«Are you ready? This is Λαυρέντη» έλεγε κάποτε σε ένα act πρόζας ο Γιάννης Ζουγανέλης στις εμφανίσεις που έκαναν εκείνη την περίοδο στον Ζυγό και ο Λαυρέντης γελούσε με τον φίλο του που πίστευε ότι τέτοιο χιούμορ θα έκανε το κοινό να γελάει.

Και το κοινό γελούσε προφανώς, γιατί ήταν ο Ζουγανέλης. Όπως γελούσε κι όταν έπαιρνε τα γυαλιά του να τον υποδυθεί και του τα έδινε πίσω γιατί είχε μεγάλη μυωπία.

Αυτό ήταν ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας για τους φίλους του και μέσω αυτών, αυτή ήταν η εικόνα του και για το κοινό. Ένας τύπος που προσέφερε όλα του τα ελαττώματα, αυτά που ο ίδιος έβλεπε ως τέτοια αλλά δεν τα αποχωριζόταν ποτέ, για να γίνουν αντικείμενο διακωμώδησης.

Σε αντίθεση με όσα επέβαλλε η υφολογία της μουσικής του, δεν επιχείρησε ποτέ να απευθυνθεί στον κόσμο με μια αφ΄υψηλού κουλτούρα και γλώσσα. Ήταν ένας λαϊκός ροκ. Γι΄αυτό και δεν κοιτούσε στερεοτυπικά το είδος της μουσικής που λέμε mainstream λαϊκοπόπ.

Αναγνώριζε την ουσία και την απλότητα στίχων σε τραγουδιστές που πιθανότατα να μη συνεργαζόταν ποτέ γιατί δεν πρέσβευαν την ίδια φιλοσοφία. Δεν τους κοιτούσε ως κατώτερους. Απλώς ως διαφορετικούς που δεν θα ταίριαζαν με τα δικά του χνώτα.

Ένας λαϊκός ροκ που είχε τα πάθη του. Ο Παναθηναϊκός, το μίσος προς τη Δευτέρα, το επαναστατικό πνεύμα της νεότητας που τον πήγε από τους 6 μήνες φυλακή στη θητεία του στα αντάρτικα τραγούδια με τον Πάνο Τζαβέλα και όλα αυτά τα μικρά που καθορίζουν τη ρουτίνα μας. Αυτά καθόριζαν και την δική του. Απλώς εκείνος είχε την διέξοδο της μουσικής και των στίχων.

Ήταν μια διέξοδος συνήθειας από ένα σημείο και μετά. Έτσι, σε στυλ να μην ξεχνιέται…

«Όταν περνάει κάποιος καιρός κι έχω ανάγκη να γράψω, το κάνω. Η στιγμή της δημιουργίας είναι πολύ ωραίο πράγμα. Και η στιγμή που φτιάχνεις ένα τραγούδι, η στιγμή που είσαι στο στούντιο και αρχίζεις να το βλέπεις να παίρνει σάρκα και οστά. Αυτά είναι τα δύο πράγματα που αξίζουν στη δουλειά. Τώρα, τα λεφτά… είναι ένα μέσο για να βιοπορίζεσαι.

Η διασημότητα δεν με ενδιέφερε ποτέ, αλλά και που ήρθε δεν έχασα και τίποτα, ούτε κέρδισα. Εντάξει, κέρδισα το να θέλω να μου βγει το διαβατήριο σε τρεις μέρες, και να μου το στέλνουν οι άνθρωποι την επομένη… Από την άλλη, πας να φας σε ένα εστιατόριο, σε ένα νησάκι, και είναι άνθρωποι που σε καρφώνουν και σου μετράνε τις μπουκιές. Και είναι πολλές οι μπουκιές οι δικές μου και φρικάρω, κατάλαβες;» (απόσπασμα από συνέντευξή του στο Plan Be Mag)

Από τα 22-23 του χρόνια που ξεκίνησε με τον πρόγονο των Τερμιτών τους PLG μέχρι και σήμερα ο Λαυρέντης πάλευε για να είναι ενεργός. Τρόμαζε μπροστά στα δημιουργικά χάσματα που έβρισκε και δεν σταματούσε μέχρι να βρει το σχήμα εκείνο που θα τον έβγαζε ξανά στη δική του επιφάνεια.

Το πρώτο χάσμα το αντίκρυσε όταν τελείωσαν οι Τερμίτες. Έπρεπε να στέκεται πια μόνος του κι αυτό δεν το μπορούσε. Το τέλος για τη μουσική του πορεία ήταν ορατό. Το είχε σχεδόν αποφασίσει. Μέχρι που εμφανίστηκε το Διδυμότειχο Μπλουζ να του δώσει το φιλί της καλλιτεχνικής ζωής.

«Μετά τους »Τερμίτες», ένιωσα έξω από τα νερά μου γιατί είχα μάθει τόσα χρόνια να μοιράζομαι τα πάντα. Είχα σκεφτεί να πάω στον Βόλο και να ανοίξω ένα ωδείο.
Έλεγα: »Ότι έκανες, έκανες. Ονειρευόσουν μικρός συγκροτήματα, περιοδείες, ε, δε γίνανε, έκλεισες». Και ξαφνικά σκάει το »Διδυμότειχο Μπλουζ» και έρχεται η επιτυχία στα ξεκάρφωτα.

Ο Διονύσης Τσακνής μου είπε: »Δεν παίζουμε σ’ ένα μαγαζί μαζί;»
Και ξαφνικά συνειδητοποιώ, ότι από εκεί που ήμουν στο πουθενά,
βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί που ήταν ουρές απ’ έξω. Και άλλαξε η ζωή μου τελείως.
Μπήκαν τα πράγματα σε μια ρότα. Κι αυτό όμως με σκαμπανεβάσματα». (από συνέντευξή του στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Έτσι του συνέβη το 2008 και από το χάσμα βρέθηκε σε έναν από τους πιο σημαντικούς δίσκους του, το «Οι Άγγελοι ζουν ακόμη στη Μεσόγειο». Εκεί όπου συνεργάστηκε με τους Τονίνο Καροτόνε, Σαλβατόρε Αντάμο και τον Κριστόφ μεταξύ άλλων σημαντικών φωνών των χωρών της Μεσογείου.

Ο δίσκος όμως που άλλαξε τη δική του πορεία και κατά ένα μεγάλο βαθμό και τις διαδρομές της τότε ελληνικής ροκ ήταν το Παυσίλυπον. Είναι και η λέξη που σου έρχεται πρώτη στο μυαλό όταν μιλάς για τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Μια λέξη-φενάκη, αφού ο ίδιος αποτελούσε για τους άλλους την παύση της λύπης, για το μέσα του όμως η παύση ερχόταν από την κόρη και τη γυναίκα του.

Ο θάνατος του σηματοδοτεί ένα τέλος εποχής, όχι όμως με την κλισέ έννοια που χρησιμοποιείται συνήθως. Και σίγουρα όχι με τρόπο που θα γίνει κατανοητός σήμερα.

«Δεν μας θέλει η ζωή, μα τη θέλουμε εμείς, εμείς έχουμε αλλιώτικο νόμο»…