Ένα όνομα, μια ιστορία. Βασικά, πολλές ιστορίες. Κάποιες χιλιοειπωμένες, άλλες πολύ προσωπικές, που δεν του τις αποσπάς με κανέναν τρόπο. Ιδίως αυτές που αφορούν πρόσωπα του παλιού (και αγαπημένου) ελληνικού κινηματογράφου αλλά και στις γυναίκες της ζωής του. Ο Νίκος Γαλανός δεν είναι από τους πιο εύκολους συνεντευξιαζόμενους, δεδομένων των «απαγορευτικών» που διακριτικά βάζει πάνω στην κουβέντα. Είναι, όμως, από τους πιο ευγενικούς ανθρώπους που μπορείς να συναντήσεις εκεί έξω. Αυθεντικά ευγενικός, όχι για τους τύπους…

«Το όνομά μου δεν ξέρω αν το διαχειρίστηκα σωστά. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι πως είχα βάλει από την αρχή στον εαυτό μου κάποια απαγορευτικά: δεν θα έπαιζα σε φτηνιάρικες ταινίες και δεν θα έκανα διαφημίσεις. Υπάρχουν ηθοποιοί που έκαναν καριέρα από ένα διαφημιστικό προϊόν και έβγαλαν τεράστια ποσά. Ούτε τους ζήλεψα ούτε ήθελα αυτό για μένα!

Το 1968 με είχε ζητήσει μια μεγάλη καπνοβιομηχανία της εποχής εκείνης, για να διαφημίσω τα τσιγάρα τους. Μου λέει ο Φίνος “Μην το κάνεις!”. Τότε θεωρούνταν ντροπή ο ηθοποιός να κάνει διαφήμιση. Τώρα, βλέπεις να κάνουν όλοι. Προσωπικά, ακόμη και τώρα λέω όχι! Κάποιες φορές μού φαίνεται γελοίο το προϊόν που θέλουν να διαφημίσω. Τον εαυτό μου δεν τον ξεπούλησα, με τα θετικά και τα αρνητικά αυτής της επιλογής.

Θα αναρωτηθεί κάποιος “ρε φίλε, αν βρισκόσουν σε μια ανάγκη και δεν είχες να πληρώσεις το νοίκι και να ταΐσεις τα παιδιά σου, δεν θα το ’κανες;”. Στη ζωή μου, δεν δημιούργησα σοβαρές υποχρεώσεις κι έτσι μπορούσα να διαχειρίζομαι τον εαυτό μου όπως ήθελα εγώ. Και δεν μετανιώνω γι’ αυτό. Καθόλου! Ό,τι έκανα ήταν από κέφι, ακόμη κι αν έτρωγα τα μούτρα μου. Όχι γιατί “έπρεπε” ή για να εξυπηρετήσω κάποιο άλλο “σχέδιο”. Δεν υπήρξα και ως χαρακτήρας έτσι. Δεν “ξεσκόνισα” και δεν είπα κολακευτικά λόγια για να κερδίσω κάτι. Αν δεν σε γουστάρω, όποιος κι αν είσαι, μου είσαι αδιάφορος!».

ΕΝΑΣ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ

«Υπάρχουν συνάδελφοι που με τα χρόνια έμαθαν να είναι πιο σκληροπυρηνικοί με τις αμοιβές τους. Εγώ ανήκω στους άλλους, τους ρομαντικούς. Βαδίζω με μια λογική που λέει “τα έργα είναι πολυέξοδα, οι εποχές δύσκολες, δεν θα απαιτήσω εγώ πενταπλάσια ποσά επειδή τρελάθηκα ή έχω καβαλήσει το καλάμι”. Γι’ αυτό και έχουν τύχει δυο-τρεις περιπτώσεις, αυτά τα πενήντα χρόνια που είμαι ηθοποιός, που δεν πήγε καλά η δουλειά και δεν πήρα δραχμή, γιατί σεβάστηκα ότι οι επιχειρηματίες είχαν βάλει τις οικονομίες τους.

Αν είσαι εμπορικός ηθοποιός, που η τηλεόραση έχει πολλούς τέτοιους, βγάζεις χρήματα. Εμένα δεν με ενδιέφερε να είμαι άλλος ένας εμπορικός ηθοποιός. Δεν θα πάω εύκολα να παίξω σε ένα έργο που δεν με εκπροσωπεί ή σε μια μέτρια παραγωγή. Σέβομαι καταρχάς τον εαυτό μου και ύστερα τον θεατή. Θυμάμαι, τέλη του ’67, τελείωσα τη σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη και βγήκα αμέσως στο θέατρο. Ουσιαστικά, η Τζένη Καρέζη με έβγαλε.

Έξι μήνες μετά, έκανα την πρώτη μου ταινία στη Φίνος Φιλμ και ο συγχωρεμένος ο Φίνος, επειδή του άρεσα, ζήτησε να υπογράψω συμβόλαιο έξι χρόνων, με τρεις ταινίες τον χρόνο και συγκεκριμένα ποσά. Το υπόγραψα και ποτέ δεν με απασχόλησε τι έπαιρνε ο απέναντι ή η παρτενέρ μου. Μπορεί η Βουγιουκλάκη να έπαιρνε, για παράδειγμα, με τα σημερινά δεδομένα 1 εκατ. ευρώ και εγώ 10.000. Δεν με ένοιαζε, όμως. Στόχος μου δεν ήταν να κονομήσω, αλλά να παίζω με τους ηθοποιούς που θέλω, να ανεβάζω ωραία έργα, να με χειροκροτά ο κόσμος, να προσφέρω κάτι στο θέατρο».

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΖΕΝ ΠΡΕΜΙΕ

«Με τα πρώτα μου χρήματα αγόρασα ένα Mini Cooper, χρώματος κροκό. Είχα λόξα με τα αυτοκίνητα. Παλαιότερα, έτρεχα ερασιτεχνικά και σε ράλι. Ήταν χρήματα που είχα πάρει από το θέατρο και τις ταινίες. Γύρω στο 1975 ο κινηματογράφος με την παλιά κλασική του μορφή έσβησε. Μαζί έκλεισε και η μεγαλύτερη εταιρεία κινηματογραφικών παραγωγών, η Φίνος Φιλμ. Ήμουν ο τελευταίος ζεν πρεμιέ που έβγαλε. Είχε αρχίσει ήδη να παίρνει τα σκήπτρα η τηλεόραση. Οι άνθρωποι κάθονταν στον καναπέ τους να δουν τηλεόραση και δεν πήγαιναν να πληρώσουν εισιτήριο για ταινίες. Ύστερα από λίγα χρόνια, βγήκαν και κάποιες ταινίες δεύτερης και τρίτης διαλογής, οι λεγόμενες βιντεοκασέτες. Εκεί έπαιξαν πολλοί ηθοποιοί. Οι καλύτερες από αυτές γυρίζονταν σε ένα δεκαήμερο».

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΚΙΖΑΣ

«Το πού θα μπει το όνομά μου ήταν το τελευταίο που με ενδιέφερε. Δεν είπα ποτέ ατάκες όπως “το όνομά μου το θέλω εκεί”, αισθανόμουν γελοίος. Και όχι μόνο δεν το είπα, αλλά για να δώσω λύση έχω προτείνει από μόνος μου να βάλουν πιο κάτω το δικό μου όνομα. Αυτό που όλοι αποκτούν ένα “εγώ” –“εγώ είμαι ο πρωταγωνιστής”, “εγώ είμαι το όνομα”, “εγώ τα φέρνω”– δεν μπορώ να το καταλάβω. Αυτή τη ζημιά την κάνει η τηλεόραση, κυρίως σε πρόσωπα που δεν έχουν συνείδηση. Παλιά δεν υπήρχαν αυτά. Στις ταινίες του Φίνου, κανόνιζε η εταιρεία και ο σκηνοθέτης πού θα μπει το όνομα του καθενός. Τώρα θα σου βγάλει τα μάτια ο άλλος για να μπει αυτός πρώτος. Έχω δει με τα μάτια μου να χαλάνε σπίτια για το όνομα, χωρίς να θέλω να αναφέρω ονόματα. Αυτά είναι γελοιότητες, κατά τη γνώμη μου, και δεν τα κάνει κανένας σοβαρός άνθρωπος».

ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ

«Δεν πέρασε από το μυαλό μου να εγκαταλείψω αυτή τη δουλειά. Πάντα δούλευα και τώρα που δεν δουλεύω πολύ, είναι γιατί μεγάλωσα πια. Δεν έχω τις ίδιες αντοχές που είχα στα 30. Επίσης, είναι ωραίο να ξέρεις πότε πρέπει να κλείσεις την πόρτα πίσω σου. Aς πούμε, για παράδειγμα, ότι κάνω ένα σίριαλ.

Δεν γίνεται να βρίσκομαι όλη τη μέρα στο γύρισμα και μετά να τρέχω σαν τρελός για να βγάλω παράσταση. Κάπου κουράζομαι. Όχι ότι δεν τα έχω κάνει κι αυτά. Τότε δεν υπήρχαν τα σίριαλ, υπήρχαν οι ταινίες. Βέβαια, δουλεύαμε στον κινηματογράφο και γελούσαμε. Γλεντούσαμε όλοι μαζί – ηθοποιοί, τεχνικοί και παραγωγοί. Δεν ήταν αγχωτικές οι συνθήκες, όπως σήμερα. Σήμερα είναι όλοι μέσα στην τρέλα για να “βγάλουν” τους χρόνους. Όσο για την καθημερινότητά μου, ανέκαθεν μου άρεσε ο αθλητισμός, οι εκδρομές και να περπατάω.

Τώρα βέβαια ζορίζουν λίγο τα πράγματα. Κάτι η μέση, κάτι τα πόδια, δεν μπορώ να τα κάνω όλα αυτά με την ίδια ευκολία. Έτσι, περιορίζομαι στο να διαβάσω ένα βιβλίο, να πάω με φίλους για ένα φαγητό, να δω μια παράσταση που με ενδιαφέρει και να συμμετάσχω σε μια δουλειά που με ευχαριστεί. Λίγοι και καλοί άνθρωποι βρίσκονται δίπλα μου. Μία από αυτούς είναι η Μάρθα Καραγιάννη, είμαστε κολλητοί φίλοι σαράντα χρόνια. Ο κόσμος πιστεύει ότι εμείς οι ηθοποιοί είμαστε εχθροί μεταξύ μας. Καμία σχέση!».

ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΗΘΟΠΟΙΟΣ

«Είμαι πάνω από πενήντα χρόνια ηθοποιός. Αυτό που ξέρω είναι πως όποιος θέλει να λέγεται ηθοποιός, έχει για δουλειά του το θέατρο και δευτερευόντως όλα τα άλλα. Το να χρησιμοποιεί την προσωπική του ζωή, να ανεβάζει τα παιδιά του φωτογραφίες, να βγάζει το βρακί του και να διασκεδάζει στα διάφορα κοσμικά δεν είναι σοβαρή δουλειά ηθοποιού. Γιατί υπάρχουν κι αυτοί, που χρησιμοποιούν άλλα μέσα για να αντέξουν στον χώρο και στον χρόνο.

Κι είναι και ονόματα! Επίσης, με ένα σεμινάριο βγαίνουν άνθρωποι στο θέατρο και δηλώνουν “ηθοποιοί” ή σκέφτονται “δεν έχω τι να κάνω, ας πάω σε μια δραματική σχολή και αν είμαι ωραία, μπορεί να γίνω κι εγώ Βουγιουκλάκη ή Καρέζη”. Από την άλλη, για να μην είμαι άδικος, υπάρχουν ομάδες καλλιτεχνών που δεν πάνε ούτε στα περιοδικά ούτε στα διαφημιστικά ούτε στις εκπομπές ποικίλης ύλης. Έχουν την τέχνη τους ψηλά και κάνουν τα πράγματα με έναν δικό τους τρόπο».

Η ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ

«Πάντα με ενδιέφερε αρκετά η γνώμη του κόσμου και αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως συντηρητισμός, αλλά πιστεύω ότι δεν είναι αρνητικός. Καμιά φορά αν δεν υπάρχει και ένα κομμάτι συντηρητικότητας στον άνθρωπο, και ιδιαίτερα στον καλλιτέχνη, μπορεί να σαλτάρει. Και δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο να είναι ο άλλος σαλταρισμένος, ακόμη και όταν πρόκειται να πιεις έναν καφέ μαζί του. Μπορεί να λέμε “οι καλλιτέχνες έχουν ιδιορρυθμίες”, αλλά το να υπάρχει ένας σεβασμός προς τον θεατή συγκαταλέγεται στα συν.

Δεν μπορώ εγώ, για παράδειγμα, να μη χαιρετήσω τον κόσμο μετά την παράσταση. Δεν είναι στον χαρακτήρα μου. Αν ο άλλος σου εκφράσει έναν θαυμασμό ή θέλει να σου πει μια καλησπέρα, γιατί εσύ να τον αντιμετωπίσεις σαν παρακατιανό; Εν τω μεταξύ, ο άνθρωπος αυτός μπορεί να είναι πολύ πιο πάνω από σένα πνευματικά. Γιατί, λοιπόν, σνομπάρεις;».

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ

«Ακρότητες δεν έκανα στη ζωή μου. Είχα, αν θες, περισσότερο αυθορμητισμό στα νιάτα μου. Τώρα λέω “να είμαι ξεκούραστος για να βγάλω την παράσταση”. Τότε έλεγα “σκοτίστηκα αν είμαι ξενυχτισμένος, θα τη βγάλω την παράσταση”. Πιστεύω ότι μπορείς να ζήσεις καλά σε οποιαδήποτε ηλικία και μπορείς να ζήσεις καλά χωρίς τα πολλά χρήματα και τα μεγάλα σπίτια. Δεν είμαι από αυτούς που έχουν πρόβλημα με τις ηλικίες ή νοσταλγούν το παρελθόν. Αν πάνω στην κουβέντα αρχίζουν τα “θυμάσαι τότε που…” σηκώνομαι και φεύγω!».

ΟΙ ΦΑΛΑΙΝΕΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

«Η πρόταση έγινε από τον Πέτρο Ζούλια. Πρόκειται για ένα πολύ ωραίο έργο, που βασίζεται σε δύο αδελφές προχωρημένης ηλικίας, τις οποίες υποδύονται η Τζένη Ρουσσέα και η Έρση Μαλικένζου. Εγώ υποδύομαι τον Μαρανώφ, έναν έκπτωτο της τσαρικής οικογένειας. Ταξιδεύει σε Ευρώπη και Αμερική, μένει σε διάφορα φιλικά σπίτια, δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του.

Οι Φάλαινες είναι ουσιαστικά ένας συμβολισμός που έχει βάλει ο συγγραφέας του έργου. Στην παραλία όπου βρίσκεται το σπίτι των δύο ηρωίδων περνούσαν τα παλιά χρόνια οι φάλαινες. Κάθε χρόνο οι δυο αδελφές ελπίζουν ότι θα τις ξαναδούν να περνούν και ζουν τη ζωή τους με αυτό το σκεπτικό και τη διάθεση. Όλη η υπόθεση εξελίσσεται μέσα σε 24 ώρες και αφήνει ένα αισιόδοξο μήνυμα. Δίνει την ελπίδα ότι πρέπει να το παλέψουμε, ότι σε κάθε ηλικία η ζωή είναι ωραία…».

Φωτογραφίες: Νίκος Μαλιάκος

Πηγή: PEOPLE