Δουλεύει τριάντα χρόνια στη νύχτα αλλά διηγείται ιστορίες από τη μέρα. Κάποια χρόνια πίσω, χώρεσε ρούχα και αναμνήσεις σε δυο βαλίτσες και την «έκανε» για την πατρίδα του, τη Λήμνο. Και λέω «την έκανε» γιατί έτσι ακριβώς μιλά, χωρίς στρογγυλεμένες λέξεις και φιοριτούρες. Καθισμένος στον καναπέ του σπιτιού του στη Βάρη –ένα σπίτι στο οποίο μένει μόνο τα Παρασκευοσαββατοκύριακα, όταν δηλαδή έρχεται στην Αθήνα για τις εμφανίσεις του στο Estate–, θα σου πει πως «αυτή ήταν η καλύτερη απόφαση που έχω πάρει στη ζωή μου».

Σήμερα η ζωή του Στέλιου Ρόκκου έχει πρωινό ξύπνημα, καθημερινή επαφή με τη φύση, ξυλουργικές εργασίες, ψάρεμα με το φουσκωτό και φυσικά, τη σύζυγό του, Έλενα Γκόφα, που για τους δικούς της ανθρώπους ακούει στο όνομα Λελέ.

– Γιατί ένας άνθρωπος που δουλεύει νύχτα προτιμά να μιλά για τη μέρα;

Γιατί η ζωή μου είναι στη Λήμνο και στο φως της μέρας. Παρακολουθώ τι γίνεται εδώ, στην Αθήνα και τη νύχτα της. Άλλωστε, με έναν τρόπο είμαι ακόμη μέρος της. Κι αυτό που διαπιστώνω είναι πως πλέον ο κόσμος δεν βγαίνει στα μαγαζιά. Βγαίνει ένα συγκεκριμένο target group, που είναι τόσο λίγοι πια που αρχίζουμε να τους γνωρίζουμε προσωπικά. Όταν δεν υπάρχει ρευστό, θα κοιτάξεις πρώτα να φας, μετά να ντυθείς και μετά τα «μπλα μπλα». Εμείς ανήκουμε στα «μπλα μπλα»!

– Έχεις ζήσει τις εποχές που τα μαγαζιά δούλευαν επτά μέρες την εβδομάδα…

Αυτό δεν θέλω ούτε να το θυμάμαι. Δύσκολο πολύ! Βέβαια, τότε ήμουν ακόμη νιάτο. Τώρα δεν θα μπορούσα να το κάνω με τίποτα.

– Όπως έχεις ζήσει και τις αλόγιστες σπατάλες εκείνων των χρόνων.

Όλοι δεν τις κάναμε; Aγοράζαμε διάφορα άχρηστα για να δείξουμε πιο φανταχτεροί. Κι εγώ κάποια στιγμή πήρα το αυτοκίνητο που μπορεί να μην ήταν τόσο καλό αλλά σίγουρα ήταν μουράτο. Ανέκαθεν ο Έλληνας ήταν της επίδειξης και της φασαρίας. Με τα χρόνια έφυγαν αυτά. Στη δική μου ζωή θέλω πλέον την ουσία. Αν δεν με πάει κάπου η βόλτα, δεν με ενδιαφέρει.

– Αυτό θα έλεγες πως είναι σημάδι ωρίμανσης; Πότε αλήθεια ωριμάζουν οι άντρες;

Σίγουρα μετά τις γυναίκες. Υπάρχουν βέβαια άντρες που έχουν καταλαγιάσει από τα 30 τους. Εγώ στα 30 δεν άνοιγα καν την πόρτα. Περνούσα μέσα από την πόρτα!

– Πράγματι, είσαι από τους συνεντευξιαζόμενους που δεν τους ρωτάς τι τρέλες έχουν κάνει στη ζωή τους αλλά αν έχουν κάνει κάτι που να θεωρείται νορμάλ.

Zoύσα στα κόκκινα! Ακόμα ζω στα κόκκινα, βασικά! Απλώς φροντίζω πλέον να υπάρχουν λίγα και καλά πράγματα στην καθημερινότητά μου. Το ένα είναι η μουσική και το άλλο η ζωή στη Λήμνο, όπου έχω κάποιες μεγάλες μου αγάπες εκεί. Από τους παιδικούς μου φίλους και την ομορφιά του νησιού μέχρι το ότι μυρίζω ακόμη τη μάνα μου που ζει στο διπλανό χωριό. Έχω και το φουσκωτό, που, όταν μου τη δώσει, το παίρνω και πάω για ψάρεμα. Αλλά και το εργαστήρι που φτιάχνω διάφορες ξύλινες κατασκευές. Με τη γυναίκα μου έχουμε περάσει πλέον σε ένα άλλο βιοτικό επίπεδο. Τρώμε πιο υγιεινά, ζούμε πιο ήσυχα, όλα μου κάνουν ωραία εκεί. Πίστεψέ με, αν συνέχιζα να μένω εδώ, θα ήμουν μαραζωμένος. Και τώρα θα τσακωνόμασταν, δεν θα τα λέγαμε.

– Υπάρχει κάτι που να μη σου αρέσει εκεί;

Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που με χαλάνε εκεί. Δεν πρόκειται όμως ποτέ να μιλήσω για αυτά δημόσια, γιατί αγαπάω τόσο πολύ αυτό τον τόπο που δεν θέλω να ακουστεί από το στόμα μου τίποτα αρνητικό. 

– Στη Λήμνο είσαι σαν τον πρόεδρο του χωριού; Σε φωνάζουν όλοι με το μικρό σου όνομα;

Καμιά σχέση! Μπορεί να με ξέρουν όλοι και να με φωνάζουν με το μικρό μου, όπως λες, το θέμα όμως είναι ότι εγώ στη Λήμνο μονάζω. Μένω σε μια παραλία τελείως μόνος μου και δεν έρχομαι συχνά σε επαφή με τον κόσμο. Μόνο με τους παιδικούς μου φίλους.

– Μένεις δηλαδή σε ένα ερημικό χωριό της Λήμνου;

Μένω σε μια παραλία που έχει μόνο ένα σπίτι, το δικό μου. Το έχτισα εκεί για να έχω την ησυχία μου.

– Για να είσαι «εσύ και ο Θεός»;

Ο Θεός κι εγώ! Πάει πάντα αριστερά στην αφίσα ο Θεός! (γέλια)

– Δεν έχει μοναξιά όλο αυτό, όσο κι αν την αποζητάς;

Καθόλου! Έχω τόσα ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω που δεν μου φτάνει ούτε για αστείο η μέρα. Εδώ δεν περνά ο χρόνος με τίποτα. Έρχομαι στην Αθήνα και κουράζομαι από το αεροπλάνο ακόμη. Και νιώθω τόσο υπέροχα επιστρέφοντας στη Λήμνο.

– Πώς είναι εκεί η καθημερινότητά σου; Σηκώνεσαι νωρίς το πρωί και βλέπεις θέα θάλασσα με έναν καφέ στο χέρι;

Αυτό νομίζουν όλοι ότι, επειδή ζω στη θάλασσα, θα κάθομαι και θα τη χαζεύω. Ούτε καν της δίνω σημασία! Αλλά ξέρω ότι υπάρχει και παίζει τον ρόλο της στη ζωή μου. Ειδικά τώρα που βρέχει και αλλάζουν τα χρώματα είναι μαγεία. Αλλά και η άνοιξη στη Λήμνο είναι εκπληκτική. Ο κάμπος είναι γεμάτος λουλούδια και μυρωδιές.

– Ακόμη και τα χρόνια που έμενες στην Αθήνα, νοσταλγούσες τη Λήμνο;

Για δέκα χρόνια δούλευα επτά μέρες την εβδομάδα στην Αθήνα και υπέφερα γιατί δεν μπορούσα να είμαι εκεί. Το μυαλό μου ήταν συνεχώς στη Λήμνο. Βέβαια ως πιτσιρικάς είχα έννοια πώς θα φύγω. Όλοι οι πιτσιρικάδες που ζουν στην επαρχία, και ειδικά σε νησί, νιώθουν εγκλωβισμένοι. Κι εγώ το ένιωθα έντονα αυτό. Έβλεπα τα καράβια να φεύγουν και έλεγα «Να ’μουν κι εγώ μέσα». Τότε δεν υπήρχε ούτε τηλεόραση. Η μέρα μας ήταν να παίξουμε μπάλα. Και ξανά μπάλα. Κάποια στιγμή «μπάλιασε» το στόμα μας!

– Πού ονειρευόσουν πως πας ανεβαίνοντας στο καράβι;

Ήθελα να μπαρκάρω, αυτό ήταν το σχέδιο. Στα 17, ήρθα στην Αθήνα με φυλλάδιο αλλά δεν βρήκα ναύλο και έτσι έπιασα δουλειά σε έναν φούρνο. Ύστερα έφυγα για την Κρήτη, όπου τον πρώτο καιρό έμενα σε κάτι σπηλιές (σ.σ. Μάταλα) γιατί δεν είχα σπίτι! Υπήρχε ένα χωριό στην Κρήτη όπου άραζαν συνήθως οι χίπηδες της εποχής και όσοι ήταν πιο ανήσυχα νιάτα. Μου άρεσε πάρα πολύ εκεί πέρα. Ήθελα να είμαι μαζί τους. Και έναν ολόκληρο χειμώνα μέναμε σε μια σπηλιά που ήταν κάτι σαν κοινόβιο. Και παίζαμε όλοι μαζί κιθάρα. Ωραία ήταν!

– Θα το ξανάκανες όλο αυτό;

Τώρα; Όχι ποτέ, εκτός αν ξέρεις καμιά πεντάστερη σπηλιά! (γέλια)

– Και την πρώτη κιθάρα πώς την απόκτησες;

Με λεφτά που μάζευα από το χαρτζιλίκι της μαμάς. Της έκλεβα και κάποια όταν δεν έβλεπε και είχα μαζέψει 1.000 δραχμές. Αγόρασα μια κιθάρα Valencia Espana. Μου την πήρε ένας φίλος από την Αθήνα και την έφερε στη Λήμνο. Δέκα δέκα τις μάζευα τις δραχμές για να καταφέρω να πάρω αυτή την κιθάρα. Όλα τα παιδιά έτρωγαν τυρόπιτες εκτός από μένα.

– Ένας άνθρωπος που ξεκινάει με μια κιθάρα και δυο δραχμές στην τσέπη, νιώθει διπλά ικανοποιημένος όταν τα καταφέρνει, γιατί το έκανε τελείως μόνος του;

Τίποτα δεν κάνεις μόνος σου, απλώς παίζει σε αυτή την κούρσα να είσαι το κατάλληλο άλογο. Αυτό που κατάλαβα ύστερα από τόσα χρόνια είναι πως αν θέλεις να πετύχεις, δεν πρέπει να παρεκκλίνεις ούτε στιγμή από το όνειρό σου. Αλλιώς δεν γίνεται!

– Πώς το είχες φτιάξει στο μυαλό σου αυτό το όνειρο;

Αυτό που έχω γίνει δεν το είχα στο μυαλό μου. Ξεκίνησα ως κιθαρίστας και ήμουν πολύ ικανοποιημένος με τα χρήματα που έβγαζα. Λίγα μεν, αλλά περισσότερα από ενός οικοδόμου, για παράδειγμα. Ήμουν δηλαδή καλά οικονομικά και έκανα αυτό που γούσταρα. Θυμάμαι έπαιζα κιθάρα δυο χρόνια στον Κάβουρα στα Εξάρχεια και μετά στο Κύτταρο με τη Σοφία Βόσσου, τον Ανδρέα Μικρούτσικο και τον Παύλο Κοντογιαννίδη. Εκεί άρχισα να λέω κάποια τραγουδάκια και να ξεπετιέμαι.

– Εκεί έγινε το μεγάλο «μπαμ»;

Στη δική μου περίπτωση, δεν υπήρξε μεγάλο «μπαμ». Ήρθαν πολύ σιγά τα πράγματα. Ευτυχώς! Να σκεφτείς ότι στον δεύτερο δίσκο υπήρχαν δύο σπουδαία τραγούδια, το «Σμαράγδια και ρουμπίνια» και το «Καραβάνι», και μόλις κυκλοφόρησε, έκλεισε η δισκογραφική εταιρεία. Χρωστάω πολλά σε έναν παλιό παραγωγό, τον Νίκο Κιάμο. Αυτός πίστεψε σε μένα και μου έβαλε το φιτίλι. Είχε φτιάξει πολλά ονόματα στην Columbia τότε, όπως τον Μάριο Τόκα. Δεν μου άνοιξε πόρτες, αλλά έκανε το πιο σημαντικό: με έκανε να πιστέψω σε μένα! Αν το ’χεις, κάποια στιγμή θα ανοίξουν οι πόρτες…

– Τι είναι πιο δύσκολο, να χτίσεις μια καριέρα ή να την κρατήσεις;

Να την κρατήσεις! Γιατί αυτό προϋποθέτει συνέπεια και λόγο ύπαρξης. Προσωπικά, βρίσκομαι στη δισκογραφία από το 1992.

– Θα έλεγες για τον εαυτό σου πως είσαι εύκολος συνεργάτης;

Στη δουλειά μου θεωρούμαι δύσκολος, αλλά αν καταλάβεις τι θέλω και πώς λειτουργώ, δεν διατρέχεις κίνδυνο. Τα περισσότερα μεγάλα ονόματα της μουσικής κάθε χρόνο αλλάζουν ορχήστρα γιατί τσακώνονται. Και μετά βγαίνω εγώ ο στριμμένος που έχω από το 2008 την ίδια μπάντα. Ε, πώς γίνεται αυτό;

– Πόσες φορές έχεις τσακωθεί με την μπάντα;

Πολύ λίγες! Υπάρχουν κάποια «καλά παιδιά» της μουσικής που είναι τόσο… «καλά παιδιά» που δεν μιλιούνται με τους μισούς Έλληνες καλλιτέχνες. Εγώ δεν κάνω τέτοια!

– Γέμισε ο χώρος σας με «καλά παιδιά»;

Αυτό πού το πας; Προτιμώ να ’μαι το κακό παιδί! Γιατί έχω γνωρίσει κάτι καλόπαιδα που αποδείχτηκαν τα χειρότερα. Γενικά, μου αρέσουν οι άνθρωποι που ό,τι έχουν να πουν σ’ το λένε ευθέως, με καλό ή κακό τρόπο, αλλά ευθέως! Έχω σιχαθεί τους διπλωμάτες που κάνουν τα πάντα για να πετύχουν έναν ματαιόδοξο σκοπό. Νιώθουν σπουδαίοι και είναι τόσο τεράστια η ανάγκη τους για αυτοπροβολή. Δυστυχώς, έχουν δει πολλά τα μάτια μου σ’ αυτή τη δουλειά…

– Και όταν πρέπει να συνεργαστείς μαζί τους, τι κάνεις;

Γι’ αυτό υπάρχουν τα διαφορετικά καμαρίνια. (γέλια)

– Τα τραγούδια σου πώς θα τα χαρακτήριζες;

Ερωτικά! Είμαι ο τραγουδιστής του έρωτα!

– Όντως, έχεις πει πολλά ερωτικά κομμάτια…

Μόνο ερωτικά έχω πει! Καταρχάς, έχω το νούμερο ένα «γαμοτράγουδο»: το «Έμεινα εδώ»! Κι είναι ωραίο να νιώθεις ότι ήσουν το μουσικό χαλί σε ένα love story!

– Πώς είναι αυτό, να τραγουδάς μονίμως τον έρωτα;

Παραμυθάς! Φτιάχνεις ωραία παραμύθια, βάζεις μουσική στις ιστορίες και περνά καλά αυτός που τις ακούει και κάποιες φορές ταυτίζεται μαζί τους. Το δύσκολο με το τραγούδι είναι ότι σε τρία λεπτά πρέπει να τα ’χεις πει όλα. Το «Έμεινα εδώ», για παράδειγμα, μου πήρε καιρό να το γράψω. Είναι όμως ένα κομμάτι που άξιζε τον κόπο. Άλλο αν γράφτηκε το 2002 και ακούστηκε το 2010.

– Γιατί αυτό;

Μη ρωτάς εμένα, τα media ρώτα! Αυτοί αποφασίζουν… Όταν αποδεικνύεται ύστερα από χρόνια και από άλλες πηγές, όπως είναι το YouTube, ότι το τραγούδι του τάδε είναι ένα αγαπημένο τραγούδι αλλά δεν ακούστηκε ποτέ στα ραδιόφωνα, έχουν εκτεθεί τα ίδια τα ραδιόφωνα. Μαζί και κάποιοι που η δουλειά τους είναι να «προωθούν» ό,τι καλό βγαίνει. Το κάνουν;

– Γιατί τα ραδιόφωνα να μην παίζουν Ρόκκο;

Τα ραδιόφωνα δεν παίζουν κανέναν Ρόκκο, κανέναν Ρέμο και κανέναν Ρουβά. Τα ραδιόφωνα παίζουν τραγούδια. Αλίμονο αν έπαιζαν «Ρόκκο»! Τα τραγούδια του Ρόκκου πρέπει να παίζουν, αν και εφόσον αυτά αξίζουν τον κόπο. Βέβαια, στο τέλος τα καλά τραγούδια με τον έναν ή τον άλλο τρόπο βρίσκουν τον δρόμο τους.

– Το λες ως παράπονο;

Κανένα παράπονο! Είμαι χορτασμένος, έχω ζήσει πολλές επιτυχίες. Απλά κάποιος δεν κάνει καλά τη δουλειά του σε αυτή την περίπτωση. Μπορεί κι εγώ!

– Που ίσως δεν υπήρξες αρκετά δημοσιοσχεσίτης;

Μα είναι δυνατόν να χρειάζεται ένα καλό τραγούδι δημόσιες σχέσεις για να ακουστεί;

– Οι δύο γιοι σου ασχολούνται με τη μουσική. Θα τους συμβούλευες να αλλάξουν επίθετο για να αποφύγουν τυχόν συγκρίσεις;

Τους το έχω πει μεταξύ σοβαρού και αστείου. Στη θέση τους θα το έκανα γιατί δεν είναι δίκαιο να τους συγκρίνουν με μένα, είναι πολύ μοναδικές περιπτώσεις καλλιτεχνών και όλο αυτό γίνεται άθελά τους. Έχω πειστεί ότι το όνομά μου μόνο κακό μπορεί να τους κάνει.

– Πόσο χρόνων είναι σήμερα;

Ο Δημήτρης είναι 31 και ο Ανδρέας 28. Έχω και δύο κόρες, τη Δέσποινα, 20 χρόνων, και τη Μέλια στα 11.

– Υπήρξες καλός πατέρας;

Δεν είμαι ο κατάλληλος να το απαντήσω αυτό. Για να μιλάμε ειλικρινά, όμως, δεν υπήρξα σωστός πατέρας. Ο σωστός πατέρας είναι εκεί! Εγώ πώς θα είμαι σωστός πατέρας αφού δεν ζω μαζί τους; Θα ήθελα, όμως, οι φίλοι τους, οι γονείς των φίλων τους και η κοινωνία να πουν κάποια στιγμή ότι έχω σπουδαία παιδιά!

INFO: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο του single με τίτλο «Μακάρι» από την Panik Platinum, το οποίο έχει ξεπεράσει ήδη τα δύο εκατομμύρια views στο YouΤube, ενώ συνεχίζει τις επιτυχημένες εμφανίσεις του, κάθε Παρασκευή και Σάββατο, στο Estate με τον Σάκη Ρουβά και την Έλενα Παπαρίζου.

Φωτογραφίες: Νίκος Μαλιάκος

Πηγή: People