Στην αρχή ήταν τα παιχνίδια με τις λάσπες γύρω από τις ποτισμένες ντοματιές, στο εξοχικό της γιαγιάς, οι ατέλειωτες ώρες με τα ποδήλατα στον χωματόδρομο ανάμεσα στα αμπέλια, το σκοτωμένο φίδι, ο λιθοβολισμός του με τρόμο από μακριά, να δούμε αν ζει και τα άγουρα σταφύλια να σκάνε στο δόντι, εθιστικά θεόξινα. Αυτά το πρωί πριν τις δέκα, μετά τις φέτες αλειμμένες με μαρμελάδα σύκο και ζεστό γάλα. Μετά ήταν η θάλασσα, μπάνιο με τη γιαγιά, δώδεκα με δύο. Χείλια σκασμένα από το αλάτι, παπουδιασμένα δάχτυλα και άμμο μες στα μαλλιά και το μαγιώ, τόσο πολύ που απορούσαμε πως χώρεσε όλη εκεί, θα αδειάσει μια μέρα η παραλία. Τα παγωτά τότε ήταν πιο γλυκά, χωρίς στέβια και λάιτ ανοστιές, οι βρωμεροί λουκουμάδες τηγανισμένοι σε σκατόλαδα πιο νόστιμοι και αν καμιά φορά καθόταν οι μεγάλοι για ούζο, εμείς βαριεστημένοι τρώγαμε φέτες από λευκό ψωμί μεγάλες σαν παντόφλες και τα τραγανά κεφάλια από τα καλαμαράκια, με όρεξη σαν να ‘χαμε να φάμε έναν μήνα. Μετά στο σπίτι όλοι ξεροί, μόνο εγώ βρυκολάκιαζα και δεν έκλεινε το μάτι. Καθόμουν με τις ώρες στην αποθήκη με τα φυτοφάρμακα και τις βενζίνες να σνιφάρω σαν τζάνκι τις μεταλλικές μυρωδιές, να ανακατεύω τις λαδομπογιές και να φτιάχνω νέα χρώματα γιατί μάλλον τα έτοιμα δεν είχαν χαρακτήρα. Από μικρός στα βάσανα. Έπινα ατέλειωτες γουλιές από το λικέρ βύσσινο και γέμιζα το κενό με νερό, βαριεστημένα προσπαθούσα να βρω τη λέξη στο σταυρόλεξο κάτι για πόλη του βορρά της Αμερικής έλεγε, δε θυμάμαι, κλείνανε τα μάτια στην ντιβανοκασέλα της πίσω βεράντας, να φυσά ηδονικά δροσερά και να κοιμάμαι.

Και ‘κείνη τη μέρα που προσπάθησα μέσα στη νέκρα του καταμεσήμερου να φτιάξω φραπέ, όλοι σε κώμα μόνο ο ανεμιστήρας ακουγότανε και μου πέφτει η γυάλινη κανάτα γεμάτη νερό και σκάει στα πόδια μου, πετάχτηκαν όλοι όρθιοι από τον κρότο, χριστοπαναγίες και ένα χαστούκι που μετά βουβάθηκα και έκανα ψέματα πως κοιμόμουν ήσυχος μέχρι αργά το απόγευμα, πού να μιλήσω, μούσκεμα από τον ιδρώτα, κάτω από πικέ κουβέρτες.

Μετά μεγαλώσαμε και ήταν μπανάλ το εξοχικό της γιαγιάς και βλέπαμε στο«Κλικ» τον Γαβαλά, τα σούπερ παραντάις και τον Ασλάνη και θέλαμε όλοι να πάμε Μύκονο να δούμε αν όλα αυτά ήταν αλήθεια. Το μυαλό μας μόνο στα πάρτυ, νά η Μπγιόρκ, η Λάσκαρη, ο Μιγκλέρ, οι αμερικάνοι με τα τεράστια πουρμπουάρ, τα πρώτα άτσαλα πιώματα, αξημέρωτα βράδυα με χάουζ, βότκα ρέντμπουλ και μάλμπορο και φωτογραφίες με τον Γκωτιέ μπροστά στην Αγία Κυριακή, ιερό κειμήλιο, ακόμα την έχω, με πλατίνα εγώ μαλλιά και μαρινιέρα σαν κλώνος του, σταυροκοπιότανε ο άνθρωπος σου λέει μουρλό θα είναι.

Και πιο ύστερα μεγάλωσα κι άλλο και μπήκα για τα καλά στις κουζίνες και από τύχη στα τηλεοπτικά πλατώ και άρχισα να αποζητώ με αντίσκηνο τις ερημιές, χωρίς τεκίλες και Γκωτιέ, μόνο με κεριά σιτρονέλας, βιβλία, άλλη μόδα κι αυτή ποτέ δεν τα άνοιξα, τζάμπα τα κουβαλούσα. Μάθαμε την Ανάφη, το Πήλιο, τη Δονούσα, τη Μάνη και τους Παξούς, δεν πάω Μύκονο εγώ διατυμπάνιζα, θέλω να μην ακούω τίποτα, μόνο το κύμα. Με παρεό το βράδυ και ξεχειλωμένο φούτερ, να φτιάχνω καγιανά στη θράκα για οχτώ άτομα και μετά μέχρι το ξημέρωμα, άγνωστοι γύρω από την πεθαμένη φωτιά, τσιγάρα, ιστορίες και φτηνά κρασιά, έτσι μου άρεσε, τι φάσηκι αυτή, ήμασταν άλουστοι με τα αλάτια μια βδομάδα. Μετά ήρθαν τα μεγάλα ταξίδια, πηγα παντού, με το στόμα ανοιχτό στο Γκράνκάνυον και στα Τόκυα, την Καλκούτα και το Μανχάταν, στις τεσσερις γωνιές του ορίζοντα, όμως Αύγουστος μακριά από τη θάλασσα, μαρτύριο, το μετάνιωνα κάθε φορά. Έφτασα στη Χαβάη να δω τους φοίνικες και τους σέρφερ, τα θεόρατα κύματα και τις χαβανέζες με τις φούστες από χόρτα. Και όταν γύρισα, την άλλη μέρα πήγα στη Νάξο, σε θάλασσες  που ήξερα, χωρίς τσούχτρες, ρεύματα και πεινασμένους καρχαρίες.

Έτσι μου αρέσει ακόμα. Δε θέλω πολλά ρούχα και παπούτσια, κρατήσεις ον-λάιν, πανάκριβα βαπόρια γρήγορα που δεν κάνουνε ποτέ «μόνο δυο ώρες για το νησί από Ραφήνα» ρεζερβέ, αστακούς και δημιουργικούς αφρούς σε επικές θερινές μεταγραφές σεφ, πισίνες με όζον, δημόσιες σχέσεις και πολλά μπλαμπλά. Θέλω να πάω στην «Παρίσαινα» την αγαπημένη μου παραλία, μ’ αντίσκηνο άχρηστο αφού κάθε βράδυ έξω κοιμάμαι, τυλιγμένος με φούτερ και αλμυρές πετσέτες. Μπαρμπούνια τηγανιτά αλάδωτα, βλήτα και μετά πύραυλος παγωτό από το σούπερμάρκετ.

Χωρίς ίνσταγκραμ, δεν φτάνει το σήμα εκεί, σαν να σκαλώνει στα σχοίνα, μόνο η μυρωδιά φτάνει αργά από υγρασία του βουνού, ανθισμένες λυγαριές και τσάι του βουνού. Και ερημιά, δεν ακούγεται τίποτα κανένα νοτιφικέσιον από λάικ των ινφλουένσερ. Μόνο εγώ και οι σκέψεις μου, το σκοτωμένο φίδι, οι λουκουμάδες, το χαστούκι, τα μεθύσια από το λικέρ, η μυρωδιά του κόπερτον και τα τραγανά κεφάλια από τα καλαμαράκια.

Πηγή: People