Η ιστορία πίσω από το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας», τα αστεία παρατσούκλια που έχουν βγάλει με τον Γιάννη Πάριο, αλλά και όλα όσα έζησε με τον Στράτο Διονυσίου και τον Στέλιο Καζαντζίδη, είναι ένα μικρό δείγμα από τις αμέτρητες στιγμές της μυθιστορηματικής ζωής του Θανάση Πολυκανδριώτη, που είναι γεμάτη από νότες και πενιές που άφησαν εποχή και δημιουργία.

Από τη Γεωργία Χαλκιά

Στις 27 Δεκεμβρίου 1948 ήρθε στον κόσμο ο άνθρωπος που έμελλε να γράψει ιστορία στο ελληνικό τραγούδι και να γίνει αναπόσπαστο μέρος αυτής. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αιγάλεω, σε γειτονιές και στέκια μπουζουξήδων. Εκεί όπου άνθρωποι του μόχθου μάχονταν για την καθημερινή επιβίωση και έβρισκαν έκφραση μέσα από τις νότες που αποτύπωναν τις ανάγκες τους. Ζαμπέτας, Ζαγοραίος, Μοσχολιού και πολλοί ακόμα σπουδαίοι καλλιτέχνες ταυτίστηκαν με την περιοχή. Η οικογένειά του υπήρξε σταθμός στο ρεμπέτικο τραγούδι. Ο πατέρας του, Θόδωρος Πολυκανδριώτης, ο «δάσκαλος του ρεμπέτικου», υπηρέτησε με πάθος το λαϊκό πάλκο επί 67 συνεχή χρόνια.

Η πορεία του Θανάση Πολυκανδριώτη έμοιαζε προδιαγεγραμμένη. «Το μικρόβιο της μουσικής μετρά πολλά χρόνια, από πάππου προς πάππου. Θέλοντας και μη στα 7 μου χρόνια έπιασα μια κιθάρα και άρχισα να τη γρατζουνάω. Δεν μου πέρασε τότε από τον νου ότι θα μπορέσω να δημιουργήσω, να παίξω στον κόσμο. Θυμάμαι πως μέχρι το καλοκαίρι του ’63, όταν ήμουν 15 χρόνων, είχα άλλες βλέψεις γιατί διάβαζα πολύ. Δυστυχώς για όλα τα πράγματα υπάρχει μια αιτία και λέω “δυστυχώς”, γιατί στην πορεία έφυγα από την κιθάρα τη ρομαντική, με τις καντάδες στα κοριτσόπουλα, και ξαφνικά βρέθηκα με ένα μπουζούκι στην αγκαλιά. Αναρωτιόμουν τι θα κάνω… Έπεσα στα βαθιά και κολύμπησα.Μέχρι να κλείσω τα μάτια μου θα πορεύομαι μαζί με το μπουζούκι μου» λέει με συγκίνηση.

Ιστορίες με Γιάννη Πάριο, Στράτο Διονυσίου, Στέλιο Καζαντζίδη

Ευτύχησε να συνεργαστεί με σπουδαία ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου και μαζί σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή. Πώς ήταν άραγε η ζωή δίπλα στον σπουδαίο Στέλιο Καζαντζίδη και τον Γιάννη Πάριο;

«Το κεφάλαιο “Πάριος” είναι τρομακτικά μεγάλο, ζήσαμε μαζί εκπληκτικά πράγματα. Θυμάμαι πως μετά τη δουλειά γράφαμε τραγούδια μέχρι τις 10.00 το πρωί. Η συγχωρεμένη η γυναίκα μου ρωτούσε “Τι ώρα είναι αυτή που ήρθες πάλι;”. Μια γυναίκα δεν το καταλάβαινε, ίσως και να μην το πίστευε. Γράφαμε τραγούδια όταν είχαμε την ανάγκη να εξωτερικεύσουμε την έμπνευσή μας. Ο Γιάννης με φώναζε “μπέμπα” και εγώ “μπουμπού”. Μου έλεγε “Μπέμπα, έχω γράψει έναν καταπληκτικό στίχο”. Έτσι γράφαμε για μας. Η σχέση μου με τον Πάριο είναι σχέση ζωής που δεν τελειώνει. Θα τελειώσει όταν κλείσουμε τα μάτια μας και θα πάμε να κάνουμε μια πορεία στην άλλη ζωή» εξηγεί.

Όσο για τον αείμνηστο Διονυσίου, «ο Στράτος ήταν ντόμπρος, σε κοιτούσε στα μάτια, μάγκας και αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής. Όση μπέσα είχε εκείνος δεν είχε κανείς. Θυμάμαι τότε που γράψαμε το “Τα πήρες όλα κι έφυγες” για να το πει μαζί με τον Πάριο και έκανε το λάθος ο Πάριος και το τραγούδησε πρώτος. Ακούγοντάς το να το ερμηνεύει ένας ερωτικός τραγουδιστής, είπε χαρακτηριστικά: “Απαπά! Γράψτε μου κανένα ζεϊμπέκικο, αυτό είναι ελαφρύ”. Τελικά επέμεινε ο Μάκης Μάτσας και το είπε».

Χαρακτηριστική είναι η μουσική του συνάντηση με τον Στέλιο Καζαντζίδη. «Ο Στέλιος ήταν ένα μεγάλο μωρό. Το ’65 είπε ότι δεν θα ξανατραγουδήσει και έμεινε πιστός σε αυτό. Είμαι πολύ τυχερός γιατί τραγούδησε δημιουργίες μου. Όμως όταν δεν του άρεσε κάτι, έπρεπε να προσπαθήσεις πολύ να τον μεταπείσεις. Όταν πρωτάκουσε το “Τα βιώματά μου λιώνουν σίδερα” μου λέει “Τι σημαίνει βιώματα”; Πάμε σε μια ταβέρνα και ρωτάει τη μαγείρισσα “γιαγιά, τι είναι βιώματα;”, “το βιος μας, γιε μου” του απαντά. Γυρίζει και μου λέει “ούτε εκείνη ξέρει”. Κολλούσε σε κάτι πράγματα καλώς ή κακώς. Τη στιγμή που τραγούδησε το “Αν με ρωτάς θα σου πω”, σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, ήταν μαγεμένος, ρωτούσε πώς ακούστηκε. Του λέω “εμένα ρωτάς; Εσύ είσαι θεός”. Ήθελε την επιβεβαίωση του ίδιου του δημιουργού».

Όλοι μας γνωρίζουμε το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας». Αυτό που ίσως να μη γνωρίζουν κάποιοι είναι πως ο Θανάσης Πολυκανδριώτης είναι ο άνθρωπος που έπαιξε το μοναδικό αυτό σόλο. «Δεν περίμενα να γίνει τόσο μεγάλη επιτυχία. Με πήρε τηλέφωνο ο Μάνος Λοΐζος και μου είπε “Πάρε ό,τι οργανάκια έχεις και έλα. Θα γράψουμε μουσική για μια ταινία, την Ευδοκία”. Έρχεται ο Μάνος με την κιθάρα, μου παίζει το ζεϊμπέκικο και μου λέει “Εσύ θα παίξεις με αυτό το όργανο”. Ήταν ένας τζουράς που πάνω έγραφε τη λέξη “βραχνός”, από το ξύλο ενός σκάφους, με χορδές για κλάματα και ως κλειδιά είχε δεκάρες. Ανήκε στον Γιώργο Μουφλουζέλη. Του είπα ότι πρέπει να το συντηρήσουμε για να παίξουμε. Μου είπε “όχι τώρα”. Έτσι, με αυτό το οργανάκι βγήκε το “Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας”. Ίσως με άλλο όργανο να μην είχε γίνει τέτοια επιτυχία».

Οι νεότερες φωνές που τον εμπνέουν

Η δημιουργία ενός τραγουδιού είναι από μόνη της μια ιστορία. Άραγε, τι του λείπει από εκείνες τις νύχτες; «Με πονάει πολύ όταν ο μουσικός ρίχνει την τελευταία του πενιά, έχουν εξαφανιστεί οι πάντες. Τότε καθόμασταν, τρώγαμε, κάναμε πλάκα. Τώρα δεν συμβαίνει. Με πονάει κυρίως για τους νέους. Σήμερα οι άνθρωποι είναι αγέλαστοι, με ένα ποτό μέχρι να τελειώσει το πρόγραμμα. Αποξενωμένοι».

Ο ίδιος έχει τολμήσει πράγματα στη μουσική και ακόμη συνεχίζει, καθώς ήταν από τους πρώτους που ταίριαξε το μπουζούκι με μεγάλες συμφωνικές ορχήστρες. «Την ιδέα μού έδωσε ο αγαπημένος μου Στέφανος Κορκολής. Διασκευάσαμε το “Κι έλεγες” και σκεφτόμουν ότι δεν γίνεται να συνυπάρχουν τόσα όργανα και όχι το μπουζούκι. Το 1988, σε μια συναυλία στη Βουδαπέστη, οι Ούγγροι αγκάλιασαν σε τέτοιο βαθμό το μπουζούκι και τελικά το 1995 έπαιξα μαζί τους χωρίς να το έχω ξανακάνει. Όταν ξεκίνησε να παίζει το τραγούδι η Gypsy Hungarian Orchestra με 100 βιολιά, ένιωθα ότι ένα μουσικό κύμα θα με πετάξει πέρα. Ήταν συγκλονιστικό».

Συζητώντας μαζί του αναρωτιέμαι με ποιον καλλιτέχνη της σημερινής εποχής θα ήθελε να συνεργαστεί. «Υπάρχουν πολλά αξιόλογα παιδιά. Ο Φοίβος Δεληβοριάς, η Ελεονώρα Ζουγανέλη, ο Γιάννης Χαρούλης είναι από τους ανθρώπους που θαυμάζω. Έχω γράψει με τον Φίλιππο Γράψα 12 τραγούδια και τα έχω στο συρτάρι γιατί δεν υπάρχει δισκογραφία. Ένα από αυτά, το “Προπορεύομαι”, είναι για τον Πασχαλίδη. Φέρνω στο μυαλό μου τον Μίλτο και η μελωδία είναι καταπληκτική. Έχω φανταστεί  σε τραγούδια μου τη φωνή της Ελεονώρας, του Δεληβοριά. Υπάρχουν πολλά νέα ταλέντα, αλλά λείπει ο ρομαντισμός. Εμείς ακούγαμε τις φωνές και γράφαμε για αυτές τις φωνές» εξηγεί.

«Αναμειγνύει» το παλιό με το νέο μέσα από τη δική του ματιά

«Διδάσκω παιδιά με ιστορίες που ζούσαμε στα κέντρα διασκέδασης, τις στιγμές που γράφαμε ένα τραγούδι. Αυτό που συνέβαινε τότε ήταν μαγικό». Στην παρτιτούρα της ζωής του, που ξεπερνά τον μισό αιώνα και ακόμα γράφεται, ο σολίστ του μπουζουκιού δημιουργεί για τον σκοπό αυτό το δικό του ποτ πουρί. «Το “ποτ πουρί” είναι ένας ιερός μουσικός όρος. Θυμίζει εκείνα τα χρόνια. “Μπερδεύω” δημιουργίες μου από το ’70-’80 με σημερινές. Ο πατέρας μου έλεγε “ό,τι σου χαϊδεύει τα αυτιά είναι επιτυχία”. Το “Δεν ανήκω σε κανέναν” το συνδυάζω με το “Ανήκω σε μένα” του Γιώργου Μαζωνάκη.  Το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Μαζωνάκης, Τερζής, Θεοδωρίδου και Θεοφάνους, τους οποίους θαυμάζω, ενώνονται με τις δικές μου επιτυχίες. Στόχος είναι οι νέοι, από την πρώτη πενιά, να γνωρίσουν σημαντικά τραγούδια παντρεμένα με οικεία τους ακούσματα. Αυτό το ιδιαίτερο μουσικό πείραμα παρουσιάζεται από 26 Οκτωβρίου στις Ρίζες στον Κεραμεικό».

Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερα talent shows κατακλύζουν την τηλεόραση, με αρκετούς νέους να τραγουδούν επιτυχίες τόσο δικές του όσο και άλλων δημιουργών. Ποια είναι η γνώμη του; «Νομίζω ότι δεν γνωρίζουν ποιος είναι ο συνθέτης, όπως δεν γνωρίζει ο λαός το όνομα του συνθέτη. Οι εταιρείες δίσκων έφτιαξαν το star system μόνο για τους τραγουδιστές, χωρίς να δώσουν έμφαση στις ολοκληρωμένες δουλειές και τους δημιουργούς. Πίσω από τραγουδάρες βρίσκεται ένας στιχουργός, ένας συνθέτης. Αυτό που συμβαίνει είναι χαρακτηριστικό της αμάθειας. Οι νέοι δεν γνωρίζουν τι ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μάρκος Βαμβακάρης, το ρεμπέτικο. Δεν ιδρώνει το αυτί κανενός ώστε να φτιάξει μια ακαδημία» τονίζει.

«Εάν οι Τούρκοι μού ζητήσουν να διδάξω στην Πόλη, θα φύγω από την Ελλάδα»

Ο ίδιος μάχεται  ακαδημαϊκά 20 χρόνια τώρα για το μεγαλείο του πολιτισμού που δεν γνωρίζουμε. Χάρη σε εκείνον, έπειτα από αγώνα χρόνων, σήμερα διδάσκεται μπουζούκι στο Ωδείο Αθηνών. «Διδάσκω 17 νέους μπουζούκι. Το να συμβαίνει αυτό στο μεγαλύτερο ίδρυμα της χώρας είναι πολύ σοβαρή υπόθεση».

Ο 70χρονος συνθέτης αποκαλύπτει πως τον προσκάλεσαν από τη γειτονική μας Τουρκία ώστε να μιλήσει για το μπουζούκι. «Οι Τούρκοι έχουν σε πολύ μεγάλη εκτίμηση το μπουζούκι, το θεωρούν δικό τους όργανο. 16-18 Δεκεμβρίου θα μιλήσω ιστορικά σε Τούρκους μουσικούς στην Πόλη γι’ αυτό το ελληνικό, το δικό μας όργανο, που έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές. Με τιμά η πρόταση των Τούρκων. Έχουμε 27 λαϊκά όργανα ελληνικά και δεν είναι αναγνωρισμένα από το κράτος. Ένα αναπάντητο “γιατί;”. Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Εάν οι Τούρκοι μού ζητήσουν να διδάξω στην Πόλη, θα φύγω από την Ελλάδα. 55 χρόνια σε αυτή τη χώρα και δεν με φώναξε ποτέ κανείς. Όμως δεν είμαι από τους ανθρώπους που χτυπούν πόρτες. Είμαι αποφασισμένος να πάω και όπου με βγάλει».

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής