Ο πρώην διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας των Φυλακών στον Ελαιώνα Θηβών, Κλήμης Πυρουνάκης, είναι ο άνθρωπος που απλώνει το χέρι του στο πηγάδι για να ανασύρει αυτόν που εγκλωβίστηκε, χωρίς να τον κρίνει για το πώς βρέθηκε σε αυτή τη θέση. Μεγαλωμένος σε μια οικογένεια με άλλα επτά αδέλφια, έμαθε από μικρός την αξία τόσο της προσφοράς όσο και της αποδοχής της βοήθειας. Όταν το 2008 γυναίκες από τον Κορυδαλλό μεταφέρθηκαν στον Ελαιώνα, δημιουργήθηκε η ανάγκη ίδρυσης ενός σχολείου δεύτερης ευκαιρίας (στον Κορυδαλλό λειτουργούσε ήδη δύο χρόνια με διευθυντή τον Γιώργο Ζουγανέλη). Για αυτόν ήταν μια απόφαση που θα άλλαζε την καθημερινότητά του, συγχρόνως όμως θα άλλαζε και τη ζωή των γυναικών που θα συναντούσε στον δρόμο του. Αποχωρίστηκε τους μαθητές του στο Καπαρέλλι Βοιωτίας και βρέθηκε να ανοίγει νέους ορίζοντες στις γυναίκες που έκαναν «φίλη» την παράβαση. «Ο πατέρας μου είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα των κρατουμένων τον καιρό της Δικτατορίας. Είχαμε εμπειρία από παραβάτες και πολιτικούς κρατούμενους, οπότε είχα την ευαισθησία αλλά και την ανάγκη να το κάνω. Ως εκπαιδευτικός είχα συνεργασία με τον Ονήσιμο, μια χριστιανική οργάνωση που ασχολείται με τους αποφυλακισμένους, οπότε υπήρχε η εμπειρία πάνω στο κομμάτι της επανένταξης» μου εξηγεί, ενώ προσπαθεί να σκιαγραφήσει το προφίλ του πατέρα του, Γεωργίου Πυρουνάκη. «Είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση ο πατέρας μου για την εκκλησία. Ήταν ένας άνθρωπος έξω από τα γνωστά μοτίβα της θρησκοληψίας και της υπακοής. Είχε έναν δικό του τρόπο σκέψης και δράσης. Ένας από τους λίγους παπάδες που αντιστάθηκαν μέσα στη Χούντα. Ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος (νυν Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας), ο Πυρουνάκης και κάποιοι άλλοι σήκωσαν το ανάστημά τους μπροστά στη συνεργασία της εκκλησίας με το καθεστώς ανελευθερίας».

Ζει στο Καπαρέλλι από το 1980 που παντρεύτηκε τη σύζυγό του, Άννα, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά. «Πάντα είχα ανάγκη φυγής από την πόλη. Το δομημένο περιβάλλον με καταπίεζε. Στο χωριό ασχολούμαι καθημερινά με τα ζώα και το κτήμα. Είναι ένας άλλος τρόπος ζωής. Δεν υπάρχει ελεύθερος χρόνος, πάντα πρέπει κάτι να γίνεται. Από το να αρμέξουμε τα ζωντανά, να τα βγάλουμε στη βοσκή, να οργώσουμε τα χωράφια, να φτιάξουμε τα κτήματα, το αμπέλι, τις συκιές. Είναι ενταγμένα όλα αυτά στο πρόγραμμα της ζωής μου».

Η σύλληψη μιας υπέροχης ιδέας

Για τέσσερα χρόνια δίδασκε στις τροφίμους των Φυλακών Ελαιώνα και το 2012 πήρε τη μεγάλη απόφαση: Να ιδρύσει ένα σωματείο και να κάνει σκοπό ζωής την ομαλή επανένταξη των φυλακισμένων γυναικών στην κοινωνία. «Δεν θέλαμε να πάει χαμένη η εμπειρία που αποκομίσαμε και μαζί με κάποιους συναδέλφους φτιάξαμε μια αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία για να μπορούμε με μια κατοχυρωμένη νομική υπόσταση να βοηθάμε τις γυναίκες. Έτσι κάπως ξεκίνησε το Δίκτυο Στήριξης Φυλακισμένων και Αποφυλακισμένων Γυναικών». Σκοπός του είναι να παρέχει στις γυναίκες στέγη, οικονομική στήριξη και να τις βοηθά να βρουν εργασία. Μιλάει με καμάρι για τα μέχρι τώρα επιτεύγματά τους. «Έχουμε ξενώνα φιλοξενίας, νοικιάζουμε δύο διαμερίσματα στην πλατεία Βικτωρίας όπου διαμένουν αποφυλακισμένες γυναίκες, ενώ στήσαμε εργαστήριο σεντονιών, όπου απασχολούνται κάποιες αποφυλακισμένες. Η πρώτη μας δουλειά ήταν για το Γενικό Νοσοκομείο Λιβαδειάς: Μας ανέθεσαν να φτιάξουμε νοσοκομειακό σεντόνι, άσπρο, μπλε και πράσινο. Παραμένουμε στη λογική ότι αυτός που δεν εργάζεται δεν τρώει».

Οι φορές που έχουν βρεθεί μπροστά σε κλειστές πόρτες στην αναζήτηση εργασίας δεν είναι και λίγες. Τα στερεότυπα για τους φυλακισμένους δεν καταρρίπτονται εύκολα. «Το στίγμα είναι ανεξίτηλο, δυνατό και αποτρεπτικό. Δύσκολα δέχονται οι “συνηθισμένοι” άνθρωποι να συνεργαστούν με μια γυναίκα που έχει πάει φυλακή. Σε πολλές δουλειές μόλις γίνεται γνωστό αυτό βρίσκουν τρόπο να την ξεφορτωθούν. Υπάρχει ο φόβος, γιατί δεν είναι καθημερινοί άνθρωποι, έχουν κάνει παράβαση, έγκλημα, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα κακούργημα».

Ο ίδιος τονίζει πως ένα 70% των γυναικών που βρίσκονται στη φυλακή είναι ψυχιατρικά περιστατικά, ενώ ένα εξίσου μεγάλο ποσοστό είναι κακοποιημένοι άνθρωποι. «Δεν αναφέρομαι μόνο στη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, αλλά και στη στέρηση τροφής και χρήματος. Όλα αυτά οδηγούν σε “παραβατικούς δρόμους”. Οι περισσότερες γυναίκες είναι κακοποιημένες – συχνά από έναν άντρα που ζει σε άλλο κόσμο, τις χρησιμοποιεί και τις ταλαιπωρεί. Έχουμε μια κοπελιά τώρα στη φυλακή που διατηρούσε κατάστημα με τον άντρα της και είχαν οφειλές. Της έλεγε, λοιπόν, ο σύζυγός της “Έχουμε ένα δικαστήριο, αλλά δεν πειράζει”. Δεν πειράζει μία, δεν πειράζει δύο… Δέκα χρόνια φυλακή για χρέη. Ερήμην καταδικάστηκε για δουλειές δικές του. Αυτός τώρα είναι ελεύθερος και αυτή είναι φυλακή. Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν και συνήθως οι επιχειρήσεις είναι στο όνομα της γυναίκας. Οπότε γίνεται το οικονομικό έγκλημα και η γυναίκα είναι μέσα, ενώ ο άντρας είναι έξω».

photo credits: Παντελής Ζερβός

Έγκλειστες μαμάδες

Δεκαοκτώ μαμάδες βρίσκονται αυτή τη στιγμή στις φυλακές του Ελαιώνα, με το Δίκτυο Στήριξης Φυλακισμένων και Αποφυλακισμένων Γυναικών να προσπαθεί να τις φέρει όσο πιο συχνά γίνεται σε επαφή με τα παιδιά τους. «Είναι αναγκαίο να υπάρχει η σχέση μητέρας-παιδιού, κι ας είναι έγκλειστη». Όταν μια γυναίκα γεννήσει στη φυλακή, το παιδί μένει κοντά της μέχρι τα 3 του. «Σε αυτή την ηλικία το παιδί μπορεί να αποτυπώσει εικόνες εγκλεισμού, οπότε μεταφέρεται σε ίδρυμα, όπως το Χαμόγελο του Παιδιού και η Κιβωτός του Κόσμου, ή ζουν με συγγενικά πρόσωπα» εξηγεί, ενώ μοιράζεται μια ιστορία: «Ο Γιώργης γεννήθηκε στη φυλακή. Η μητέρα του καταδικάστηκε όταν ήταν έγκυος. Το παιδί μεγάλωνε μαζί μας, μέχρι να μεταφερθεί σε μια θεία. Έχω γίνει επίτροπος, τον βλέπω κάθε μήνα και όλοι μαζί βρίσκουμε τρόπο να τον φέρνουμε στη φυλακή να βλέπει τη μητέρα του».

Τα δεινά της φυλακής

«Όταν μπήκαμε στη φυλακή, μάθαμε ποια είναι τα δεινά της: Ο νεκρός χρόνος, οι οσμές, η πολυκοσμία… Παλέψαμε για να αξιοποιήσουν οι γυναίκες τον ελεύθερο χρόνο τους. Σχολείο, εργαστήριο σεντονιών, μαθήματα υπολογιστών, μαθήματα ζωγραφικής και ζαχαροπλαστικής» μου λέει και συνεχίζει: «Έτσι αποκτούν κίνητρο. Ξέρουν ότι για να αλλάξει η ζωή τους πρέπει να εργαστούν. Πώς θα εργαστούν; Θα συμμετέχουν σε προγράμματα και η φυλακή θα τις ανταμείβει με έκπτωση ποινής. Μία μέρα δουλειά, μία μέρα λιγότερο στη φυλακή. Εξάλλου, με την εργασία εξαγοράζουμε την ελευθερία μας. Κι εσύ το κάνεις, κι εγώ… Αν δεν έχουμε χρήματα, είμαστε δούλοι των αναγκών. Μαθαίνουν λοιπόν κι αυτές το μοτίβο “εργάζομαι, εξαγοράζω την ποινή μου, γίνομαι ελεύθερη”. Δεν περιμένουν να έρθουν τα λεφτά έτοιμα. Βρόμικα λεφτά, που είναι κλεμμένα. Μαθαίνουν να κερδίζουν την αμοιβή τους και να εξαγοράζουν την ελευθερία τους. Αυτό είναι το πιο σημαντικό» αναλύει ο Κλήμης Πυρουνάκης.

Success stories

Οι ιστορίες που διηγείται ο Κλήμης Πυρουνάκης αφήνουν πότε μια γλυκιά και πότε μια πικρή γεύση, ενώ κάποιες σε γεμίζουν ελπίδα και πίστη στη δύναμη του ανθρώπου. «Η Μαρίνα ήταν μεγαλωμένη μέσα σε μια παραβατική οικογένεια. Πήγε στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας. Αποφυλακίστηκε όταν ήταν Β’ Λυκείου και έμεινε στη Θήβα. Τη στηρίξαμε και κατάφερε να βρει δουλειά στον δήμο. Πέρασε από τις πρώτες στη Νομική, πήγε με τη βοήθεια του Ιδρύματος Λάτση στη Στοκχόλμη, όπου έκανε το μεταπτυχιακό της, και τώρα γύρισε στην Ελλάδα και έπιασε δουλειά. Αυτές τις μέρες μάλιστα με πήρε τηλέφωνο να μου ανακοινώσει τα νέα» εξιστορεί γεμάτος υπερηφάνεια για αυτές τις γυναίκες που κόντρα στο πεπρωμένο τους τα κατάφεραν. «Μια δύσκολη περίπτωση ήταν η Σέλμα. Τη συνέλαβαν στον δρόμο γιατί παραβίασε το «παρών» στο αστυνομικό τμήμα. Εκείνη τη στιγμή τα παιδιά της ήταν μόνα στο σπίτι. Ειδοποιεί την αδελφή της για να τα φροντίσει κι αυτή πήγε και τα άφησε έξω από μια εκκλησία. Μπήκε στη φυλακή και τα παιδιά της ήταν έκθετα. Ευτυχώς, τα πήρε το Χαμόγελο του Παιδιού. Αποφυλακίζεται, με ειδοποιεί η κοινωνική υπηρεσία, τη φιλοξενούμε έξι μήνες και ξεκινάμε έναν αγώνα με δικηγόρους για να πάρει πίσω τα παιδιά της. Πλέον, η Σέλμα έχει γυρίσει με τα παιδιά της στους γονείς της, στο εξωτερικό. Είμαστε φίλοι στο Facebook και μαθαίνω τα νέα της».

Αυτή είναι η καλή εκδοχή. Υπάρχουν και οι γλυκόπικρες, δυστυχώς. «Η Στέλλα αποφυλακίστηκε, δούλεψε σε μια καφετέρια, ώσπου έγινε μια κλοπή. Ανοίγουν τα μητρώα, μαθαίνουν ότι είναι αποφυλακισμένη και την απολύουν. Μου τηλεφώνησε και της είπα “Κάνε υπομονή”. Δύο μήνες μετά βρέθηκε ο κλέφτης. Της τηλεφώνησαν τα αφεντικά, της ζήτησαν συγγνώμη και την επαναπρoσέλαβαν. Δεν είναι συγκινητικά αυτά;».

Πολλές γυναίκες τον αντιμετωπίζουν ως σωτήρα – ο ίδιος απορρίπτει τον χαρακτηρισμό. Προτιμά να είναι ο αδελφός, ο πατέρας, ο παππούς… «Ο σωτήρας συνήθως καβαλάει το καλάμι, νιώθει ότι είναι κάποιος. Άλλοι με λένε “φιλάνθρωπο”. Το “φιλάνθρωπος” είναι μεγάλη βρισιά, γιατί σημαίνει ότι εσύ είσαι ανώτερος και βοηθάς κατώτερους. Αλληλέγγυος ναι, όχι φιλάνθρωπος». Στο μυαλό του, αυτό που κάνει για εκείνες είναι πολύ πιο τρυφερό. «Δίνω απλά μπαστουνάκια για να περπατήσουν. Δεν με ενδιαφέρει τι έχουν κάνει. Κι ας έχουν σκοτώσει την πεθερά τους, κι ας έχουν κομματιάσει τον σύντροφό τους κι ας έχουν κλέψει τράπεζα. Συμμετέχω στο πρόβλημά τους, αλλά δεν φορτώνομαι το κομμάτι της παράβασης. Αν πέσεις σε αυτή την παγίδα, καίγεσαι».