«Γιατί να πάει κάποιος να δει μια παράσταση με τον μακροσκελή τίτλο Κομμώτριες / Μεταπολίτευση Τζιανγκ – Σιν – Μπι – Σιν Φαντάσου την καρδιά μου δική σου;» ήταν η πρώτη ερώτηση μιας συνέντευξης 48 λεπτών με εκείνον καθισμένο στο μικρό γραφείο στο θέατρο Θησείον, Ένα Θέατρο για τις Τέχνες, τα φώτα χαμηλωμένα –«να κάνουμε λίγη ατμόσφαιρα» είπε– και ένα διάχυτο άρωμα καφέ φίλτρου να σε παραπέμπει σε κάτι από τη ζεστασιά του σπιτιού σου, χαλαρό απόγευμα Κυριακής.

Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός έχει δημιουργήσει φέτος, μια παράσταση – ραντεβού με την Ιστορία, μαζί και τα γεγονότα, τις μαρτυρίες, τις μνήμες και τα αισθήματα της Ελλάδας της Μεταπολίτευσης. Μια παράσταση που απευθύνεται σ΄ένα κοινό εξασκημένο να «βλέπει» πίσω από τους τίτλους. Το κοινό του δηλαδή, το οποίο αν κρίνουμε από τα πρώτα «sold out», έδωσε ήδη το δυναμικό «παρόν»!

– Ομολογουμένως, δύσκολος τίτλος. Θα ρωτάει η μία κυρία «Τι θα πας να δεις σήμερα;» και, πείτε μου τώρα, τι θα απαντήσει η άλλη κυρία;

Έλα ντε, πείτε μου και μένα! Ό,τι θυμάται η κάθε κυρία ας απαντήσει. Η μία θα πει «Κομμώτριες», η άλλη θα πει «θα δω τη Μεταπολίτευση» και μια τρίτη «Φαντάσου την καρδιά μου δική σου». Ό,τι του αρέσει του καθενός μπορεί να διαλέξει.

– Τι είναι, με δυο λόγια, αυτή η παράσταση;

Ειλικρινά, δεν μπορώ να σας πω. Την κοιτάζω κι εγώ και προσπαθώ να καταλάβω. Αλλά νομίζω για καμία παράσταση δεν μπορείς να πεις «τι είναι». Γιατί τότε, θα είναι κάτι αρκετά απλουστευμένο. Αυτό που σίγουρα μπορώ να πω είναι πως κέντρο της είναι η Μεταπολίτευση. Μια «μπουτίκ χρόνου» θα χαρακτήριζα αυτή την παράσταση, που ξεκινά από αυτό το κρίσιμο σημείο – ας το ονομάσουμε τεχνικά 1974. Τη στιγμή της μεταστροφής σε μια νέα πολιτική κατάσταση μετά τη Χούντα.

– Και οι Κομμώτριες πού κολλάνε;

Δεν κολλάνε! Είναι ο πρώτος τίτλος που είχα στο μυαλό μου για την παράσταση και τον κράτησα. Πρόκειται για μια αγαπημένη μου λέξη. Τη βρίσκω υπέροχη.

– Τι το ιδιαίτερο έχει ως λέξη;

Κατ’ αρχάς, οι «Κομμώτριες» είναι μια ολόκληρη φυλή. Και περιποιούνται έναν δημόσιο χώρο, όπως είναι το κομμωτήριο. Μαζί περιποιούνται και τις μορφές των ανθρώπων, κυρίως των γυναικών. Έχετε σκεφτεί γιατί μια γυναίκα πηγαίνει στο κομμωτήριο; Πηγαίνει για να βγει μια άλλη, λίγο βελτιωμένη. Για το «ραντεβού με την ιστορία», που έλεγε και το ΠΑΣΟΚ κάποτε, επί Μεταπολίτευσης. Οι «Κομμώτριες» λοιπόν, είναι ένας δημόσιος χώρος, ιδιότυπος, στον οποίο μπορεί να περνά η τρέχουσα ελληνική ιστορία, ακόμη και ως κουτσομπολιό. Αν και δεν ξέρω πολλές κομμώτριες που να είναι κουτσομπόλες.

– Είναι κάπως ένα παρεξηγημένο επάγγελμα…

Για να είμαστε ειλικρινείς, ναι. Δεν αντέχουν κιόλας, να κουτσομπολέψουν. Πώς να μιλάς τόσο πολύ όταν κάνεις αυτή τη δουλειά και κάτω από δύσκολες συνθήκες, γιατί οι πελάτισσες δεν είναι εύκολες. Ειδικά όταν έχουν δίκιο, όπως λένε. Έχει το κείμενό μας μια φράση που μου αρέσει πάρα πολύ και λέει «Άλλωστε, σε ένα κομμωτήριο της εποχής δεν ανακοινώθηκε η καταστροφή της σικελικής εκστρατείας; Για άλλους Αθηναίους». Κι είναι αλήθεια αυτό! Τότε δεν υπήρχαν τηλέφωνα και τα νέα της καταστροφής μαθεύτηκαν σε κάποιο κομμωτήριο της εποχής. Γιατί και τότε έκοβαν τα μαλλιά τους οι άνθρωποι.

– Άλλες αγαπημένες λέξεις έχετε;

Η λέξη «παλιννοστούντες» μου αρέσει επίσης. Αλλά δεν ακούγεται στην παράσταση. Ακούγεται, όμως, η λέξη «Μαρξ», ας πούμε.

– Οι άνθρωποι που έρχονται να δουν τις παραστάσεις σας τι κοινό χαρακτηριστικό έχουν;

Νομίζω ξέρουν πως δεν θα προδώσω τις προσδοκίες τους. Κάνω αυτό που αντιλαμβάνομαι με συνέπεια και περιμένω να τους αφήσει κάτι η παράσταση.

– Μια αρνητική κριτική, ενός θεατή ή ενός δημοσιογράφου, μπορεί να σας θυμώσει;

Μπορεί να με θυμώσει ή να με στενοχωρήσει. Γενικά, όταν είμαι σε μια ευαίσθητη φάση δημιουργίας, αποφεύγω να διαβάζω κριτικές. Κάποιες κριτικές τις θεωρώ ιδιαίτερα εποικοδομητικές και ας μην είναι απαραίτητα θετικές. Από την άλλη, υπάρχουν και πολύ θετικές κριτικές που θα τις χαρακτήριζα μάλλον κενές περιεχομένου.

Αλλά το θέμα δεν είναι αν είναι καλή ή κακή μια κριτική. Αυτό που έχει σημασία είναι το βλέμμα, η καρδιά, η ποιητικότητα της σκέψης αυτού που βρίσκεται πίσω από αυτήν. Σίγουρα, με τις κακοπροαίρετες κριτικές ξεμπερδεύεις πιο εύκολα, λες «Σε διαβάζω, δεν έχει το κείμενό σου τίποτα που να μπορώ να πιαστώ από αυτό, παρά μόνο μια κακοβουλία, λυπάμαι».

Πρέπει η κριτική να έχει ένα άγκιστρο μέσα της, από το οποίο να μπορείς να πιαστείς. Σημασία έχει και ο τρόπος που λέει κανείς κάτι. Οι κριτικές που μου στενεύουν την ψυχή είναι μάλλον απορριπτέες. Δεν με αφορούν ως ύπαρξη. Μια παροιμία λέει πως «Από αυτά που λέει ο Πέτρος για τον Παύλο έμαθα πιο πολλά για τον Πέτρο παρά για τον Παύλο…». Με αυτήν την έννοια μπορώ να καταλάβω πότε υπάρχει μια ασθενής ψυχή πίσω από μια κριτική, που μάλλον θέλει να μαυρίσει και τη δική μου. Ασχέτως του πώς γράφει.

– Με τα χρόνια, νιώθετε πως έχετε φτάσει κάπου, σε ένα σημείο αναγνώρισης;

Η δημιουργία δεν έχει ηλικία, όπως και οι ανασφάλειες της δημιουργίας. Στα σκοτεινά πηγαίνεις κάθε φορά. Δεν καταδέχεσαι εύκολα να στηριχθείς στα «αποταμιευμένα». Και στην περίπτωσή μου, δεν νομίζω πως υπάρχουν. Υπάρχουν κάποιες μεθοδολογίες, κάποιοι τρόποι, κάποια εμπειρία που σε προφυλάσσει, ίσως και ένα ακονισμένο κριτήριο αισθητικής ή γούστου, αν θέλετε. Το οποίο βέβαια, όσο ακονίζεται, τόσο πιο αιχμηρό γίνεται.

– Περιθώριο στο λάθος υπάρχει;

Πάντα έχεις περιθώριο στο λάθος. Όλο με το λάθος διαπραγματευόμαστε. Ξέρεις ποιο είναι το σωστό, το αισθάνεσαι, αλλά αυτή εδώ η δουλειά είναι μια γλυπτική σε ένα υλικό που είναι πάρα πολύ σκληρό γιατί είναι το αόρατο. Στον αέρα γράφουμε. Δεν υπάρχει πιο τραγική τέχνη από το θέατρο. Σε τρελαίνει, αν το καλοσκεφτείς. Εκτός αν είσαι ήδη τρελός.

– Με τους συνεργάτες σας συνεχίζετε να είστε πολύ απαιτητικός;

Με τα χρόνια έχω γίνει ακόμη χειρότερος. Μοιραία γίνεται αυτό, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Έχει αυτήν την απαίτηση της ακρίβειας η τέχνη μας. Όπως στη γλυπτική, δεν μπορεί η μύτη του αγάλματος να μην είναι στη σωστή θέση. Την ίδια στιγμή δουλεύεις με ψυχές, σώματα και αισθήματα. Είναι τρομερό αυτό. Και ταυτόχρονα, συγκινητικό.

– Συγκεκριμένα, στο έργο που ανεβάζετε τώρα, έχετε πιάσει τους ηθοποιούς να σας κοιτούν λίγο περίεργα ή να σας λένε «Κύριε Μαρμαρινέ, είναι κάπως παράλογο αυτό που ζητάτε».

Τα περισσότερα που ζητάμε είναι παράλογα. Αλλά γίνονται γιατί η τέχνη είναι ο τελευταίος τόπος των θαυμάτων. Χωρίς να μπορώ να δώσω σαφή ορισμό για το θαύμα. Στη συγκεκριμένη παράσταση για παράδειγμα, έδωσα οδηγία στους ηθοποιούς πως «θέλω να περπατάτε χωρίς να πατάτε στο πάτωμα». Υπάρχει μια μικρή στιγμή, αρκετά κρίσιμη, που πρέπει να το καταφέρουν αυτό. Γίνεται; Μπορεί και να γίνεται!

– Μιμητές έχετε;

Έχουν υπάρξει, αλίμονο. Είναι φυσικό με έναν τρόπο, δεν είναι κάτι που μπορείς να ελέγξεις. Και δεν είναι και κακό, είναι ένας τρόπος να μαθαίνεις. Το έλεγαν και οι παλιοί: «Μαθαίνω, αντιγράφοντας». Όλη η Άπω Ανατολή άρχισε κοπιάροντας τα επιτεύγματα των Ευρωπαίων και μετά έκαναν τα δικά τους πράγματα, κάπως πιο ακραία.

– Πέρα από το θέατρο, τι άλλο σας ευχαριστεί στην καθημερινότητα;

Όταν κάνουμε παραστάσεις, δεν υπάρχει άλλη καθημερινότητα. Δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι μόνο αυτό. Βέβαια, μια αγαπημένη ώρα της ημέρας είναι αργά το βράδυ, εκεί που έχουν πέσει όλων οι ρυθμοί, και κάθομαι κάτω από ένα ειδικό πορτατίφ που έχω και ακούω μουσική. Κυρίως το Τρίτο Πρόγραμμα, 2 με 4 το πρωί έχει μια αγαπημένη μου εκπομπή. Όταν κάνεις αυτή τη δουλειά, δεν μπορείς να κοιμηθείς εύκολα. Σε κυνηγάει. Υπάρχει μια φράση μέσα στο έργο που λέει «Το εγώ του κοιμισμένου δεν κοιμάται ποτέ μαζί του».

– Στην τηλεόραση παρακολουθείτε κάτι;

Στην τηλεόραση βλέπω ποδόσφαιρο. Ούτε σίριαλ, ούτε show. Αυτού του τύπου η φαντασμαγορία είναι αλλά λίγο ρηχή. Πάει κόσμος, φωνάζει, χειροκροτεί, βγάζει και μια σέλφι, αλλά μέχρι εκεί.

– Είστε φίλαθλος κάποιας ομάδας;

Αφήστε αυτή την κουβέντα, γιατί είμαι η ομάδα του πόνου, δεν μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Αυτή την περίοδο η ομάδα μου δεν είναι πολύ στα καλά της, άρα όποιος ξέρει από ποδόσφαιρο, αμέσως καταλαβαίνει και τι ομάδα είμαι…

– Κάτι τελευταίο θέλω να ρωτήσω, το οποίο έχω ως απορία. Γιατί Μιχαήλ και όχι Μιχάλης, για παράδειγμα;

Γιατί Μιχαήλ ήταν ο παππούς μου, καπετάνιος στο επάγγελμα. Υπάρχει άλλη μια φράση που έχω βάλει μέσα στο έργο και λέει «Ποιος πρόγονος μιλάει μέσα μου;». Μιχαήλ λοιπόν, γιατί έτσι κάπου, αν θέλετε, συνεχίζει να ακούγεται και ο παππούς μου. Και δεν είναι άσχημο όνομα, μου αρέσει κάπως. Σε ένα αγαπημένο μου νησί, στο Κουφονήσι, με φωνάζουν «Μιχαήλο». Έχω φίλους εκεί και μέσα από αυτή τη συνέντευξη τους στέλνω χαιρετισμούς. Οι συνεντεύξεις είναι σαν τα μπουκάλια στον ωκεανό. Τα πετάμε και κάποιοι μπορεί να τα βρουν. Ή μπορεί να ξεμείνουν σε καμιά ακτή και να τα μαζέψουν το καλοκαίρι, μαζί με τις σαβούρες.

INFO: Η παράσταση «Κομμώτριες / Μεταπολίτευση Τζιανγκ – Σιν – Μπι – Σιν Φαντάσου την καρδιά μου δική σου», σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, ανεβαίνει στο θέατρο Θησείον, Ένα Θέατρο για τις Τέχνες κάθε Τετάρτη έως Σάββατο στις 20.30 μ.μ και κάθε Κυριακή στις 19.30 μ.μ

Φωτογραφίες: Νίκος Μαλιάκος

Πηγή: People