Για μια μεγάλη μερίδα του κοινού, ο Αργύρης Ξάφης έγινε γνωστός εξ όψεως από τη συμμετοχή του στη 10η Εντολή και κατ΄όνομα από τον ρόλο του στη σειρά του Alpha «Η Λέξη που δεν Λες». Μια σειρά, που παρόλη την απήχηση που είχε, δεν προχώρησε όσο θα ήταν το ευχής έργον.

Ο Αργύρης Ξάφης όμως δεν είναι αυτά τα δύο. Είναι εδώ και 15-20 χρόνια ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς που υπηρετούν το θέατρο. Είναι ένας καλλιτέχνης που απορροφά και καταπίνεται από τους ρόλους του με τρόπο που δεν βλέπεις τίποτα να περισσεύει. Ούτε αυτός από τον ρόλο ούτε ο ρόλος απ΄αυτόν. Νιώθεις με μια ελαφριά…μαζικότητα να σε συνεπαίρνει με την ερμηνεία του, με το εκτόπισμα του, σωματικό και άυλο.

Αυτή την περίοδο ετοιμάζεται για την παράσταση «Ρίττερ, Ντένε, Φος» στο Θέατρο Τέχνης που ξεκινάει στις 18 του μήνα, την Παρασκευή δηλαδή. Δεν είναι το μόνο νέο ξεκίνημα στη ζωή του.

Είναι πια ένας άλλος Αργύρης Ξάφης. Χωρίς τα μούσια, με κομμένα μαλλιά και αρκετά αδυνατισμένος, με στόχο να αδυνατίσει κι άλλο. Κι όμως, ενώ είναι τεράστια η αλλαγή, δεν φαντάζει ξένος. Τον αναγνωρίζεις στα μάτια, στη φωνή, σε αυτό το μη απτό που τείνουμε να αποκαλούμε υπεραπλουστευτικά αύρα, αλλά δεν είναι μόνο έτσι.

Σε μια τεράστια συζήτηση – από τις μεγαλύτερες που έχω κάνει προσωπικά σε συνέντευξη – συζητάμε για τα πάντα γύρω από το θέατρο, για τις Άγριες Μέλισσες, τη δική του επαφή με την τηλεόραση, για τη συμμετοχή του στην πρώτη ταινία του Λάνθιμου, την αντιμετώπιση του κοινού προς αυτόν, ενώ μου μιλάει και για τον Ζάχο.

Πρόκειται για έναν Κούρδο πολιτικό πρόσφυγα από το Ιράν, που είναι σκηνοθέτης και δουλεύει ως ντελιβεράς για να ζήσει. Γνωρίστηκαν με τον Αργύρη μετά από μια παραγγελία. Ο Αργύρης Ξάφης είδε ότι έγραφε «Σκηνοθέτης» στο τηλέφωνο που τον πήρε στο Viber για την παραγγελία, του μίλησε για την δική τους εταιρεία παραγωγής και τώρα συνεργάζονται για να κάνει πράξη ο Ζάχο την πρώτη του ταινία.

Αυτό είναι κι ένα δείγμα για το πόσο ευρεία ματιά έχει ο Αργύρης Ξάφης σχετικά με την τέχνη και τους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στα μύχια της.

Τα υπόλοιπα διά δικού του στόματος…

Η αναζητήση ενός νέου Αργύρη

«Για μένα είναι μια χρονιά αρκετά ανανεωτική, με την έννοια πολλών πραγμάτων. Και για τη ζωή μου. Αλλάζω σπίτι, περνάω μια νέα φάση με τον εαυτό μου, μπαίνω σε μια διαδικασία να βρω καλύτερα τον πυρήνα μου, σταμάτησα το κάπνισμα, προσπαθώ να έρθω στα ίσια μου. Επίσης ξεκινάω για πρώτη φορά μια χρονιά με ανθρώπους που δεν έχω συνεργαστεί ξανά. Με τη Μαρία την Πρωτόπαππα, τη Στεφανία Γουλιώτη, τον Γιάννη Καλαβριανό, είμαστε φίλοι με όλους αυτούς για πάνω από 10 χρόνια, όμως δεν έτυχε ποτέ να συνεργαστούμε».

Το ενθουσιώδες πάθος του για το θέατρο και η παρ-ουσία του στους ΠΥΡ

«Ο ενθουσιασμός που μπορεί να έχουμε για τις δουλειές μας προέρχεται πάντοτε από τον κόπο που καταβάλλεται για να το βρούμε. Δηλαδή το Machinal που θα κάνουμε με τους ΠΥΡ, για να το βρούμε διαβάσαμε 30-40 έργα. Άλλα δεν μας άρεσαν καθόλου, άλλα μας άρεσαν αλλά δε γινόταν να τα κάνουμε με το διαθέσιμο μπάτζετ, οπότε φτάσαμε σε μια κρυμμένη διαλογή και καταλήξαμε στο Machinal. Ή το Machinal κατέληξε μέσα μας.

Είναι ούτως ή άλλως μια αμφίδρομη σχέση. Οπότε στη βάση αυτού, θέλοντας και μη, αναπτύσσεται ο ενθουσιασμός της αναζήτησης και της συνακόλουθης δημιουργίας. Το Machinal επιπρόσθετα ήρθε να μας παρουσιαστεί ως μια συνέχεια μιας θεματικής η οποία επίσης μας εμφανίστηκε το καλοκαίρι με τον Αγαμέμνονα και αφορά τη θέση της γυναίκας σε μια βιομηχανική αυτοματοποιημένη εποχή».

«Αυτό που υπάρχει με τους ΠΥΡ δεν είναι η καλλιτεχνική σιγουριά. Είναι η σιγουριά ότι ο ονειρικός, ο ανομολόγητος στόχος μας είναι κοινός. Η διαδρομή που έχει ο καθένας μας είναι διαφορετική. Οι δρόμοι μας είναι διαφορετικοί. Είμαστε όμως σίγουροι πως ο στόχος μας για το θέατρο είναι προς την ίδια κατεύθυνση. Ανήκουμε στην ίδια οικογένεια καλλιτεχνικά. Αυτό προσδίδει μια αίσθηση ότι πρέπει να νοιαστείς για να φτάσεις προς κάπου.

Ενώ στις περισσότερες δουλειές που πηγαίνεις από τη μία συνεργασία στην άλλη, όσο κι αν η στιγμή είναι μοναδική, δεν έχεις την αίσθηση αυτής της προοπτικής. Έχει περισσότερο την αίσθηση της στιγμής μιας λάμψης ενός φυτού που μπορεί να είναι όμορφο, εκπληκτικό, αλλά δε μπορεί να παράξει φρούτα και να θρέψει κάτι.

Επανερχόμενος στην ομάδα και τους ανθρώπους, σού παράγεται αυτή η δυνατότητα. Υπάρχει η αίσθηση της προοπτικής κι είναι πολύ ευχάριστο. Επειδή έχουμε περάσει τους κύκλους μας με τους Πυρ, έχουμε φάει μεταξύ μας τα μουστάκια μας, αυτό το κάνει ακόμα πιο δυνατό. Μας έχει κάνει να πατήσουμε στα πόδια μας και να εμπιστευτούμε ακόμα περισσότερο τον άλλο μέσα σε αυτά τα 7 χρόνια.

Ξέρουμε μεταξύ μας που θα διαφωνήσουμε. Κι αυτό μας βάζει σε μια προδιάθεση να κυνηγήσουμε την δημιουργικότητα του να συνδυάζεις τα ασύνδετα. Αυτό που παράγεται λόγω της σύγκρουσης, είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Μιλάμε για μια σύγκρουση ως παράγωγο της εμπιστοσύνης, όχι μιας ανασφάλειας. Μιλάμε για μια σύγκρουση που ισούται με το δράμα».

Οι «θυσίες» για να γίνει σήμερα αυτό που είναι

«Με το που τελείωσα τη σχολή είχα ήδη υπογράψει με το θέατρο Αμόρε. Είχα ξεκινήσει πρόβες για μια από τις πρώτες in your face παραστάσεις με τίτλο Shopping and Fucking. Ήταν τότε στην αρχή αυτού του κινήματος. Δούλεψα για τα επόμενα 11 χρόνια στο Αμόρε και είχα κάθε χρόνο δουλειά. Χωρίς να υπάρχει κι εκεί βέβαια μια αίσθηση μονιμότητας. Δεν είχε τη λογική ενός 12μηνου. Σε αυτά τα χρόνια θεωρώ ότι έχασα πράγματα, αλλά μέσα μου αυτά που έχασα δεν μετρώνται ως θυσίες. Γιατί αν δεν τα έχανα, θα είχα οδηγηθεί σε έναν άλλον Αργύρη απ΄αυτόν που είμαι σήμερα. Κι αυτή τη στιγμή, με αυτόν τον Αργύρη, αισθάνομαι καλά.

Νιώθω ότι έχει φτιάξει πράγματα, έχει βοηθήσει στο να φτιαχτούν πράγματα και κάτι να είναι λίγο καλύτερο ή ομορφότερο από πριν κι όχι στο να διαλυθεί, να χαλάσει, να ασχημύνει κάτι. Άρα δεν θα έλεγα ότι έκανα θυσίες. Θα έλεγα ότι με κόστος παρέμεινα πιστός σε πράγματα που μου άρεσαν και τα έκανα όπως τα ήθελα εγώ. Δεν θεωρώ θυσία να χάσω δύο σίριαλ, έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, αν είμαι σε μια δουλειά με μεγαλύτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον».

Η συμμετοχή του στη Λέξη Που Δε Λες και η συγκυριακή ευημερία της μυθοπλασίας στην τηλεόραση

«Στο Η Λέξη Που Δεν Λες με έπεισε η παρουσία του σκηνοθέτη, του Θοδωρή του Παπαδουλάκη. Από τις πρώτες πρόβες ήμουν σίγουρος ότι θέλω να δουλέψω μαζί του. Κι εγώ γούσταρα τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα – τον θεωρούσα ιδιαιτέρως ευφυή και πρωτοφανώς έξυπνο, έχει μια αισθητική που δεν τη βρίσκεις εύκολα – κι οι πρόβες μας ξεκίνησαν αυτοσχεδιαστικά. Πολλά από τα λόγια του ρόλου γεννήθηκαν στις οντισιόν.

Τότε η τηλεόραση δε μπορούσε να αντέξει τέτοιους ανθρώπους. Σήμερα μπορεί. Χωρίς να θεωρώ ότι έχει αλλάξει τρομερά η κοινωνία. Απλώς…Αυτή ήταν μια σειρά που υπήρξε σε μια εποχή που δε γεννιόντουσαν σειρές. Αυτό είχε προκαλέσει, πέραν του αν άρεσε στον κόσμο ως σειρά, πολλά προβλήματα μέσα στην ίδια τη βιομηχανία της τηλεόρασης του στυλ «γιατί αυτός κι όχι εγώ;», κάτι που απέτρεψε τη δυνατότητα να παραχθεί κάτι περισσότερο.

Υπήρξε μια γενικότερη αίσθηση απαξίωσης. Ήταν και μια εποχή μεγάλης απογοήτευσης εκείνη η χρονιά σε πολιτικοκοινωνικό επίπεδο. Υπήρχε μια συνολική στενοχώρια. Κι όταν δε γεννιούνται πράγματα και βλέπεις να έρχονται μόνο εισαγόμενα απ΄έξω…Ακόμα και θεατρικά είχαμε προβλήματα τότε, με τον Φαμπρ κτλ. Τώρα υπάρχει μια αίσθηση ότι μπορούμε να ανασάνουμε ξανά, λόγω του ότι συνηθίσαμε σε αυτό και μάθαμε πια πως να το χειριζόμαστε. Αισθανόμαστε ότι μπορούμε να ανοιχτούμε ξανά στη ζωή. Γι΄αυτό βλέπεις από πέρσι να γυρίζονται σειρές και ταινίες ξανά».

«Λυπάμαι, αλλά πιστεύω ότι όσοι φτιάχνουν τα προγράμματα στα κανάλια, νομίζω ότι δεν έχουν μακροπρόθεσμους στόχους. Κι επειδή δεν υπάρχει μια βιομηχανία στην Ελλάδα που να παράγει σεναριογράφους και σκηνοθέτες, αν του χρόνου δεν υπάρχει ένα σενάριο σαν τις Άγριες Μέλισσες, τι θα γίνει; Επίσης, μην ξεχνάμε ότι οι Μέλισσες είναι ένα καθημερινό σίριαλ. Ωραία, ξεκίνησαν τώρα. Θα μπορέσει να διατηρήσει τόσο πολύ κόσμο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα; Δεν έχω δει ούτε σε ξένο κανάλι να γίνεται κάτι τέτοιο χωρίς εκπτώσεις. Φαντάσου ότι τα παιδιά θα έχουν γυρίσματα ακόμα 8 μήνες. Θα βλέπεις κάθε μέρα ως τον Ιούνιο τη σειρά.

Αυτό το λέω όμως στη λογική ότι δεν έχουμε παράδοση σεναρίου. Και γι΄αυτό δεν είμαι αισιόδοξος ως προς την μακροημέρευση τέτοιας σειράς και στην στήριξή της στο πλαίσιο ενός μακρόπνοου πλάνου. Φοβάμαι ότι δεν θα μπορούν του χρόνου οι ίδιοι οι ηθοποιοί να δουλέψουν το ίδιο και να υπάρξει μια συνέχεια. Και τα κανάλια για να επιβιώσουν στον ανταγωνισμό, θα πρέπει να βρουν κάτι που να τραβήξει τον κόσμο. Φοβάμαι λοιπόν ότι η πιο εύκολη λύση δεν είναι ένα τόσο καλό σίριαλ όπως οι Άγριες Μέλισσες».

«Όλα ξεκινούν από το σενάριο. Το κοινό καταλαβαίνει όταν του δώσεις κάτι καλό. Είναι όπως το φαγητό. Αν τρως συνεχώς junk food και σου δώσουν ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό με καλά υλικά, θα το καταλάβεις και θα το εκτιμήσεις. Αλλά δεν θα αποχωριστείς το junk food. Θα το τρως κι αυτό. Συνηθίζεις και σε αυτό. Είμαστε ανθεκτικοί σε όλα τα επίπεδα οι άνθρωποι. Άρα είναι θέμα του εστιατορίου, των καλλιτεχνών να παράξει κάτι καλύτερο. Κάτι όμως που θα απευθύνεται στον κόσμο με θέμα και υλικό που θα τον αφορά».

«Δημιουργείται μια κουλτούρα σιριαλοκατανάλωσης. Υπάρχει μια τέτοια κουλτούρα με τρόπο που δεν υπήρχε πριν από μερικά χρόνια ή την θέση του είχε η ταινιοκατανάλωση. Κάτι που έχει χάσει δυναμική. Περιμένεις πολύ συγκεκριμένες ταινίες πλέον. Τώρα υπάρχει μια κουλτούρα που δεν ξέρω αν δημιουργεί κριτήριο ή έναν τοίχο που δεν γκρεμίζει μέσα στο κοινό. Θα το δούμε. Σκέφτομαι ότι υπάρχουν πολλά σίριαλ που είναι αρκετά πρωτοποριακά και είναι ταυτόχρονα mainstream. Κι αυτά ίσως δημιουργούν κριτήριο».

«Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή δεν δυνάμεθα να ξεχωρίσουμε το προκάτ από το ορίτζιναλ. Θα περάσει κάποιος χρόνος με πολύ έντονη την ισοπέδωση του καλού και οι ίδιοι μέσα μας θα ψάχνουμε κάτι πιο ενδιαφέρον απ΄αυτό το καλό που βλέπουμε τόσο καιρό. Αυτό έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν. Όπως όλα άλλωστε. Το κάθε νέο κίνημα έρχεται και εγκαθίσταται σε έναν τόπο όπου κάτι άλλο υπήρχε προηγουμένως. Μετά από κάποια χρόνια γίνεται αδιάφορο προς συγκίνηση αυτό το παλιό κι έτσι έχει εμφανιστεί μια ανάγκη για να γεννήσει ένα νέο κίνημα που θα προσπεράσει το πριν και θα πάει παραπέρα. Πάντα έτσι ήταν. Απλώς τώρα έχει αυξηθεί κατακόρυφα η πληθώρα των επιλογών. Παλιότερα είχες μια ταινία το μήνα για παράδειγμα».

Για την ανθεκτικότητα του θεάτρου στη μαζικότητα της πρόσβασης σε περιεχόμενο που έχει το κοινό σήμερα

«Το θέατρο αντέχει και θα αντέχει γιατί μπορεί ο άνθρωπος να γουστάρει τα καινούργια, μπορεί να είναι κουρασμένος, μπορεί να γίνεται μισάνθρωπος, αλλά, ευτυχώς ή δυστυχώς, η φτιαξιά του είναι για να βρίσκεται με άλλους ανθρώπους. Κι αυτή η εμπειρία είναι η μοναδικότητα του θεάτρου. Ούτε το σινεμά δε μπορεί να την προσφέρει. Και τώρα και πολύ περισσότερο σε μια εξατομικευμένη μελλοντική του εκδοχή. Πάλι μόνος βλέπεις την ταινία. Στο θέατρο δεν είσαι μόνος».

«Το καλό του θεάτρου είναι πως έχει όποιο κίνημα της τέχνης υπάρχει. Είτε παρόν κίνημα είτε εξαφανισμένο. Ό,τι κι αν σκεφτείς, από χορό, από γλυπτική, από νέες τεχνολογίες, κάποιος αυτή τη στιγμή το δοκιμάζει στο θέατρο. Κι αυτό είναι που κάνει το θέατρο τόσο…Νομίζω η πιο σωστή αναλογία είναι πως πρόκειται για κάτι που γεννά νέα πράγματα αλλά είναι και θνησιγενές ταυτόχρονα».

«Το θέατρο πρέπει να απαιτεί έναν ενεργητικό θεατή και οι παραστάσεις πρέπει να φτιάχνονται προς αυτή την κατεύθυνση. Όχι να επιφέρουν παθητικοποίηση. Ο θεατής πρέπει να πάρει κάτι και να το μετατρέψει σε κάτι άλλο. Το να επιβεβαιώσει το θέατρο στον θεατή ότι το lifestyle του είναι σωστό, είναι λάθος».

«Αυτά τα 11 χρόνια στο Αμόρε δεν ήταν μια στιγμή. Μου έφερε ένα τεράστιο άνοιγμα του καλλιτεχνικού μου πεδίου. Σε αυτό το διάστημα μπορώ να σου πω μια καλύτερη ή χειρότερη παράσταση ως προς το άνοιγμα, αλλά συνολικά ήταν μια μακρά περίοδος της ζωής μου που με έκανε καλλιτέχνη. Δεν ήμουν πριν. Ήθελα, με τραβούσε, μου δημιουργούσε έλξη, αλλά δεν ήμουν. Και δεν ήξερα και το πώς. Δεν ήξερα πώς να εκφράσω και να θέλω κάτι, πώς να διαβάσω και αυτό που διαβάζω να το συνδέω με μένα. Δεν ήξερα να το κάνω. Αυτά τα 11 χρόνια με ανθρώπους όπως ο Χουβαρδάς, ο Μοσχόπουλος, ο Ακύλλας ο Καραζήσης και πολλοί ακόμα, ήταν μια συνεχής ώθηση προς το να γίνω καλλιτέχνης. Από κει και μετά υπάρχουν περίοδοι που ανοιγόμαστε ως καλλιτέχνες. Ποτέ με τη βία. Έρχονται μόνος τους αυτές οι περίοδοι.

Εγώ ξέρω από ποιους έχω πάρει κι έχω «κλέψει» στοιχεία. Χαίρομαι πολύ που είμαι εγγόνι και δισέγγονο κάποιων ανθρώπων που κι αυτοί υπήρξαν τέτοιοι χάρη σε κάποιους άλλους».

Η προσκόλληση σε στόχους που δεν έρχονται και η απώλεια εκείνων που περνούν μπροστά μας

«Τίποτα δεν πετυχαίνεις στη ζωή σου μόνος σου, ούτε τα πετυχαίνει μόνη της η ζωή. Βρίσκεστε και οι δύο σε κίνηση. Αλλά θα πρέπει κι εσύ να μη μένεις προσκολλημένος σε αυτό που από πριν έχεις αποφασίσει. Είναι σχεδόν αναπόδραστο να πρέπει να κοιτάς γύρω σου. Εγώ είναι η αλήθεια, εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στα Όχι που έχει πει. Δεν τα λέω τα Όχι γιατί έχω παρωπίδες. Τα λέω γιατί έχω ένα ένστικτο, που στο βαθμό που μπορώ να το πω, μου βγαίνει σωστό. Είμαι θετικός σε αυτά που θα μου φέρει η μοίρα.

Η φετινή χρονιά είναι το παράδειγμα. Δηλαδή το Ρίττερ, Ντένε, Φος προέκυψε, ήταν ένα θέλημα της μοιρας. Ήθελαν η Στεφανία η Γουλιώτη και η Λουκία Μιχαλοπούλου ήθελαν να δουλέψουν μαζί, χρειάζονταν έναν άντρα για τον τρίτο ρόλο και θεωρούσαν ότι ταιριάζω απόλυτα σε αυτό. Κι εγώ το θεώρησα. Κι είναι αυτή η δυναμική του συνόλου που με τράβηξε σε αυτό το έργο. Ότι υπάρχουν άτομα γύρω μου που δεν σταματούν, δεν επαναπαύονται. 

Έτυχε εγώ να έχω αποφασίσει ότι φέτος δε θα ξεκινήσω τη χρονιά, δε θα βάλω επαναλήψεις σε παραστάσεις, αλλά θα δω πως θα μου έρθουν τα πράγματα. Κάτι που δεν το κάνω συχνά. Δηλαδή εγώ ξέρω τι θα κάνω μέχρι τον Φλεβάρη του 2021. Το έχω βάλει σε μια σειρά. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει πως έχω μια καλλιτεχνική και βιοποριστική σιγουριά. Πολλά από όσα έχουν προγραμματιστεί, δεν ξέρεις ποτέ 100% αν θα γίνουν. Αρκετές φορές τυχαίνει να ακυρώνονται πράγματα. Απλώς επειδή εγώ στήνω πλέον αρκετά απ΄αυτά, το κόστος είναι λίγο μεγαλύτερο.

Αλλά κι αυτά που έχουν συμβεί, δε συνέβησαν τυχαία. Συνέβησαν ως αποτέλεσμα μιας κίνησης από εμένα, αλλά και πολλών ανθρώπων. Για παράδειγμα, το έργο που θα σκηνοθετήσω την επόμενη άνοιξη, έρχεται μετά από χρόνια που δεν έχω σκηνοθετήσει. Είμαι πάντα σε μια διαδρομή του να κάνω κάτι. Όχι μόνο για μένα. Αλλά και για τους μαθητές μου στο Ωδείο, αλλά και για πολλούς συναδέλφους.

Προφανώς είναι μια κουραστική διαδικασία. Δεν είναι όλα «stay positive» και προχωράς. Παρασύρεσαι από το πάθος και τον κόπος σου και μπορεί να γίνεις άδικος με ανθρώπους. Είναι μέρος του παιχνιδιού κι αυτό».

Η επαφή του κάθε φορά με έναν ρόλο και τον σκηνοθέτη και η οπτική ενός έμπειρου ηθοποιού

«Μου συμβαίνει σε μικρό βαθμό να μπω διστακτικά σε έναν ρόλο και να με αλλάξει το πλάνο του σκηνοθέτη. Συνήθως αυτά που κάνω, είναι γιατί θέλω να τα κάνω. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι να σου δώσει ο σκηνοθέτης παραπάνω κίνητρο για έναν ρόλο. Είναι να σου δώσει ένα διαφορετικό, εξίσου δυνατό κίνητρο για τον ρόλο. Να ξεκινήσω δηλαδή πηγαίνοντας προς μια κατεύθυνση και ο σκηνοθέτης να μου αλλάξει την πορεία και να με κάνει να πω «Ναι, όντως. Αυτό έχει περισσότερα να δώσει»».

«Όσο προχωράει η ηλικία, καταλαβαίνεις περισσότερο πράγματα που αφορούν τα όπλα σου, τα εργαλεία σου και ταυτόχρονα ξέρεις ότι υπάρχει ένα κόστος στην αθωότητά σου. Ένας νέος ηθοποιός έχει μια αγνότητα και καθαρότητα, μια άγνοια κινδύνου απέναντι στο λάθος. Αυτό είναι ένα χάρισμα τεράστιο που χάνεται. Αντικαθίσταται από μια ακρίβεια και μια δύναμη απέναντι στα εργαλεία σου. Γίνεσαι καλύτερος στη διαχείρισή τους».

«Οι ηθοποιοί είμαστε παιδιά της στιγμής μας, της εποχής μας, και το ρεζουμέ αυτού που είμαστε σε αυτή τη χρονική κατάσταση, κάπως αποτυπώνεται στη σκηνή. Ό,τι έργο και να είναι. Για κάποιο λόγο, με κάποιο τρόπο αυτό μετατρέπεται μέσα από μια ανάσα, μέσα από μια σιωπή. Κι αν αυτό έχει τελικά επιτυχία, είναι επειδή αυτό που εξέφρασεις τέθηκε σε απόλυτο συγχρονισμό με τη στιγμή του θεατή».

«Το περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, που μπορείς να πεις για έναν ρόλο, είναι ότι κατέκτησες μια οπτική. Ότι με άξονα τη θεματική και το πως ήταν συνολικά η παράσταση, μπορείς να κατακτήσεις μια οπτική του ήρωα. Όχι μια μεριά, ούτε το όλον».

«Η εσωτερική ζωή μιας παράστασης είναι σε μια διαρκή εξέλιξη. Τουλάχιστον στις καλές περιπτώσεις. Σαφώς στην πρεμιέρα θες να έχεις φτάσει σε ένα σημείο που επικοινωνείται ο στόχος καθαρότερα. Πέρα από το σχήμα όμως, τον ήχο και τις λέξεις της παράστασης, υπάρχει και μια άλλη ζωή. Μια που αφορά την εσωτερική επικοινωνία κι αφορά εμάς που είμαστε πάνω και πίσω από τη σκηνή. Αυτή η επικοινωνία μας κρατά αφοσιωμένους σε ένα σύμπαν που μπορεί να αλλάξει με την παραμικρή αλλαγή.

Η κάθε παράσταση για εμάς δεν είναι μια πορεία από πρόποδες σε κορυφή ούτε ένας διαφορετικός κόσμος. Είναι ο ίδιος ουρανός που τον κοιτάμε κάθε μέρα από διαφορετικό σημείο. Ο ουρανός πάντα είναι εκεί. Είναι αρκετά άπιαστο, αλλά και κάτι συγκεκριμένο. Υπάρχουν δηλαδή και κάποιοι σταθεροί κανόνες. Η διάρκεια, το σημείο της ατάκας, υπάρχουν σημεία συνενοχής. Αλλά ο κόσμος είναι άυλος που για εμάς σημαίνει πάρα πολλά. Σκάβουμε διαρκώς προς ένα βάθος».

Η σχέση του με τον τόπο και την έννοια της μάνας – πατρίδας

«Εγώ θέλω να λέω τον τόπο μου προέκταση των ποδιών μου. Θεωρώ ότι αυτή η περιοχή στην οποία έτυχε να βρεθούμε, έχει κάποια μοναδικά χαρακτηριστικά. Τα οποία όμως δεν αφορούν το αίμα μας. Μπορεί να αφορούν τον ήλιο, τη θάλασσα. Και σίγουρα ένα από τα χαρακτηριστικά αυτού του τόπου, είναι ότι χωράει όλων των ειδών τους ανθρώπους. Και μπορεί αυτός ο τόπος να ευφράνει, να ευχαριστήσει, να φιλοξενήσει και να γοητεύσει τον καθένα. Μ΄αρέσει η Ελλάδα. Πάρα πολύ. Υπάρχουν χρονικές περιοχές που συγκινούμαι πολύ βαθιά και με πιάνει μεγάλη στενοχώρια για λάθος δρόμους που, σύμφωνα με τη δική μου οπτική, έχουμε πάρει.

Σκέφτομαι δηλαδή ότι μουσικά ξεκινήσαμε από τη Μπέλλου, πήγαμε στον Παπάζογλου και ξαφνικά έσπασε όλο αυτό. Ένιωθες ότι και το παλιό ήταν μια μίξη πολλών πραγμάτων, αλλά ήταν από δω. Έσπασε αυτό και πήγαμε σε μια ποπ κατάσταση που μας παραμύθιαζε όλους και αυτή την εποχή τη θεωρώ αποκοπή από τις ρίζες μας. Αυτό με οδήγησε σε μια σκέψη ότι οι Έλληνες είμαστε πολύ καλοί σε αυτό. Να καταστρέφουμε τις ρίζες μας και των άλλων. Εγώ θέλω να αγκαλιάζω, να δέχομαι, να χτίζω πάνω στις ρίζες. Πολύ απαλά και όχι πεισματικά.

Η παράδοση είναι κάτι που με συγκινεί, το αγαπώ πολύ, αλλά τη θέλω εκεί σαν τη μάνα μου. Να μπορώ να τη μαλώσω, να φεύγω απ΄αυτήν και να συνεχίζει να με αγαπά. Όχι να με δεσμεύει και να μου απαγορεύει να το κάνω το οτιδήποτε. Νομίζω έτσι συνδέομαι με την έννοια της πατρίδας. Κι είμαι σε μια διαδικασία αντίληψης ότι τώρα πάμε να φτιάξουμε τη δική μας παράδοση. Σε νέο έδαφος».

Είναι ο Αργύρης Ξάφης μοναχικός άνθρωπος;

«Είμαι ένας άνθρωπος που έχει πάντα ανθρώπους γύρω του, αλλά είμαι μοναχικός. Με την έννοια ότι περνάω καλά με τον εαυτό μου, έχω μάθει να περνάω καλά με τον εαυτό μου. Μπορώ να μείνω πολύ μόνος μου, αλλά θα με δεις συνέχεια μεταξύ ανθρώπων. Άλλες φορές συντονίζεσαι μέσα σε διάφορα σύνολα κι άλλες φορές όχι. Ενώ μου αρέσει η μοναξιά, δεν την προτιμώ».

* Πληροφορίες για την παράσταση «Ρίτερ, Ντένε, Φος»

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Μαρία Πρωτόπαππα

Σκηνικά- Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Αντικείμενα- Props: Γεωργία Μπούρα

Κοστούμια: Άγις Παναγιώτου

Sound design: Λόλεκ

Κίνηση: Κατερίνα Φωτιάδη

Styling (κομμώσεις-μακιγιάζ): Θοδωρής Μπουρνέλης

Βοηθός Σκηνοθέτη-Εκτέλεση Παραγωγής: Μαρία Ξανθοπουλίδου

Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιουλία Σταμούλη

Βοηθός σκηνογράφου: Νατάσσα Τσιντικίδη

Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου

Μακιγιάζ φωτογράφισης: Γεωργία Φίλιππα

Video Trailer παράστασης: Μιχαήλ Μαυρομούστακος

Τους πίνακες στην παράσταση φιλοτέχνησε η εικαστικός Νατάσα Πουλαντζά

Συμπαραγωγή: Θέατρο Τέχνης – Θέατρο του Νέου Κόσμου – Kart Productions

Ερμηνεύουν:

Λουκία Μιχαλοπούλου (Ρίττερ)

Στεφανία Γουλιώτη (Ντένε)

Αργύρης Ξάφης (Φος)

Θέατρο Τέχνης Κουν, Πεσματζόγλου 5, Μέχρι 22/12, Τετάρτη & Κυριακή στις 20:00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 21:15

* Φωτογραφίες: Τζένη Μπραχίμη