Από τη Μαρία Παπαϊωάννου

O street artist b., ένας από τους κορυφαίους της χώρας μας, του οποίου έργα υπάρχουν σε τοίχους της Νέας Υόρκης, της Οσάκα του Μαϊάμι και της Βενετίας, ανέλαβε να υλοποιήσει την ιδέα της μεταμόρφωσης της υπόγειας διάβασης σε ένα «πολύχρωμο σημείο της πόλης» που θα φτιάχνει τη διάθεση όσων διασχίζουν υπογείως τη Λ. Κηφισίας. Η ιδέα του project ανήκει στον ΟΠΑΠ. «Ο ΟΠΑΠ πραγματοποιεί ήδη δράσεις που έχουν στόχο να φέρουν τη διασκέδαση στην καθημερινότητα του κόσμου. Απευθύνθηκαν σε εμένα, καθώς είχαν δει τη δουλειά μου και τους άρεσε. Εστίασαν στο γεγονός ότι τα έργα μου έχουν πολύ χρώμα και δημιουργούν ευχάριστα συναισθήματα, ενώ το μήνυμα που περνάω συμβαδίζει με τη λογική της εταιρείας. Έτσι, πήραμε την απόφαση να προχωρήσουμε…».

Η υπόγεια διάβαση τι απεικονίζει;

Μια πολύχρωμη πόλη, όπου χέρια και πόδια πετάγονται από τα παράθυρα και τις πόρτες και παίζουν με μπάλες. Όλο αυτό ταιριάζει με τον κόσμο διασκέδασης του ΟΠΑΠ.

Τι μηνύματα σε ενδιαφέρει να περνάς μέσα από τη δουλειά σου;

Τα τελευταία έργα μου έχουν σχέση με το περιβάλλον και τη σχετική αφύπνιση των ανθρώπων. Η καταστροφή του περιβάλλοντος αλλά και η μόλυνση πρωταγωνιστούν στους τοίχους που ζωγραφίζω. Συχνά εστιάζω και σε άλλα θέματα που αφορούν την πόλη. Αυτό που πιστεύω ότι ενώνει τα έργα μου είναι ο αισιόδοξος τρόπος απεικόνισης της πραγματικότητας. Στην Αθήνα βλέπεις συχνά μια επιφάνεια που μπορεί να είναι μονόχρωμη, γκρι, μουντή. Αυτό που θέλω εγώ είναι να δημιουργήσω εκεί μια αντίθεση με το περιβάλλον, να βάλω χρώμα. Μπορεί να ακούγεται κλισέ στη γλώσσα του graffiti, αλλά αυτό που λέμε ότι η πόλη χρειάζεται πράσινο είναι αλήθεια. Δέντρα, πάρκα και… χρώμα. Είτε πρόκειται για πολύχρωμα κτίρια είτε για ωραία graffiti ή murals (μεγάλες τοιχογραφίες).

Είχες αγωνία για αυτό που θα παρουσίαζες;

Η αλήθεια είναι ότι έχω συνηθίσει να κάνω street art στο κέντρο της πόλης. Το Μαρούσι είναι μια διαφορετική περιοχή, στην οποία δεν είχα κάνει κάτι στο παρελθόν και γνωρίζω ότι απευθύνεται σε ένα μεγαλύτερο εύρος κοινού. Στο Κέντρο παρατηρούν τα έργα κυρίως νέοι γύρω στα 20-30, που είναι πολύ πιο ανοιχτοί σε αυτά. Όπως καταλαβαίνεις, είχα στο μυαλό μου ότι έπρεπε να κερδίσω όλο αυτόν τον κόσμο. Τις ημέρες που ζωγράφιζα, άκουγα πολύ κόσμο να λέει «Μας αρέσει πολύ αυτό». Πιστεύω τελικά ότι τους κερδίσαμε.

Πόσες μέρες ζωγραφίζεις συνήθως μέχρι να ολοκληρώσεις έναν τοίχο;

Εξαρτάται. Το συγκεκριμένο μού πήρε δέκα μέρες.

Ποια είναι τα street arts για τα οποία καμαρώνεις περισσότερο;

Σίγουρα στις πρώτες θέσεις βάζω την υπόγεια διάβαση, καθώς με γέμισε χαρά, τόσο το αποτέλεσμα όσο και η απήχηση που έχει αυτό στον κόσμο. Τα άλλα έργα που έχουν μείνει χαραγμένα στο μυαλό μου συνδέονται με ταξίδια σε χώρες που έχουν πολύ ενδιαφέρον. Ανάμεσα σε αυτά ήταν ένα πολύ μεγάλο έργο στο Μαϊάμι, όπου με κάλεσαν και ήμουν μέσα σε street artist απ’ όλο τον κόσμο, στην Οσάκα της Ιαπωνίας, όπου έκανα έναν τοίχο γύρω στα εκατό μέτρα με τη βοήθεια παιδιών και εθελοντών από τα σχολεία της περιοχής, ενώ σίγουρα δεν θα ξεχάσω όταν το 2012 ταξίδεψα στη Βενετία για να κάνω την πρόσοψη του ελληνικού περιπτέρου στην Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής.

Σε τι ηλικία ξεκίνησες να κάνεις graffiti και πότε πέρασε όλo αυτό σε ένα πιο επαγγελματικό επίπεδο;

Από το 1996 που ήμουν 14 χρόνων. Μεγάλωσα στην Κυψέλη, πιο Κέντρο δεν γίνεται. Κυκλοφορούσα και έκανα graffiti στη γειτονιά μου αλλά και στα Πατήσια, στο Γαλάτσι. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε το graffiti με τη μορφή που το ξέρουμε τώρα. Το μόνο που έβλεπες στους τοίχους ήταν σχέδια και ονόματα από ομάδες. Γύρω στο 2006 έκανα πλέον street art στο κέντρο της πόλης, ενώ κάποιες γκαλερί, όπως η Britain Gallery, είδαν τα έργα μου στον δρόμο και έψαξαν να με βρουν. Ήταν η εποχή που πολλοί street artists του εξωτερικού έμπαιναν στον κύκλο της τέχνης μέσω των γκαλερί.

Εκείνα τα χρόνια ήταν λίγο ταμπού το να κάνεις graffiti στον δρόμο;

Ναι. Δεν ήταν τα πράγματα όπως τώρα, που ο κόσμος το ζητάει, από ολόκληρα κτίρια μέχρι μαγαζιά και εταιρείες. Παλαιότερα υπήρχαν αυτοί που ζωγράφιζαν πιο παράνομα και κάποιοι άλλοι που έψαχναν να βρουν μια λύση για να εκφράσουν την τέχνη τους. Συνήθως τότε ήταν τα σχολεία που έδιναν άδεια. Από τους πρώτους τοίχους που έκανα με άδεια ήταν του σχολείου μου. Με κάποιον περίεργο τρόπο έπεισα τον διευθυντή να μου δώσει άδεια να ζωγραφίσω. Τώρα πια μιλάμε για ένα είδος τέχνης, ένα παγκόσμιο κίνημα που έχει κατακλύσει τις πόλεις.

Τι απαντάς σε αυτούς που θεωρούν το graffiti μουντζούρα στον τοίχο;

Μπορεί να δεις στον δρόμο graffiti από έναν street artist που έχει μεγάλη εμπειρία μέχρι ενός παιδιού που πειραματίζεται και προσπαθεί να μάθει. Είναι λογικό να μην είναι πάντα το αποτέλεσμα τόσο καλό όσο το θέλει ο κόσμος. Σε κάθε είδος τέχνης υπάρχουν πράγματα που δεν αρέσουν στο κοινό. Βέβαια, όταν αναφερόμαστε για κάτι που γίνεται στην πόλη, κομμάτι της οποίας ανήκει στον καθένα, τότε αλλάζουν τα δεδομένα. Πίστεψέ με, κι εμένα δεν μου αρέσουν τα πάντα. Απλά επειδή γνωρίζω εκ των έσω αντιλαμβάνομαι ότι πίσω από ένα graffiti που δεν αρέσει σε πολλούς υπάρχει ένα παιδί που τώρα ξεκινάει και προσπαθεί να τα καταφέρει. Καλό είναι να μην υπάρχει αυτό το χάος, αλλά για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να δοθούν ευκαιρίες για πιο οργανωμένες δράσεις που σχετίζονται με το street art.

Πιστεύεις ότι θα μπορούσε να υπάρχει, για παράδειγμα, μια σχολή;

Είχα ακούσει ότι υπήρχε κάποτε μια σχολή. Πιστεύω, ωστόσο, ότι επειδή είναι street κουλτούρα, όπως το skateboard, κάπως πρέπει να το μάθεις στον δρόμο. Αυτό που έχει ο street artist και δεν έχει απλά ένας ζωγράφος που σχεδιάζει στο σπίτι του είναι η ιδιαίτερη σχέση με τον δρόμο. Ξέρει πώς να κινηθεί, πού μπορεί να κάνει κάτι και πού όχι, μαθαίνει τους άγραφους κανόνες.

Για να κάνεις graffiti χρειάζεται να αποκτήσεις εμπειρία ή υπάρχουν έμφυτα ταλέντα;

Δεν είναι όπως η ζωγραφική. Δηλαδή μπορεί κάποιος να έχει από μόνος του το ταλέντο να το κάνει, αλλά η επιτυχία έγκειται στο να δημιουργήσει το προσωπικό του στιλ, και ας μην είναι τεχνικά άρτιο. Κι εγώ δεν θεωρώ ότι ήμουν το παιδί-ταλέντο που ήξερε να ζωγραφίζει. Σιγά σιγά έμαθα. Είναι τελείως διαφορετικό να ζωγραφίζεις σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί απ’ ό,τι σε έναν τοίχο που είναι δέκα μέτρα. Ακόμα και ζωγράφοι, που σχεδιάζουν σε ένα χαρτί ή έναν καμβά, όταν πηγαίνουν σε μια άλλη διάσταση, δυσκολεύονται.

Δεδομένου ότι έχεις ταξιδέψει πολύ, υπάρχει κάποια πόλη στον κόσμο για την οποία θα άφηνες την Αθήνα;

Η κάθε πόλη έχει τις δικές της χαρακτηριστικές ομορφιές. Την Αθήνα την αγαπώ, παρά τα προβλήματα που έχει. Δεν είναι ούτε τόσο καθαρή πόλη, όπως άλλες στη βόρεια Ευρώπη, ούτε τα πράγματα εδώ είναι τόσο οργανωμένα. Ίσως μια πόλη στην οποία θα μπορούσα να ζήσω είναι το Ρίο ντε Τζανέιρο, κι αυτό γιατί μου θυμίζει την Αθήνα. Η κουλτούρα των ανθρώπων εκεί μοιάζει με την ελληνική. Έχουμε την ίδια τρέλα.

Φαντάζομαι ότι σε έχουν προσεγγίσει πολλά νέα παιδιά. Τι σε ρωτάνε συνήθως;

Ναι, γενικά μου στέλνουν μηνύματα στα social media και με ρωτούν διάφορα πράγματα. Μέχρι και το τι πινέλα χρησιμοποιώ. Για το μέγεθος της χώρας μας υπάρχουν πολλοί street artists κι αυτό είναι ένα ιδιαίτερα ευχάριστο γεγονός γιατί βοηθάει στο να διαδοθεί το street art και να γίνει αποδεκτό στο ευρύ κοινό.

Διαβάστε περισσότερα στο People που κυκλοφορεί εκτάκτως αυτό το Σάββατο μαζί με το Έθνος