Λίγη ώρα έχει μείνει πριν ανέβουν στη σκηνή, για να βρεθούν μπροστά στο κατάμεστο θέατρο του Κέντρου Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος, με το κοινό να περιμένει με λαχτάρα το τρίτο κουδούνι ώστε να ξεκινήσει η παράσταση και να απολαύσει την επιτυχία της φετινής σεζόν. Η Μαρίλια και ο Μιχάλης Μητρούσης είναι στο καμαρίνι τους και με υποδέχονται ευδιάθετοι και χαμογελαστοί. Πατέρας και κόρη δείχνουν αγαπημένοι και συνάμα χαρούμενοι για αυτή την πρώτη τους συνεργασία. Ο λόγος στους ίδιους…

Από τη Γεωργία Χαλκιά

– Πώς προέκυψε η συνεργασία σας στη φετινή παράσταση της Μιμής Ντενίση Κι Από Σμύρνη… Σαλονίκη;

Μαρίλια: Η παράσταση ήρθε αναπάντεχα. Η αρχική ιδέα ήταν να συμμετάσχω με την ιδιότητά μου ως μουσικού και τελικά εξελίχθηκε σε μια μουσικοθεατρική ερμηνεία, κάτι που με χαροποίησε ιδιαίτερα.

Μιχάλης: Η παράσταση είναι η συνέχεια της Σμύρνης μου Αγαπημένης, στην οποία διαδραματίζεται η μετέπειτα πορεία των επιζώντων της Μικρασιατικής Καταστροφής, που ως πρόσφυγες πια εγκαθίστανται στη Θεσσαλονίκη. Δεδομένου ότι εκείνη την εποχή ακούγονταν πολύ τα τουρκικά, πρότεινα στη Μιμή Ντενίση να συνεργαστεί με τη Μαρίλια, μια και φοιτά στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και μιλά άπταιστα τη γλώσσα.

– Άρα, η Μαρίλια βιώνει το θεατρικό της ντεμπούτο με μια σκηνοθέτιδα-δασκάλα όπως είναι η Μιμή Ντενίση. Πώς αισθάνεστε;

Μιχάλης: Όλοι οι συνάδελφοι δέχτηκαν θερμά τη Μαρίλια. Η Μιμή τής φέρθηκε σαν να ήταν κόρη της. Είναι τυχερό πλάσμα γιατί έκανε το ντεμπούτο της μέσα σε μια επιτυχία, που προσελκύει κάθε βράδυ 1.000 άτομα. Η κόρη μου είναι ταλαντούχα και τα μαθήματα υποκριτικής αποδείχτηκαν μεγάλο πλεονέκτημα. Μεγαλώνοντας φυσικά στο θέατρο με δυο γονείς ηθοποιούς, η πρόσβαση στο σανίδι ήταν πιο εύκολη.

Μαρίλια: Είμαι τόσο ενθουσιασμένη που συνεργάζομαι με μια καταπληκτική ηθοποιό και σκηνοθέτιδα. Με τιμά που η πρώτη μου επαγγελματική επαφή με το θέατρο είναι στο πλευρό της. Η Μιμή Ντενίση μού έχει δώσει πολύτιμες συμβουλές και μάλιστα επειδή στην αρχή λόγω άγχους με έπιαναν τα κλάματα, με στήριζε. Νιώθω εξίσου χαρά που παίζω με τον πατέρα μου. Αυτή η οικειότητα μόνο προς όφελός μας μπορεί να λειτουργήσει.

– Πώς είναι άραγε να βρίσκεται ένα παιδί στη σκηνή δίπλα στον πατέρα του, έχοντας ως θεατή τη μητέρα του, Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, η οποία είναι επίσης ηθοποιός;

Μιχάλης: Κατά τη διάρκεια της παράστασης, το δέσιμο της οικογένειας χάνεται. Στη σκηνή είμαστε δυο ηθοποιοί που προσπαθούμε να δώσουμε το καλύτερο στον θεατή. Όμως όταν πέφτει η αυλαία, τη θέση τους παίρνουν και πάλι μπαμπάς και κόρη. Η μητέρα της Μαρίλιας είναι πολύ ευχαριστημένη με την ερμηνεία της, καθώς είναι επίσης ηθοποιός και κρίνει αντικειμενικά.

Μαρίλια: Μου αρέσει πολύ που είμαστε κάθε μέρα μαζί, όπως μαζί είμαστε και στα ρεπό μας. Κάνω πολλή παρέα με τον μπαμπά μου και το απολαμβάνουμε.

Μιχάλης: Κάνουμε όντως πολλή παρέα μαζί!

– Η παράσταση πραγματεύεται την προσφυγιά σε μια από τις πιο ταραγμένες εποχές του τόπου. Αυτές οι εικόνες είναι γνώριμες για εσάς;

Μιχάλης: Οι ρίζες μου είναι από τη Μικρά Ασία και τη Θεσσαλονίκη, επομένως η υπόθεση της παράστασης μου είναι οικεία. Η οικογένεια του παππού μου ξεριζώθηκε το 1915 από τα Στενά των Δαρδανελλίων και ερχόμενοι στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Ο παππούς μου ο Μιχαήλ είχε άλλα τρία αδέλφια, τον Θεόδωρο, τον Δημήτριο και τον Πασχάλη. Ο βενιαμίν, ο Πασχάλης, τούρκεψε και δεν τον ξαναείδαν.

Έχω έντονες αναμνήσεις. Θυμάμαι ότι όταν ήμουν παιδί πηγαίναμε όλοι μαζί στην εκκλησία και εκεί σε μια γωνιά στεκόταν ο παππούς και τα αδέλφια του. Ψέλλιζαν τουρκικές λέξεις και έκλαιγαν για τον χαμένο τους αδελφό. Μάλιστα, ο πατέρας μου ήθελε να με βγάλει Πασχάλη, όμως η μητέρα μου ήταν τόσο εναντίον: «Έχει κακή μοίρα το όνομα αυτό, το ’φαγαν οι Τούρκοι το παιδί» έλεγε χαρακτηριστικά.

Μία ακόμη στιγμή ανεξίτηλη στο μυαλό μου ήταν πριν από τριάντα χρόνια, όταν η μάνα μου συνάντησε τον θείο της. Εξήντα ολόκληρα χρόνια μετά, ο θείος αντίκρισε την ανιψιά και έκλαιγαν αγκαλιασμένοι για ώρα. Ήμουν μπροστά σε αυτή τη σκηνή και ανατρίχιασα. Η αγάπη της Μαρίλιας για τα τουρκικά ίσως ήταν μοιραία. Το πεπρωμένο, το «κισμέτ» που λένε οι Τούρκοι. Στο έργο ζωντανεύει η πολυπολιτισμική Σαλονίκη. Ντόπιοι, πρόσφυγες, Πόντιοι και Εβραίοι καταφέρνουν να ζήσουν αρμονικά παρά τις διαφορές τους.

Έζησα με Εβραίους και δεν ξεχώριζαν καθόλου από τους ντόπιους, μοιάζαμε σαν ένα. Η Μιμή έχει καταφέρει με τόση επιτυχία να δημιουργήσει χαρακτήρες μέσα από τους οποίους διαδραματίζονται γεγονότα που συνέβησαν πριν από τον διωγμό. Σαράντα πέντε χρόνια πορείας και δεν έχω ξαναζήσει κάτι παρόμοιο. Αγγίζει τον Έλληνα σε κάθε συναίσθημα: ξενιτιά, διωγμό, απογοήτευση, θρίαμβο, λύπη.

– Μαρίλια, τι ήταν αυτό που σε συνεπήρε ώστε να αποφασίσεις να σπουδάσεις Τουρκική Φιλολογία;

Από μικρή ήθελα να ασχοληθώ με τον καλλιτεχνικό χώρο. Τελειώνοντας, όμως, το σχολείο σκεφτόμουν πως πρέπει να έχω μια ακόμη εναλλακτική, σε περίπτωση που δεν τα καταφέρω. Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Λατρεύω την ανατολίτικη μουσική και σε συνδυασμό με τα τουρκικά που άκουγα ανελλιπώς από τη γιαγιά μου αισθάνθηκα σαν να μαγεύτηκα.

Έδωσα εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και πέρασα με πολύ καλό βαθμό. Μελλοντικά σκέφτομαι πολύ σοβαρά  να πάω στην Τουρκία. Η αγορά της μουσικής και των τηλεοπτικών σειρών εκεί είναι πολύ μεγάλη. Πριν από λίγες μέρες μάλιστα ήρθε στην παράσταση ο Burak Hakki  και συνεχάρη τη Μιμή Ντενίση για την πολύ καλή απόδοση του ρόλου μου στα τουρκικά. Τον πλησίασα και του εξήγησα ότι μετέφρασα η ίδια τα λόγια. Σάστισε. Με κοιτούσε έκπληκτος.

– Κατά τη γνώμη σας μπορεί ένας νέος να στραφεί προς την υποκριτική ανεξάρτητα από τις σπουδές του;

Μιχάλης: Οι σπουδές είναι σημαντικό εφόδιο, όμως τι να το κάνεις το πτυχίο εάν σου λείπει η ουσιαστική μόρφωση; Αν δεν μελετήσεις αρχαία κωμωδία, αρχαία τραγωδία, είναι σαν να μην ξέρεις την αλφάβητο. Δυστυχώς, υπάρχει τρομερή αμορφωσιά. Μέχρι που αναγκάστηκε να βγει ο Μπαμπινιώτης και να μας πει τον σωστό όρο του «κορωνοϊού».
Επικρατεί ένα φαινόμενο που θυμίζει fast food, εννοώντας πως οι νέοι πια τα κάνουν όλα γρήγορα. Διαβάζουν γρήγορα, περπατούν γρήγορα, ερωτεύονται γρήγορα και προσπαθούν γρήγορα να γίνουν σταρ. Δεν προκόβεις με αυτό τον τρόπο. Έτσι εξηγείται και γιατί δεν γράφονται πια σίριαλ εποχής. Παλαιότερα για σκηνές ενός τετάρτου χρειάζονταν γυρίσματα δύο ημερών. Η βιασύνη γεννά προχειρότητα.

Μαρίλια: Δεν θα ξεχάσω μια φράση της Μιμής Ντενίση: «Το θέατρο δεν είναι Instagram, δεν χτίζεις καριέρα επειδή έχεις πολλούς followers και αποκτάς ξαφνικά αναγνωρισιμότητα». Δεν είναι τιμητικό να περνά στα νέα παιδιά η ιδέα πως με την προβολή στα social media αποκτούν αυτόματα και ένα είδος επαγγέλματος. Σαν να θες να γίνεις δικηγόρος χωρίς να σπουδάσεις Νομική. Είναι άδικο να ενσαρκώνουν ρόλους όσοι ξαφνικά απέκτησαν φήμη, ενώ υπάρχουν παιδιά που δουλεύουν διπλοβάρδιες για πληρώσουν τα δίδακτρα στη δραματική σχολή.

– Κύριε Μητρούση, πόσο κοπιάσατε για να μετράτε σήμερα στην υποκριτική μια πορεία σαράντα πέντε χρόνων;

Δούλευα από 6 χρόνων. Όταν πήγαινα στο γυμνάσιο, για να τα βγάλω πέρα εργαζόμουν ως σερβιτόρος, βοηθός σερβιτόρου, βιβλιοπώλης, μανάβης. Έπειτα στη δραματική δούλευα ως κομπάρσος στο θέατρο. Όμως δεν σταμάτησα ποτέ να διαβάζω και να εξελίσσομαι. Γι’ αυτό από τους 30 φοιτητές διακριθήκαμε οι 5. Ανάμεσα σε αυτούς και η συμμαθήτριά μου η Τάνια Τσανακλίδου. Δεν ήταν μια εύκολη διαδρομή, αλλά ήμουν ανήσυχο πνεύμα.

Σκέψου ότι επειδή δεν είχα λεφτά ώστε να αγοράσω βιβλία πήγαινα συνεχώς στη δανειστική βιβλιοθήκη της ΧΑΝΘ. Εκείνη την εποχή μάλιστα διέθετε ένα βαν το οποίο πήγαινε στις συνοικίες και προμήθευε τους βιβλιόφιλους. Φυσικά καθένας δικαιούνταν ένα βιβλίο την εβδομάδα, γι’ αυτό και εγώ έφερνα μαζί τον πατέρα, τη μάνα και τον αδελφό μου.

Ήταν ο μόνος τρόπος να πάρω τέσσερα βιβλία μαζί. Κατάφερα και διάβασα όλο το παγκόσμιο θέατρο. Ο αγώνας για την εξέλιξή μου ήταν διαρκής στο πέρασμα των χρόνων. Συγκεκριμένα, μια εποχή δουλεύαμε στο θέατρο με τον κουμπάρο μου, τον Δημήτρη Πιατά, και επειδή δεν πληρωνόμασταν τραβούσαμε ηλεκτρολογικά καλώδια σε οικοδομές για το μεροκάματο.

– Ωστόσο, η Μαρίλια δεν έχει περισσότερες ευκαιρίες λόγω του δικού σας ονόματος;

Μιχάλης: Την αφήνω να κάνει λάθη ώστε να μάθει μέσα από αυτά. Όμως, αν μπορώ να βοηθήσω, σαφώς θα το κάνω. Εδώ το έχω κάνει για τόσο κόσμο, δεν θα το έκανα για το παιδί μου; Ορισμένοι το θυμούνται, όμως από άλλους έχω παράπονο, με απογοήτευσαν. Η αχαριστία βασιλεύει. Πρέπει να ευγνωμονείς αυτόν που σου προσφέρει και θεωρώ πως όταν κάνεις καλό, αυτό το καλό γυρίζει πίσω.

Σκέψου πως από το 1998 έως το 2005 που διηύθυνα το θέατρο Χυτήριο είχα έναν εργάτη από τη Β. Ήπειρο, εξαιρετικό παιδί. Επειδή ήταν νεφροπαθής, τρεις μέρες την εβδομάδα έπρεπε να πηγαίνει για αιμοκάθαρση, έτσι αναλάμβανα μόνος μου όλη την καθαριότητα, δεχόμενος φυσικά επικριτικά σχόλια καθώς «Δεν αρμόζει σε έναν διευθυντή αυτή η εικόνα». Δεν του στέρησα μεροκάματο γιατί το παιδί, όταν ερχόταν, έκανε δουλειά που θα έκαναν δέκα εργάτες μαζί. Δεν το μετάνιωσα ποτέ και έκτοτε μου έρχονταν συνέχεια δουλειές.

– Λίγο πριν κλείσουμε την όμορφη συνάντησή μας θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μας μια ανάμνηση από τον καλλιτεχνικό χώρο στον οποίο έχετε ζήσει αυτά τα χρόνια.

Μαρίλια: Όταν ήμουν 7 χρόνων, γνώρισα δύο ανθρώπους που αποδείχτηκαν πολύ σημαντικοί για εμένα, τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Λίνα Νικολακοπούλου. Με έκαναν κυριολεκτικά να αγαπήσω τη μουσική. Μεγαλώνοντας τους το είπα και χαίρομαι γιατί με τη Λίνα έχουμε σχέσεις μέχρι και σήμερα. Μικρή είχα πλήρη άγνοια από πόσο σπουδαίους ανθρώπους περιτριγυρίζομαι.

Μιχάλης: Οι πιο γλυκές αναμνήσεις ήταν οι οικογενειακές. Ήθελε από πολύ μικρή η Μαρίλια να έρχεται στο θέατρο και τελικά κοιμόταν στα καθίσματα. Όταν την αποτρέπαμε λέγοντάς της ότι θα κουραστεί και θα υποφέρει, εκείνη μας έλεγε «Δεν πειράζει να υποφέρω, θα κοιμηθώ εκεί». Είναι από τα προνομιούχα παιδιά καθώς είδε και πολλές παραστάσεις μαζί μας. Στα 5 της χρόνια είδε αρχαία τραγωδία. Και τώρα παίζουμε μαζί. Είμαι πολύ χαρούμενος για την εξέλιξή της. 

Φωτογραφίες: Νίκος Μαλλιάκος

Πηγή: People

Instafeed