«Εμείς οι ηθοποιοί μπορούμε να είμαστε από δολοφόνοι μέχρι άγιοι, από τιμωροί μέχρι τιμωρημένοι, και κανείς να μη μας πιάνει γι’ αυτά που διαπράττουμε πάνω στη σκηνή» λέει σχεδόν σαν να συστήνεται. Όχι ότι έχει καμιά ιδιαίτερη ανάγκη από συστάσεις. Το όνομα του Σωτήρη Χατζάκη έχει συνδεθεί εδώ και χρόνια με τις μεγάλες θεατρικές σκηνές της Αθήνας, τα κλασικά κείμενα, την ανάληψη καίριων θέσεων σε δημόσιους φορείς πολιτισμού, τους διανοούμενους φίλους και τους ισχυρούς εχθρούς, τη λεβεντογέννα Κρήτη, το ιστορικό θέατρο Καισαριανής, τον Νίκο Κούρκουλο, τα βιβλία, τα πούρα και τις ωραίες γυναίκες.

Σάββατο απόγευμα, στο πατάρι του Ιανού, κάθεται στην άκρη ενός μεγάλου, ορθογώνιου τραπεζιού. Μόλις έχει τελειώσει ένα ακόμη σεμινάριο θεατρικής γραφής από αυτά που κατά καιρούς διοργανώνει για σπουδαστές και θεατρόφιλους. Πατάω το «Rec» και μου προτείνει να φέρω το μαγνητόφωνο πιο κοντά γιατί «την προηγούμενη φορά που έδωσα συνέντευξη δεν γράφτηκε τίποτα. Χλόμιασε η δημοσιογράφος μόλις το ανακάλυψε». Μια ώρα μετά, βγαίνουμε έξω στον καθαρό αέρα, χαιρετιόμαστε βιαστικά, ανάβει ένα κουβανέζικο πουράκι και ανεβαίνει σκυφτός την Ευριπίδου στο Κέντρο. Εκείνη την ώρα πέφτουν και οι πρώτες ψιχάλες.

Βάζοντας το όνομά σας στο Google διάβασα κάτι που μου έκανε εντύπωση. Αληθεύει ότι ήσασταν συμφοιτητές με τον Παύλο Σιδηρόπουλο;

Ήμασταν στο ίδιο σχήμα της Ντενεκεδούπολης, της Ευγενίας Φακίνου. Παίζαμε και οι δύο κουκλοθέατρο εκεί. Μαζί μας ήταν επίσης ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Αντώνης Αντωνίου, η Ρένα Καζάκου κ.ά.

Γράφατε και στην Αυγή με ψευδώνυμο;

Αυτό ήταν κάπου στις αρχές του ’90. Έχω ακόμη τα αποκόμματα. Έγραφα στην Αυγή και στο Πριν, του Δελαστίκ, με το ψευδώνυμο Μανώλης Μοχός. Μανώλη έλεγαν τον πατέρα μου και Μοχός είναι το χωριό μου στην Κρήτη. Και στα δύο έντυπα έδινα δωρεάν πολιτικά κείμενα, σε σχέση πάντα με τον πολιτισμό. Αργότερα, χρησιμοποίησα πάλι αυτό το ψευδώνυμο σε έναν μονόλογο για την Αραβική Άνοιξη, όταν ήμουν αντιπρόεδρος στο Δ.Σ. της Ένωσης των Θεάτρων της Ευρώπης.

Γιατί χρησιμοποιούσατε ψευδώνυμο;

Ήθελα να τιμήσω τον πατέρα μου και το χωριό μου. Πάντως, στη σημερινή Αυγή δεν θα έγραφα, γιατί δεν εγκρίνω τη στάση της απέναντι στο μαρτυρολόγιο των ανθρώπων που βιώνουν την κρίση σήμερα.

Μεγαλώσατε στην Κρήτη;

Μοχός Πεδιάδος Ηρακλείου, πάνω από τη Χερσόνησο. Εκεί βαπτίστηκα, από εκεί έχω τις πρώτες εικόνες, τις πρώτες μυρωδιές, τις πρώτες γεύσεις, τα πρώτα ακούσματα –τραγούδια και ήχοι ζώων–, η ίδια η συμβίωση με τα ζώα, τα δέντρα μας, η χλωρίδα και η πανίδα της Κρήτης, τα γλέντια, ο Ερωτόκριτος, η ντοπιολαλιά, την οποία έκανα μεγάλη προσπάθεια να αποβάλω μετά. Γύρω στα 6 μου ήρθαμε στην Αθήνα, για πολιτικούς λόγους. Βλέπετε, ο πατέρας μου, πριν κάνει οικογένεια, ήταν δεσμώτης της Μακρονήσου και του Άη Στράτη. Φύγαμε από την Κρήτη για να έρθουμε, υποτίθεται, σε μια πιο ανεκτική Αθήνα της εποχής εκείνης. Μιλάμε για το 1964. Άγρια χρόνια. Μόλις είχε δολοφονηθεί ο Γρηγόρης Λαμπράκης.

Τι δουλειά έκανε ο πατέρας σας;

Στην Αθήνα ήταν ράφτης. Είχαμε ένα ραφείο μέσα στο σπίτι, μεγάλωσα με τα πατρόν και τα ραφτικά, τα ξέρω καλά. Έχω καθίσει επάνω σε άπειρες καρφίτσες. Μετά, όταν δεν μπορούσε πια να κρατήσει το ραφείο, άρχισε να αναζητά δουλειά, όμως δεν ήταν εύκολο να βρει γιατί δεν είχε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Μόνο ο Μάτσας τον πήρε κάποια στιγμή εργάτη στην Columbia, στην παραγωγή δίσκων.

Άρα ζήσατε φτωχικά χρόνια;

Δύο εικόνες θυμάμαι έντονα ως παιδί: Να μπαίνει συνέχεια η αστυνομία στο σπίτι να πάρει τον πατέρα μου για τα γνωστά και να επιπλέουν τα έπιπλα μέσα στο σπίτι. Υπήρχε ένα ρέμα εκεί κοντά και πλημμυρίζαμε συνέχεια. Με πήγαιναν τότε δίπλα, στην κυρία Μαλβίνα, και έβλεπα ανθρώπους μουσκεμένους μέχρι τη μέση να προσπαθούν να σώσουν έπιπλα και οικοσκευές.

Όλα αυτά πώς επηρέασαν αργότερα τη ζωή σας;

Μάλλον για όλα αυτά είμαι σήμερα πλάνης και ανέστιος, δηλαδή περιπλανώμενος και χωρίς μόνιμη στέγη. Κατάλαβα, επίσης, από πολύ νωρίς τι σημαίνει βία, πολιτική βία, εξουσία, απεργία, λαϊκό κίνημα, Αριστερά, καρέκλα της εξουσίας, προδοσία της επανάστασης για μια καρέκλα. Εκεί, γύρω στα 16, τα εγκατέλειψα όλα και έγινα το «μαύρο πρόβατο». Έφυγα από τη μυθολογία της Αριστεράς και μπήκα στον Γκιμπράν, στον Κρισναμούρτι, στον Καζαντζάκη. Διεθνοποιήθηκα σε άλλους ορίζοντες, ας πούμε.

Άρα, ως παιδί δεν αγαπούσατε την εξουσία;

Καθόλου!

Και όταν αργότερα βρεθήκατε σε θέσεις εξουσίας; Αναφέρομαι κυρίως στο Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών παλαιότερα, όπου διατελέσατε καλλιτεχνικός διευθυντής.

Αυτό συνέβη όταν είχα κάνει ήδη μια μεγάλη πορεία στο θέατρο. Ξεκίνησα επίσημα από το 1979 ως ηθοποιός, βοηθός σκηνοθέτη, σκηνοθέτης, μουσικός επιμελητής, σφουγγάριζα τη σκηνή, κατασκεύαζα σκηνικά, τα κουβαλούσα…

Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου δηλαδή;

Ήρθε η ιδέα. Κάποιοι άνθρωποι πιστέψαμε –καλώς ή κακώς, δεν έχει σημασία– ότι μέσα από μια τέτοια θέση μπορούμε να συμβάλουμε ώστε να αποκτηθεί μια συνείδηση. Ότι η οικονομική κρίση θα αντιμετωπιστεί όχι πρόσκαιρα, μόνο με οικονομοτεχνικά μέτρα, αλλά και με τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας, που δεν είναι ούτε όπλα, ούτε αυτοκίνητα, είναι ο πολιτισμός.

Είναι αφροδισιακή η καρέκλα της εξουσίας;

Α, μπα… Προσωπικά δεν το βίωσα καθόλου έτσι. Πιστέψτε με, το λέω ειλικρινά, είχα στείλει τον εαυτό μου εξορία και δεν θυμόμουν πού είναι να μου στείλει πίσω κάνα γράμμα. Έχασα τα πάντα. Την κανονικότητά μου, την καθημερινότητά μου, τα διαβάσματά μου, τους φίλους μου, τον χρόνο μου, τα δέντρα μου, το σινεμά, τα πάντα. Τόσο στο ΚΘΒΕ όσο και στο Εθνικό, δούλευα καθημερινά από τις 8 το πρωί μέχρι τις 11 το βράδυ. Δεν θυμάμαι να έχω φάει ποτέ στο μπαρ του Εθνικού, παρά μόνο στο γραφείο, γιατί δεν προλάβαινα. Όταν βγήκα, λοιπόν, από όλο αυτό, ύστερα από οκτώ χρόνια στη δημόσια διοίκηση, πιστέψτε με, βρήκα τόσες χαρές. Καταρχάς, είδα μέρη της πόλης κάτω από συγκεκριμένο φως, που δεν είχα δει ποτέ. Ξαναβρήκα εκκλησάκια, τον Στρέφη, τον Λυκαβηττό, το Θησείο, την Πνύκα, τις σημειώσεις μου, τα ταξίδια μου. Ήταν, τελικά, μεγάλο το τίμημα… Έζησα κάτι από αυτά που περιγράφει στα βιβλία του ο Βίκτωρ Ουγκό.

Να υποθέσω, δηλαδή, ότι θα το σκεφτόσασταν διπλά και τριπλά αν αύριο χτυπούσε το τηλέφωνο και σας πρότειναν μια παρόμοια δημόσια θέση;

Αν ήμουν κομματική επιλογή, δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναπάω. Αν η επιλογή ήταν διακομματική και καλλιτεχνική, πάλι θα το σκεφτόμουν σοβαρά, γιατί ζω πλέον μια ευτυχισμένη ζωή. Εργάζομαι στο ελεύθερο θέατρο, γράφω βιβλία, έχω ξαναβρεί τη φύση και τους φίλους μου. Για να τα ρισκάρει κανείς όλα αυτά, θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα αφήγημα το οποίο να είναι πολύ ωφέλιμο και να έχει λεκτική δύναμη. Να είναι κάτι που να μην αφορά σε διώξεις αυτών παρ’ αυτών και «Τι κακοί οι προηγούμενοι, τι καλός εγώ». Τότε, ευχαρίστως, αλλά με τους όρους του παιχνιδιού πια.

Δηλαδή;

Θα σας το εξηγήσω με ένα παράδειγμα. Αγαπούσα πολύ τους συνδικαλιστές λόγω του πατέρα μου, αλλά εκείνοι δεν αγαπούσαν το κίνημά τους. Αποδείχτηκαν εργατοπατέρες. Στο Εθνικό, συγκεκριμένα, ήταν παρακράτος.

Βαριά λέξη αυτή…

Ναι, το σωματείο του Εθνικού είναι ένα παρακράτος. Και μη φοβηθείτε να το γράψετε! Δείτε τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή με τον Λιβαθινό, τι συνέβη με τον Χουβαρδά, τι συνέβη με μένα. Στο Εθνικό δρουν καθαρά με όρους εργατοπατέρα, κοιτούν την προσωπική τους ανέλιξη και δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τα αιτήματα των εργαζομένων, τους οποίους καταδικάζουν σε μια μιζέρια. Με αυτό το σωματείο, Εθνικό Θέατρο δεν υπάρχει!

Ας αλλάξουμε θέμα και ας πάμε στην ευτυχισμένη ζωή που μου είπατε πριν πως ζείτε. Πώς είναι η καθημερινότητά σας;

Δουλεύω πολύ και στον ελεύθερο χρόνο μου διαβάζω. Έχω και τα «κορίτσια» μου, τη ροδιά μου, τη μυρτιά μου, τη λεμονιά μου. Όλα σε ένα τεράστιο μπαλκόνι στο σπίτι μου, στο Παλαιό Φάληρο, όπου φροντίζω περίπου σαράντα φυτά. Ταΐζω και είκοσι γάτους. Γενικά, όταν βγάζω τα παπούτσια και πατάω χώμα, είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Νιώθω ότι υπάρχουν δυνάμεις χοϊκές στη γη. Υπάρχουν δυνάμεις στα δέντρα, τα λουλούδια, τα φυτά, τα ζώα, τις οποίες όμως έχουμε ξεχάσει. Τα ζώα και τα φυτά είναι αδέλφια μας. Δεν κυριαρχούμε εμείς σε αυτόν τον κόσμο, όπως θέλει ο μονοθεϊσμός, τον οποίο στηρίζει ο καπιταλισμός. Διαβαίνουμε μέσα στη Φύση σαν τουρίστες και όχι σαν παιδιά της. Και αυτό είναι κακό. Όταν τα ζώα ερωτεύονται, μου δείχνουν τη δύναμη του έρωτα. Όταν αγαπούν, μου δείχνουν τη δύναμη της αγάπης. Είναι «stalker», που έλεγε ο Ταρκόφσκι. Είναι «guide», που λένε οι Άγγλοι. Είναι «οδηγοί», όπως λέμε εμείς στο Άγιο Όρος.

Ιδανικά, θα θέλατε τα επόμενα χρόνια να απομονωθείτε στο χωριό σας στην Κρήτη, με τα ζώα και τα φυτά σας;

Πολύ πιθανό. Δεν το θεωρώ απομόνωση, αυτό είναι το καταπληκτικό. Τι ομορφότερο από το να αγαπάς τη Φύση; Και δεν είναι γραφικό αυτό, ούτε αγροτικού βίου ευαισθησία. Είναι πίστη και αγάπη στη φύτρα της ζωής. Προχθές, για λόγους οικογενειακούς, ήμουν σε ένα ιατρικό κέντρο και υπήρχαν κάτι σιδερένια σκαλοπάτια και το τσιμέντο. Εκεί, στη μετόπη που κάνει το σίδερο με το τσιμέντο, από το πουθενά, έβγαινε ένα φυτάκι. Κάθισα, λοιπόν, και το ευχαρίστησα για τη δύναμή του να βγει εκεί και το κουράγιο που δίνει σε όλους εμάς, που με το παραμικρό λέμε «Οχ, έχω προβλήματα και δυσκολίες». Τι δυσκολίες έχεις; Το φυτάκι βγαίνει εκεί, στο πουθενά! Γιατί κάτω από την άσφαλτο –προσέξτε, «άσφαλτος» ίσον «μη σφάλμα»– υπάρχουν χιλιάδες σπόροι έτοιμοι να ανθίσουν. Υπάρχει ζωή εκεί κάτω. Αλλά εμείς έχουμε επιστρωματώσει τη γη με άσφαλτο. Το ίδιο έχουμε κάνει και στην ενδοχώρα μας.

Συνειρμικά, μου ήρθε στο μυαλό τώρα μια παλαιότερη δήλωσή σας, όπου περιγράφατε πως κάθε φορά που πηγαίνετε με κάποιο αρχαίο κείμενο στην Επίδαυρο, τελειώνοντας την παράσταση και όταν ο κόσμος έχει πια φύγει, γυρίζετε πίσω στη σκηνή και φιλάτε το χώμα. Συγκλονιστική εικόνα αυτή…

Ναι, η Επίδαυρος είναι ιερός χώρος, δεν είναι μια πιάτσα που περνάμε, παίζουμε και φεύγουμε. Δεν μπορείς εσύ, αραιός, ανέφελος και άσχετος, να πηγαίνεις τουριστικά σε ένα μέρος όπου υπάρχουν ακόμη οι ψυχές του Μινωτή, της Παξινού, της Χατζηαργύρη, του Κανάκη και του Κουν. Και όταν η παράσταση τελειώσει, γύρνα και πες ένα ευχαριστώ. Κάνε μια υπόκλιση. Χαιρέτησε τη σκηνή της Επιδαύρου όπως και την κάθε σκηνή. Το σανίδι. Αυτό σε αναδεικνύει, αυτό σου δίνει το χάρισμα.

Στα τηλεοπτικά τώρα. Ύστερα από δέκα χρόνια επιστρέφετε στην τηλεόραση με το Κόκκινο Ποτάμι, του Μανούσου Μανουσάκη, στο Οpen. Πώς το αποφασίσατε;

Κάνω τηλεόραση μόνο όταν κάτι με ενδιαφέρει πολύ. Μου αρέσει η τηλεόραση, δεν την απαξιώνω. Είπα το «ναι» στο συγκεκριμένο έργο, γιατί έχω να κάνω με έναν Μανουσάκη, ο οποίος είναι κάτι το καταπληκτικό. Για να βγει ωφέλιμο τεσσάρων λεπτών, κάνουμε γύρισμα δέκα ώρες. Από εκεί και πέρα, με ενδιαφέρουν πολύ τα συλλογικά αφηγήματα της χώρας και εδώ έχουμε να κάνουμε με τη γενοκτονία των Ποντίων, κάτι αδιανόητα βάρβαρο. Οι Πόντιοι είναι ένα μέρος της ψυχής του Ελληνισμού, τους αγαπώ πολύ. Όλοι μου οι φίλοι είναι Πόντιοι.

Η πρόταση έγινε από τον Μανούσο Μανουσάκη;

Ναι!

Ρωτάω επειδή δύσκολα κάποιος θα σας προτείνει δουλειά στην τηλεόραση, δεδομένου ότι θα σκεφτεί «Σιγά μη δεχτεί ο Χατζάκης».

Η αλήθεια είναι πως σε αυτά τα έντεκα χρόνια (σ.σ. η τελευταία του τηλεοπτική δουλειά ήταν το 2008, στο Δέκα, του Καραγάτση) μία φορά με πήραν μόνο, από τον ΑΝΤ1 –όταν στον σταθμό ήταν ο Καλημέρης ακόμα–, για να γίνω πρόεδρος της επιτροπής στο So You Think You Can Dance. Με πλήρωναν, δε, τόσο καλά που σίγουρα θα είχα ένα σπίτι από αυτά που ονειρεύομαι τώρα.

Γιατί αρνηθήκατε;

Διαφωνούσα με κάποια ονόματα της επιτροπής, με κάποια παιδιά που δεν έφταιγαν σε τίποτα, εγώ ήμουν ο αταίριαστος και αναρωτιόμουν τι να κάνω εκεί; Τα παιδιά μια χαρά ήταν. Υπήρχε μια δική τους έντονη θέληση να είμαι –και πολύ το εκτιμώ αυτό–, αλλά δεν ήθελα να το κάνω. Ουσιαστικά, δεν είχα λόγους, θα ήθελα η πρόταση να συνοδευόταν από συναδέλφους μου από το θέατρο, που μπορεί να μην είχαν την αναγνωρισιμότητα των μελών που είδαμε στην κριτική επιτροπή, αλλά θα έκριναν πιο σωστά τους συμμετέχοντες.

Αυτό το σπίτι δεν καταφέρατε να το αποκτήσετε από τη δουλειά σας στο θέατρο;

Είμαι σαράντα χρόνια στο θέατρο και δεν απέκτησα τίποτα. Δεν έχω ένα δικό μου σπίτι, στο νοίκι ζω. Δεν έχω καν αυτοκίνητο. Δεν οδηγώ κιόλας, ας μην παραπονούμαι. Πρόσφατα, έκανα μια αυτοψυχανάλυση και κατάλαβα τον λόγο που δεν θέλησα ποτέ να βγάλω δίπλωμα. Όταν ο πατέρας μου επέστρεφε άπραγος στο σπίτι επειδή δεν είχε βρει δουλειά, λόγω του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων που λέγαμε πριν, κατέβαζε το βλέμμα –κάτωχρος και κουρασμένος– και έλεγε «Τους άτιμους, ούτε δίπλωμα δεν με αφήνουν να βγάλω». Τότε, ως παιδί, ορκίστηκα μέσα μου να μη ζητήσω ποτέ τίποτα από αυτούς που κυνήγησαν τον πατέρα μου, ούτε καν δίπλωμα αυτοκινήτου. Γι’ αυτό δεν αγαπώ και τις στολές. Δεν έχω λοιπόν σπίτι, δεν έχω αυτοκίνητο, δεν έχω δίπλωμα, ζω με ό,τι βγάζω από τη δουλειά μου. Είμαι ένας προλετάριος της Τέχνης και αυτό θα παραμείνω.

Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος

Πηγή: People