με μεγάλες εταιρείες, παραγωγούς και ανθρώπους που έχουν πάρει Όσκαρ, Φοίνικες και Άρκτους και να διαπιστώνω καταρχάς ότι είναι κανονικοί άνθρωποι. Απομυθοποίησα γρήγορα αυτά που λέμε «star» και «πόρτες ερμητικά κλειστές». Αυτά υφίστανται κυρίως στην Ελλάδα. Στο εξωτερικό οι άνθρωποι είναι φυσιολογικοί και κάνουν business. Αν τους αρέσει ένα πρότζεκτ, μπαίνουν χωρίς ατέρμονες συζητήσεις, ψέματα, απορρίψεις, επαναθεωρήσεις αποφάσεων κι όλα αυτά τα ωραία «ελληνικά» πράγματα. Πάντως ναι, ο Χρυσός Φοίνικας μου ανοίγει όλες τις πόρτες που χρειάζομαι αυτή τη στιγμή για να μπορέσω να κάνω τη δουλειά μου σωστά. Ήδη δουλεύω πάνω στο πλάνο της επόμενης ταινίας μου, που θα είναι η συνέχεια της προηγούμενης.

Γιατί να συνεχίσει κάποιος να κάνει σινεμά στην Ελλάδα που περιγράφεις παραπάνω;

Γιατί εδώ μένει, εδώ είναι οι συνεργάτες του, οι άνθρωποι που τον πιστεύουν, οι άνθρωποι που εκείνος πιστεύει. Όσοι ασχολούμαστε με το σινεμά στην Ελλάδα γνωρίζουμε ότι είναι οικογενειακή υπόθεση, όπου δίνεται βαρύτητα στις σχέσεις των ανθρώπων. Από την άλλη, δεν είναι απαραίτητο πως οι ιστορίες που γράφω θα συνεχίσουν να είναι στα ελληνικά. Η πρώτη μεγάλου μήκους μου είναι πολύ πιθανό να είναι δίγλωσση, γιατί ένα κομμάτι της θα γυριστεί στην Ελλάδα και ένα άλλο πιθανότατα στην Αμερική. Πάντως, δεν θα ήθελα να με διώξει αυτή η χώρα, λέγοντάς μου «Μάγκα μου, δεν έχουμε λεφτά να σου δώσουμε για να κάνεις σινεμά». Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα γίνονται 40-50 ταινίες τον χρόνο με το budget μιας low budget ταινίας του εξωτερικού – και αυτό από μόνο του είναι τρομακτικό.

Υπάρχει κάτι που θα σε οδηγούσε στο να σταματήσεις να κάνεις σινεμά;

Όχι, δεν υπάρχει τίποτα που να με σταματήσει από το να κάνω σινεμά. Τουλάχιστον σίγουρα αυτά δεν θα είναι τα budget και οι χρηματοδοτήσεις. Θα συνεχίσω να κάνω ταινίες, ακόμη κι αν χρειαστεί να τις τραβάω με το κινητό μου. Θέλω να πω ότι όσο έχω ιστορίες να λέω, θα τις λέω με κάθε κόστος. Μπορεί να με στενοχωρήσουν άνθρωποι; Θα δουλέψω με άλλους ανθρώπους. Μπορεί να μη μου δίνει όσα χρειάζομαι αυτή η χώρα; Θα πάω σε άλλη χώρα. Αλλά σε κάθε περίπτωση, θα κάνω σινεμά!

Πιστεύεις ότι μπορεί μια ταινία να αλλάξει τον κόσμο;

Δεν ξέρω αν το έχει καταφέρει κανείς μέχρι σήμερα, αλλά δεν μπορώ να πάψω να ελπίζω ότι κάποια στιγμή κάποιος θα το καταφέρει!

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στο People που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.