Μπορεί στο ευρύ κοινό το πρόσωπο της Μαρίας Κίτσου να μη θύμιζε πολλά, μέχρι που γράπωσε γερά τον ρόλο της «Λενιώς» στις «Άγριες Μέλισσες», συγκινώντας τους πάντες – και αυτούς που γνώριζαν την πορεία της στο θέατρο και τους άλλους.

Και εκείνους που τη θυμούνταν από τον «Καρυωτάκη» και όσους τη γνώρισαν τώρα και σκλαβώθηκαν από τη δύναμη της ερμηνείας της. Γιατί η Κίτσου δεν είναι καινούρια στον χώρο. Εργάζεται σοβαρά, με συνέπεια, προσήλωση και αγάπη στην Τέχνη της από το 2006.

Τότε εμφανίζεται στο θέατρο με ένα δύσκολο έργο, ένα κείμενο – γρίφο για μια νέα ηθοποιό, τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, θεωρείται από τα γερά μυαλά της νέας γενιάς ηθοποιών που μπορούν να αναμετρηθούν με βαριά κείμενα και να «σπρώξουν» τα μηνύματά τους στο σήμερα.

Και όσοι το πιστεύουν αυτό για εκείνη τότε, έχουν απόλυτο δίκιο. Θα καταπιαστεί με ζόρικους θεατρικούς συγγραφείς -Ευγένιο Ο’ Νηλ, Ζαν Ζενέ, Στρίντμπεργκ, Ίψεν- και θα βγαίνει πάντα στον αφρό, μετά από ψυχοφθόρες ερμηνείες.

Το 2009 έρχεται στη ζωή της η τηλεόραση, μέσα από τη σειρά «Καρυωτάκης», όπου υποδύεται τη Μαρία Πολυδούρη, τον καταραμένο έρωτα του τραγικού ποιητή μας. Το φιζίκ της, η εκφορά του λόγου της, η δωρική της παρουσία, η ικανότητά της να ανοίγει κανάλια επικοινωνίας με τις ηρωίδες που ανασταίνει στη σκηνή -και στην τηλεόραση- της χαρίζουν το βραβείο Μελίνα Μερκούρη το 2012.

Η ερμηνεία της στα «Ορφανά» του Ντένις Κέλι, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου θα τη φέρει για πρώτη φορά σε επαφή μ’ αυτό το βραβείο, το οποίο διεκδικούσε από το 2008.

Άγριες Μέλισσες: Βρεθήκαμε στα παρασκήνια της νέας σειράς του ΑΝΤ1, ίσως της πιο ακριβής των τελευταίων ετών

Η ίδια σε παλαιότερη συνέντευξή της δεν έχει διστάσει να μιλήσει ανοιχτά για την πάλη της με την κατάθλιψη, την αγχώδη διαταραχή και την ελλειμματική προσοχή, με τα οποία παλεύει θαρραλέα από πολύ νεαρή ηλικία.

Κόρη οικογένειας στρατιωτικού, αυστηρών αρχών και, όπως έχει εξομολογηθεί, εγκλωβισμένη για καιρό στα «πρέπει» των άλλων και τα δικά της «θέλω», παίρνει την απόφαση να φύγει από το σπίτι μετά τις Πανελλήνιες.

«»Αν δεν περάσεις στην Αθήνα, θα γίνεις κομμώτρια». Πέρασα στη Θεολογία και έφυγα από το σπίτι. Το «μακριά κι αγαπημένοι» ίσχυσε και για μας. Όταν πήρα το πτυχίο μου από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ο πατέρας μου είχε αρρωστήσει βαριά από λευχαιμία», θα εξομολογηθεί πέρσι σε συνέντευξή της στην «Καθημερινή».

Όπως έχει αποκαλύψει, με συναίσθημα, διακριτικά, απαλά, μέχρι τώρα δεν απέκτησε παιδιά, γιατί ήθελε το «πακέτο», τον έρωτα, τον σωστό άνθρωπο, τον δικό της «πρίγκιπα πάνω στο άλογο», αποκαλύπτοντας πίσω από το αγέρωχο παρουσιαστικό της, μια τρυφερή γυναίκα, έναν ευαίσθητο άνθρωπο που δικαίως υπηρετεί αυτή την Τέχνη.

Με τις «Άγριες Μέλισσες» έρχεται να αποδείξει κάτι που όλοι γνωρίζουμε, αλλά σπανίως παραδεχόμαστε: ότι το θέατρο, η μελέτη, η σκληρή προσπάθεια είναι τα υλικά που «χτίζουν» τον καλό ηθοποιό.

Μπορεί η τηλεόραση να είναι η μεγάλη «σκηνή», το «κανάλι επικοινωνίας» των ηθοποιών με το ευρύ κοινό, όμως, χωρίς όλη την προετοιμασία που μόνο το θέατρο εξασφαλίζει, τίποτα δεν είναι ίδιο και ίσως γι’ αυτό ως τηλεθεατές να ανεχθήκαμε όλες τις αποτυχημένες απόπειρες μυθοπλασίας των προηγούμενων ετών.

Η ίδια πάντως έχει αποδείξει το κοινό στοιχείο της με τη «Λενιώ» της σειράς. Είναι ατρόμητη και το ίδιο πιστή σε ό,τι έχει κληθεί να υπηρετήσει. Από τις «Δούλες» του Ζενέ μέχρι τις τραγικές ηρωίδες του Πάνου Κοκκινόπουλου και του «Ου φονεύσεις» η Κίτσου είναι η ίδια αφοσιωμένη επαγγελματίας, η κυρίαρχος του ρόλου που της εμπιστεύθηκαν.