Δεν θέλει να κάθεται στο καφενείο της γειτονιάς του στου Παπάγου να παίζει πρέφα με συνομήλικούς του και να λένε ιστορίες από τα παλιά. Προτιμά να παίρνει το καπελάκι του και να χάνεται στους αθηναϊκούς δρόμους, πότε οδηγώντας και πότε περπατώντας. Ο Νικήτας Τσακίρογλου δηλώνει «παρών». Στο θέατρο και τη ζωή.

Εύλογα θα αναρωτιόταν κάποιος «Γιατί παίζει ακόμη;».

Κερδίζω ζωή με αυτό. Βεβαίως, για να συνεχίσεις να κάνεις αυτή τη δουλειά χρειάζεται, εκτός από θέληση, να έχεις καλή υγεία και καλό πνεύμα, ώστε να μη δημιουργείς τον οίκτο στον κόσμο. Δεν θα ήθελα να πουν για μένα «Τι θέλει, τώρα, και παίζει σ’ αυτή την ηλικία». Τη στιγμή που θα αισθανθώ ότι κάποιος θεατής το πει, θα αποσυρθώ. Κάνω μια δουλειά που αγαπώ πολύ, όπως σου είπα μου δίνει ζωή, και ιδιαίτερα τα μεγάλα κείμενα, τα οποία προσπαθώ να ερμηνεύσω με μια πιο σύγχρονη ματιά. Έχω περάσει από πάρα πολλά στάδια του θεάτρου. Από κομπάρσος στην Επίδαυρο ξεκίνησα και αργότερα έπαιξα τον Οιδίποδα, τον Κρέοντα, πολλούς σημαντικούς ρόλους που δεν χρειάζεται να απαριθμήσω.

Τι πρόσημο έχει ο απολογισμός;

Θετικό. Δεν μπορώ να πω ότι μου έδωσε πίκρες το θέατρο, το αντίθετο. Αισθάνομαι πλούσιος από αυτή τη δουλειά. Χορτάτος και ευχαριστημένος. Συνεργάστηκα με σπουδαίους ανθρώπους, ταξίδεψα σχεδόν σε όλο τον κόσμο μέσα από το θέατρο: Ιαπωνία, Ρωσία, Αγγλία. Μόνο Αμερική δεν έχω πάει. Πώς να μην αισθάνομαι ευλογημένος από τον Θεό; Αλλά είναι μια δουλειά που θέλει βαθιά προσήλωση. Εγώ υπερεκτιμώ τους ανθρώπους που κάνουν θέατρο, δεν τους υποτιμώ. Γιατί ξέρω από τον εαυτό μου τι στερούνται, τι θυσιάζουν και, ενδεχομένως, τι αναγκάζονται να κάνουν. Πράγματα που δεν τους αρέσουν.

Για κάποιον που το ακούει απέξω, τι θυσίες μπορεί να θέλει το θέατρο;

Είναι μια μοναχική δουλειά. Οι ηθοποιοί είμαστε ιερομόναχοι και το καμαρίνι είναι το κελί μας. Και ο χώρος που λέγεται θέατρο η «εκκλησία». Ξέρεις, είναι δύσκολο πράγμα να βρίσκεσαι συνεχώς στην κρίση του κοινού. Και για μένα το κοινό έχει πάντα δίκιο. Αλλά δεν μου αρέσει η λέξη αυτή. Οι θεατές μας είναι το σωστό. Πολλές θυσίες θέλει το θέατρο. Να του αφιερώσεις τη ζωή σου. Είναι ένα επάγγελμα αχάριστο.

Mε ποια έννοια αυτό;

Με την έννοια ότι ποτέ δεν θα σου δοθεί. Την ίδια στιγμή, θέλει πάντοτε να του δίνεσαι. Και πάντοτε σε αφήνει ανικανοποίητο. Ενδεχομένως, όλο αυτό να μην αξίζει τον κόπο. Βέβαια, το λέω με την ωριμότητα της σκέψης που έχω τώρα, όταν πρωτοξεκίνησα, δεν το σκεφτόμουν καθόλου έτσι. Τώρα, όμως, βλέπω ότι ίσως να μη χρειάζονταν τόσες θυσίες. Σε έναν νέο άνθρωπο που θα με συμβουλευόταν δεν θα του συνιστούσα να γίνει ηθοποιός. Και επειδή έχω υπάρξει καθηγητής σε διάφορες σχολές υποκριτικής, η πρώτη κουβέντα που έλεγα στα παιδιά ήταν «Αν δεν το αγαπάτε πολύ και αν δεν είστε έτοιμοι να θυσιαστείτε γι’ αυτό, σηκωθείτε και φύγετε».

Τι διαφορές εντοπίζει κανείς στους νέους ηθοποιούς σήμερα, συγκριτικά με τις προηγούμενες γενιές;

Παλεύουν κι αυτοί να βρουν τον δρόμο τους, όπως παλέψαμε και εμείς. Το θέμα είναι αυτό που κάνεις να είναι ειλικρινές, να έχει αλήθεια μέσα, να έχει αγάπη. Ο «έρως», που λένε, είναι μεγάλη υπόθεση. Γνώρισα κάποτε έναν σκηνοθέτη που τον είχαν καλέσει σε ένα συμβούλιο. «Δεν μπορώ να καθίσω στο συμβούλιο αυτό γιατί λέτε τετριμμένα πράγματα και εμένα με καλεί ο έρως» τους απάντησε και έφυγε. Ο «έρως» έχει τις εναλλαγές του και την απαίτηση προσαρμοστικότητας. Εγώ βρίσκομαι με τη Χρυσούλα (σ.σ. Διαβάτη), για να έρθουμε στα οικογενειακά μας, εκτιμώντας και σεβόμενοι ο ένας τον άλλο, χωρίς να αισθανόμαστε ότι είμαστε τέλειοι. Υπάρχουν και οι καβγάδες και οι διαφωνίες. Τώρα δεν τσακωνόμαστε βέβαια, βαρεθήκαμε. (γέλια)

*Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή με το Έθνος της Κυριακής