Η αλήθεια είναι ότι δεν πέρασα στη ζωή μου τα κλασικά καλοκαίρια σε κάποιο νησί ή σε γαλάζιες παραλίες. Κάθε καλοκαίρι θυμάμαι, η μητέρα μου, μας πήγαινε για τρεις μήνες στο χωριό, στα Ζαγοροχώρια. Εκεί, θυμάμαι τα καλύτερα καλοκαίρια της ζωής μου.

Η ζέστη δεν ήταν ανυπόφορη, καθότι ήμασταν σε ορεινό μέρος. Έτσι, όλη τη μέρα ήμασταν έξω. Τρέχαμε, κυνηγούσαμε κοπάδια με πρόβατα και κατσίκια, μας κυνηγούσαν τα τσοπανόσκυλα, και γυρνούσαμε ιδρωμένοι και λερωμένοι στο σπίτι. Όταν θέλαμε να δροσιστούμε, ξεκινούσαμε λοιπόν μπουγέλα με το λάστιχο στην αυλή, κάτι που έκανε τη γιαγιά έξαλλη ή αλλιώς κατεβαίναμε περπατώντας στο ποτάμι, το οποίο ήταν 5 km μακριά και ρίχναμε βουτιές στο γλυκό νερό. Από τις δραστηριότητες μας φυσικά δεν έλειπε το ψάρεμα (ασχέτως αν το μεγαλύτερο ψάρι που πιάναμε ήταν στο μέγεθος δαχτύλου) ή να μαζέψουμε βατράχια.

Κάτι που μας τρέλαινε μέσα στην κούρασή μας ήταν όταν ακούγαμε τον Μπαρμπα Νίκο με το φορτηγάκι να περνάει από τον δρόμο. Τον σταματούσαμε, ανεβαίναμε στην καρότσα και κατά την επιστροφή στο σπίτι, μας πήγαινε στα μελίσσια του για να φάμε μελί από τις κερήθρες! Κατά το σούρουπο, όλα τα παιδιά του χωριού μαζευόμασταν στην πλατεία για κρυφτό, κυνηγητό και για κυνήγι μεγάλων εντόμων! Η επαφή με τη Φύση!

Πιο αργά ίσως κάποια φωτιά στην οποία καθόμασταν γύρω-γύρω και λέγαμε ιστορίες.Μέχρι να πάει η ώρα 23.00 όπου άκουγες να αντηχούν σ’ όλο τον λόφο οι φωνές των γονιών μας, το κάθε όνομα ξεχωριστά για να γυρίσουμε στο σπίτι.

Αυτά τα καλοκαίρια μου έχουν μείνει αξέχαστα. Ενηνήντα μέρες στο χωριό περνούσαν σαν νεράκι!

Πηγή: People