Χρειάστηκε να αλλάξουμε δύο σημεία συνάντησης, όχι επειδή είναι πολύ star και τον αναγνωρίζουν όλοι, αλλά γιατί οι δρόμοι του κέντρου ήταν κλειστοί λόγω πορείας. Βέβαια, στο καφέ που καθίσαμε τελικά, σε ένα στενό στου Ψυρρή, τον φώναζαν όλοι με το μικρό του, κάποιοι τον χαιρετούσαν χτυπώντας τον ελαφρά στην πλάτη και άλλοι του έριχναν επίμονες ματιές καθώς σκέφτονταν «αυτός είναι ή κάποιος που του μοιάζει;».

Κι αν καθόμασταν λίγη ώρα παραπάνω –στοίχημα!– θα του ζητούσαν και το πρώτο αυτόγραφο της ημέρας. Το ωραίο με τον Ορφέα Αυγουστίδη είναι πως μπορείς να συζητήσεις άνετα μαζί του από Τέχνη μέχρι μαγειρική και το ταϋλανδέζικο που έφτιαξε τις προάλλες, και από τα δύσκολα εφηβικά χρόνια όπου κυκλοφορούσε στα Εξάρχεια με φαρδιά ρούχα και μοβ τσουλούφια στα μαλλιά, μέχρι τη διαφορά του Homo Sapiens από τον Νεάντερταλ!  Αρκεί να υπάρχει χρόνος…

– Πόσο συχνά νιώθεις να μη φτάνουν οι ώρες της ημέρας;

Η αλήθεια είναι πως θα ‘θελα η μέρα μου να έχει πέντε – έξι έξτρα ωρίτσες. Να ξυπνάω χαλαρά, να στύβω φρέσκα πορτοκάλια και να πίνω τον χυμό μου, οργανώνοντας παράλληλα τις δουλειές μου.

– «Δεν περνάει μέρα που να μην…». Συμπλήρωσέ μου τη φράση.

«Δεν περνάει μέρα που να μη μαγειρέψω!» Και αυτό γιατί μου αρέσει να φροντίζω τον εαυτό μου, την υγεία μου, το σπίτι μου και τους ανθρώπους δίπλα μου. Κάθε Τρίτη μάλιστα θα πάω στη λαϊκή της γειτονιάς μου στον Κεραμεικό να πάρω τα υλικά μου και στη συνέχεια θα περάσω μια βόλτα από τη Βαρβάκειο Αγορά, που έχω τον άνθρωπό μου και ξέρω ότι θα μου δώσει ένα φρέσκο κομμάτι κρέας.

– Ποια είναι η σπεσιαλιτέ σου;

Φτιάχνω πολύ νόστιμα παραδοσιακά φαγητά, από πίτες μέχρι παστίτσιο. Βέβαια, παστίτσιο έφτιαχνα ήδη από τα 21 με δική μου μπεσαμέλ. Γενικά, προτιμώ τη μεσογειακή κουζίνα.

– Μένεις πολλά χρόνια μόνος σου;

Έχω φύγει από το σπίτι εδώ και 13 χρόνια.  Προτιμούσα να έχω τον δικό μου χώρο και την ίδια στιγμή να αφήσω χώρο στη μητέρα μου, η οποία δεν ήθελε φυσικά, αλλά έτσι γίνεται πάντα.

– Μεγάλες επαναστάσεις έχεις κάνει; Από τη δουλειά που επέλεξες μέχρι τον τρόπο ζωής σου.

Η δουλειά που επέλεξα δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί «επανάσταση» από τη στιγμή που έπεσε τόσο πολύ το μήλο κάτω από τη μηλιά! Επανάσταση θα είχα κάνει αν είχα γίνει γιατρός ή δικηγόρος, για παράδειγμα. Θυμάμαι πάντως να είμαι αρκετά αντιδραστικός ως έφηβος. Κάναμε καταλήψεις στο σχολείο, είχα κάτι ελεεινά look στα μαλλιά –βαμμένα κόκκινα μπροστά με μοβ τσουλούφια πίσω– και πιο πριν, εποχές Γυμνασίου, μακριά μαλλιά κοτσίδα, φαρδιά ρούχα και παπούτσια Reef.

Αποδέχομαι, όμως, πως κάποτε ήμουν αυτό το παιδί και μέσα μου είμαι ακόμη. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη στους ανθρώπους να πετάξουν το παρελθόν τους, είτε γιατί ντρέπονται είτε γιατί πλέον δεν συνδέονται με αυτό. Αλλά είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι σου το παρελθόν. Είναι αυτό που είσαι τώρα. Οπότε γελάω με αυτό το παιδί και ταυτόχρονα νιώθω νοσταλγία, τρυφερότητα και κάποιου είδους συμφιλίωση.

– Νιώθεις να μεγαλώνεις όμορφα;

Σχετικό είναι αυτό! Μπορεί σε 15 χρόνια να σου πω γι’ αυτή την περίοδο της ζωής μου «Τι λάθος που τα έκανα όλα!». Προς το παρόν, νιώθω ότι συμμετέχω αρκετά σε αυτό που μου συμβαίνει στη ζωή. Και δεν μιλάω μόνο για τη δουλειά. Πιστεύω ότι είμαι γειωμένος και κοντά στον εαυτό μου. Έχω αγκαλιάσει τις αδυναμίες μου και παλεύω με τις ενοχές μου. Συμφιλιώνομαι όλο και περισσότερο με τον τρόπο που με μεγάλωσαν οι γονείς μου και με αυτό που είναι οι ίδιοι. Και αυτό κάνει τη σχέση μου μαζί τους πιο ανακουφιστική.

– Οι ενοχές καταλαμβάνουν σημαντικό κομμάτι της ζωής σου;

Δεν θα έλεγα περισσότερο από των άλλων ανθρώπων. Νομίζω ότι οι ενοχές είναι πρόβλημα όλων μας, είναι φυτεμένες στο DNA μας για πάρα πολλούς λόγους. Είτε λόγω του θρησκευτικού παρελθόντος της Ελλάδας είτε λόγω του γενικότερου συντηρητισμού που μας διακρίνει. Ζούμε και σε μια περίεργη εποχή…

– Τι συμβαίνει με αυτή την εποχή;

Δεν ξέρω κι εγώ παρατηρώ. Ξέρω ότι δεν μπορώ να την αλλάξω, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αντισταθώ σε ό,τι δεν μου αρέσει και να αποφασίσω εγώ πώς θέλω να είμαι. Σίγουρα, ζούμε σε μια εποχή που δεν με γοητεύει. Δεν μου αρέσει, για παράδειγμα, να βλέπω νέα κορίτσια να φροντίζουν με τόσο ακραίο τρόπο τον εαυτό τους. Αλλά τι να κάνουμε; Η κάθε εποχή έχει τα «μαύρα» της.

– Μιας και αναφέρθηκες πριν στους γονείς σου, είσαι από τα λίγα, για να μην πω ελάχιστα, παιδιά ηθοποιών που δεν τους επισκίασε το όνομα των διάσημων γονιών τους.

Ναι, όπως φάνηκε, δεν συνέβη αυτό. Έχει να κάνει με τις προσωπικές επιλογές του καθενός αλλά και με το γεγονός πως και οι δύο μου γονείς υπήρξαν στον χώρο με αξιοπρέπεια και σεβασμό. Δεν ήταν τσογλάνια, οπότε μου άφησαν πολύ ζεστό χώρο και έχει σημασία όταν μπαίνεις σε αυτή τη δουλειά, να συναντάς ανθρώπους που εκτιμούν τους γονείς σου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα έχεις μια διαφορετική αντιμετώπιση.

Επίσης, δεν ήταν εκκωφαντικός ο τρόπος που υπήρχαν στον χώρο, ώστε να αντιδράσω και να υπάρξω αλλιώς μέσα σε αυτόν. Δεν προσπάθησα δηλαδή να είμαι κάτι κόντρα στους γονείς μου αλλά ούτε και να μπω στο αυλάκι που άνοιξαν αυτοί. Παίζει ρόλο και ο τρόπος που το χειρίστηκαν οι ίδιοι, με άφησαν ελεύθερο να δοκιμάσω, να κάνω τα λάθη μου, να μετανιώσω, να γκρινιάξω και να λουστώ τις συνέπειες των επιλογών μου.

– Τελικά, τα μοναχοπαίδια είναι κακομαθημένα, όπως είθισται να λένε;

Εγώ ήμουν κακομαθημένος μέχρι το μεδούλι! (γέλια)

– Σοβαρά;

Όχι αλλά και ναι, μαζί! Κοίτα, έχω κάποιες παραξενιές και μικρές ιδιοτροπίες που τις ξέρουν αυτοί που με ανέχονται, δηλαδή οι φίλοι μου και η σύντροφός μου. Αλλά προσπαθώ να διορθώνω τον εαυτό μου και να γίνομαι λιγότερο αφόρητος για τους άλλους. Καμιά φορά λέμε «αυτός είμαι και σε όποιον αρέσω», αλλά στην πραγματικότητα δεν θα πάθεις κάτι αν μετακινηθείς λίγο. Και για να γίνει αυτό πρέπει οι άνθρωποι που είναι δίπλα σου να έχουν αξία για σένα και να μην πιστεύεις ότι είσαι ο καλύτερος, ο πιο σημαντικός και πως όλοι οφείλουν να σε κανακεύουν.

– Μικρός, σε ποιον ηθοποιό ήθελες να μοιάσεις;

Υπήρξε μια περίοδος που για όλους μας ήταν πρότυπο ο Johnny Depp. Γιατί «έσπασε» την εικόνα του, μεταμορφωνόταν και αντιμετώπιζε τα πράγματα πιο κινηματογραφικά. Έχω συναντήσει πολλούς συναδέλφους της γενιάς μου που γουστάραμε τότε Johnny Depp, όταν έκανε τον Νεκρό του Jim Jarmusch ή τον Ψαλιδοχέρη του Tim Burton. Γενικά, γουστάραμε που έπαιζε σε ανεξάρτητες παραγωγές και δεν ήταν ακόμη ένα «διαμαντάκι» του Χόλιγουντ. Μεγαλώνοντας και γνωρίζοντας και άλλους ηθοποιούς, μπορώ να πω ότι θαύμασα πολλούς αλλά θα σου μιλήσω για τους ξένους, όχι για τους Έλληνες.

– Γιατί όχι για τους Έλληνες;

Γιατί προτιμώ να δείχνω τον θαυμασμό μου και τη συμπάθειά μου όταν συναντιέμαι από κοντά με αυτούς τους ηθοποιούς και όχι να τους γλείφω εξ αποστάσεως. (γέλια)

– Ποια νοοτροπία του χώρου σου σε εκνευρίζει;

Όλα είναι ωραία, ακόμη και το κουτσομπολιό! Είμαστε όλοι μεταξύ μας μέσα στα γέλια, αλλά όλοι έχουμε πρόβλημα με κάποιον από πίσω. Και όμως, ακόμη κι αυτό έχει την πλάκα του. Αν το καλοσκεφτείς, ο λόγος που εφεύραμε και εξελίξαμε τη γλώσσα είναι η ανάγκη μας για κουτσομπολιό. Ο εξαιρετικός για μένα φιλόσοφος – ανθρωπολόγος Yuval Noah Harari έχει γράψει ένα βιβλίο που λέγεται Sapiens και βασίζει όλη του τη θεωρία σε αυτό, ότι ο λόγος που μιλά ο άνθρωπος είναι η ανάγκη του να πει κάτι που είδε κάπου αλλού και δεν έχει να κάνει απαραίτητα με αυτόν, όπως «είδα ένα λιοντάρι» ή «ο τάδε είναι επιθετικός και έρχεται και μου κλέβει το φαγητό».

Ο Νεάντερταλ δεν είχε αυτή τη δυνατότητα, μπορούσε να πει πολύ συγκεκριμένα πράγματα με τη γλώσσα, δεν λειτουργούσε καθόλου η φαντασία του. Ένας από τους λόγους λοιπόν που μιλάμε, για να το πούμε χοντροκομμένα και λαϊκίστικα, είναι το κουτσομπολιό. Και ούτε μπορεί να μας πληγώσει τόσο βαθιά που κάποιος μας χαιρετάει κι από πίσω λέει «δεν μου αρέσει ο Ορφέας ως ηθοποιός».

– Το έχεις ακούσει αυτό;

Όχι, αλλά σίγουρα έχει ειπωθεί. Και γιατί να μην ειπωθεί δηλαδή; Δεν γίνεται να αρέσεις σε όλους. Πες μου ένα φαγητό που αρέσει σε όλους! Εντάξει, εκτός από τα μακαρόνια με κιμά, που ακόμη και γι’ αυτά υπάρχουν άνθρωποι που είναι έτοιμοι να σου επιτεθούν επειδή δεν τα τρως με κιμά σόγιας!

– Προσγειωμένος πώς καταφέρνεις να παραμένεις;

Δεν είναι όλοι μου οι φίλοι ηθοποιοί, γι’ αυτό! (γέλια) Η ζωή δεν είναι μόνο η δουλειά μας. Γιατί η δική μου δουλειά ή η δική σου, για παράδειγμα, να είναι πιο σημαντική από της κοπέλας που μας σέρβιρε τους καφέδες; Ο καθένας την ψυχή του δίνει εκεί που έχει διαλέξει να τη δώσει.

– Τι λένε οι φίλοι σου πώς θα μπορούσες να κάνεις καλά αν δεν είχες γίνει ηθοποιός;

Να είμαι πωλητής (γέλια). Λένε ότι μπορώ να «ψήσω» τον άλλον να αγοράσει το οτιδήποτε! Συνήθως παίρνω διάφορα gadgets και τους πείθω πολύ εύκολα να τα πάρουν κι εκείνοι. Προσωπικά, πιστεύω πως θα μπορούσα να είμαι μάγειρας, αλλά όχι με ρυθμούς επαγγελματικής κουζίνας. Θα το έκανα πιο μερακλίδικα, του στιλ «μαγειρεύω δέκα πιάτα την ημέρα».

– Τον εαυτό σου ξέρεις να τον «πουλάς»;

Καθόλου! Ακόμη και στις φωτογραφίες βγαίνω με ένα κενό βλέμμα που κοιτάζει τον φακό, χαμογελώντας στον κανέναν! Βέβαια, πλέον έχουμε τις selfies. Βγάλαμε και όνομα για την «αυτοφωτογραφία». Θεωρώ όμως πως, όχι, δεν έχω ξεπουλήσει ούτε την προσωπική μου ζωή ούτε την εικόνα μου.

– Στην περίπτωσή σου, ακόμη και αν το είχες κάνει, δεν νομίζω ότι θα είχες κάποιο όφελος παραπάνω.

Εγώ πιστεύω πως όποιος ξεπουλάει αυτά τα πράγματα δείχνει ότι είναι λιγότερο σημαντικά γι’ αυτόν ή, ίσως, είναι πολλά τα λεφτά…

– Τι δεν θέλεις να γίνεις μεγαλώνοντας;

Μίζερος! Δεν θέλω να γίνω ένας άνθρωπος που δεν ευχαριστιέται τίποτα ή στέκεται πάντα στη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων. Βλέπεις κάποιον και αμέσως ψάχνεις να βρεις το αρνητικό του. Ή γνωρίζεις κάποιον και το πρώτο πράγμα που λες είναι «πολύ μιλάει αυτός», ενώ έχει 15.000 άλλα φωτεινά στοιχεία πάνω του. Απλώς, τυχαίνει και να μιλάει πολύ!

INFO: «Tρεις Αδελφές» στο θέατρο Βεάκη: Ο Ορφέας Αυγουστίδης υποδύεται τον υπολοχαγό Τούζενμπαχ στις Τρεις Αδερφές του Τσέχωφ (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Αθηνά Μαξίμου, Μαρία Κεχαγιόγλου), σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Η παράσταση ανεβαίνει κάθε Τετάρτη με Κυριακή στο θέατρο Βεάκη. Ο ίδιος δηλώνει πως «είναι ωραίο να δουλεύεις με τους συγκεκριμένους ηθοποιούς και έναν σκηνοθέτη που σου εμπνέει εμπιστοσύνη».

Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος

Πηγή: People

Instafeed