Από τη Michelle Obama
Η μητέρα μου είναι μια γυναίκα που επιλέγει τις λέξεις της προσεκτικά. Κάποιες φορές μιλάει με κοφτές προτάσεις, με τη σοφία της συμπυκνωμένη σε μικρές φράσεις συνοδευμένες από ένα μεταδοτικό χαμόγελο ή μια θυμηδία. Είναι κάτι που τη χαρακτηρίζει και την κάνει αγαπητή. Μια γλυκιά, πνευματώδης συντροφιά που δεν έχει ανάγκη τη δημόσια προσοχή. Μεγαλώνοντας καταλάβα πως ο τρόπος που συζητούσε αποτύπωνε και την προσέγγισή της στην ανατροφή των παιδιών της. Γιατί η μαμά μου γνώριζε πως η φωνή της ήταν λιγότερο σημαντική από το να με αφήνει να χρησιμοποιώ τη δική μου φωνή.
Αυτό σημαίνει πως άκουγε πολύ περισσότερο από ό,τι «δίδασκε». Όταν μεγάλωνα ήταν πρόθυμη να υπομένει ατελείωτες δικές μου ερωτήσεις, «Γιατί πρέπει να φάμε αβγά για πρωινό; Γιατί οι άνθρωποι χρειάζονται δουλειές; ». Δεν με επέπληττε αν έμενα ως αργά με τα παιδιά της γειτονιάς ή προκαλούσα τον πεισματάρη παππού μου όταν σκεφτόμουν πως ήταν λιγότερο πεισματάρης. Άκουγε προσεκτικά τις συζητήσεις που είχα με τους συμμαθητές μου τρώγοντας σάντουιτς και κουνούσε υπομονετικά το κεφάλι της όταν έλεγα ιστορίες γύρω από τα μαθήματα πιάνου που έκανα με τη θεία μου, Robbie.
Στον σημερινό κόσμο ακούγοντας όλα αυτά εύκολα θα σκεφτείς πως η Marian Robinson (σ.σ. η μητέρα της) δεν έδινε σημασία στα παιδιά της, τα άφηνε να έχουν εκείνα τον έλεγχο. Αλλά η πραγματικότητα είναι μακριά από αυτό. Εκείνη και ο πατέρας μου, Fraser, είχαν επενδύσει στα παιδιά τους, χτίζοντας με θεμέλια βαθιά και ανθεκτικά ένα οικοδόμημα καλοσύνης και ειλικρίνειας, σωστού και λάθους, σε εμένα και τον αδελφό μου. Έπειτα από αυτό, απλά μας άφησαν να είμαστε ο εαυτός μας.
Τώρα βλέπω αυτή την προσέγγιση ως μέρος της ιδιοφυΐας της: Είναι οι λέξεις που δεν λες που μπορεί να έχουν μεγαλύτερη σημασία. Ως γονιός, παρατηρούσε περισσότερα από όσο φαινόταν και ήταν χαλαρή, όχι πιεστική. Δεν προσπάθησε ποτέ να προσαρμόσει τα παιδιά της στη δική της εικόνα, να μας βάλει σε ένα καλούπι που ενέκρινε εκείνη ή η κοινωνία.
Όπως λέει και η ίδια, μπορείς να πεις πολλά πράγματα για την προσωπικότητα των παιδιών σου όταν εκείνα είναι μικρά. Και σε εμένα είδε επιμονή, πείσμα, ευφορία, μια φλόγα. Μια φλόγα που δεν θα ισχυριζόταν πως άναψε η ίδια και σίγουρα δεν προσπάθησε ποτέ να σβήσει. Ο αδελφός μου, Graig, είχε τη δική του φλόγα, διαφορετική από τη δική μου. Οι γονείς μου έδωσαν το οξυγόνο που χρειαζόταν για να ανάψει για τα καλά.
Διαπιστώνω τώρα πόσο σημαντική είναι μια τέτοια ελευθερία για όλα τα παιδιά, ειδικά για τα κορίτσια, που διαθέτουν τη δική τους φλόγα – την οποία ο κόσμος μπορεί και να προσπαθήσει να περιορίσει. Ξέρω πως δεν είναι κάθε κορίτσι σαν κι εμένα, συμπεριλαμβανομένων των δύο μου θυγατέρων. Η Malia και η Sasha έχουν η καθεμία ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία, διαφορετικές ευαισθησίες και φλόγες. Καμία δεν «καίει» με τον τρόπο που «καίει» η δική μου ή του Barack. Αυτή η μοναδική φλόγα τις χαρακτηρίζει και είναι αυτό που αγαπώ σε εκείνες.
Ωστόσο, ως γονείς και ως κοινωνία, συχνά προσπαθούμε ενστικτωδώς να σιωπήσουμε τις φωνές των θυγατέρων μας. Τις αποτρέπουμε από το να μιλάνε πολύ ή δυνατά. Τις εκπαιδεύουμε να κάθονται με τον κορμό ίσιο, να σταυρώνουν τα πόδια τους και να χαμογελούν περισσότερο. Μπορεί να φαίνεται αβλαβές, προστατευτικό ή ευγενικό – δεν θέλουμε να πληγωθούν ή να δώσουν στους άλλους λάθος εντύπωση. Αλλά αν δεν είμαστε προσεκτικοί, αυτό μπορεί να είναι η πρώτη πέτρα που θα αρχίσει να πέφτει από έναν γκρεμό περιορισμών που θα παρασύρει κορίτσια και γυναίκες για όλη τους τη ζωή. Το κορίτσι που σιωπά γίνεται η έφηβη που φοβάται να μιλήσει στην τάξη και η γυναίκα που δεν ακούγεται η φωνή της στο γραφείο. Πολύ πριν συμβεί αυτό, η φλόγα έχει σβήσει.
Οπότε, εξαρτάται από εμάς, ως μητέρες και ως μητρικές φιγούρες, να δίνουμε στα κορίτσια μας τον τύπο της υποστήριξης που κρατά τη φλόγα τους αναμμένη, όπως και το να επιτρέπουμε να σηκώνουν τον τόνο της φωνής τους – όχι απαραίτητα χρησιμοποιώντας τις δικές μας λέξεις, αλλά αφήνοντας να βρουν τις δικές τους. Αυτό είναι κάτι που η μητέρα μου είχε το ταλέντο να αναγνωρίζει. Ωστόσο, αν τη ρωτήσεις σήμερα πώς τα κατάφερε μαζί μου όταν ήμουν μικρή, πιθανώς να χαμογελάσει και να πει «Ω, αυτό είναι απλά η Michelle που έγινε Michelle».

Η απλότητα αυτής της δήλωσης μπορεί να κρύβει τη σοφία της. Το να επιτρέψεις σε ένα μικρό κορίτσι να βρει τη δική του φωνή είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για τις κόρες μας. Και γι’ αυτό θα ευχαριστώ τη μητέρα μου που απλά το έκανε: Άφησε την ιδιαίτερη φλόγα μου να καίει, όχι μόνο όταν ήμουν παιδί, αλλά όλα αυτά τα χρόνια. 