Λάτρευε τα σοκολατάκια. Τη θυμάμαι καθισμένη στο γραφειάκι του σπιτιού της στον τρίτο όροφο της οδού Ασκληπιού να σερβίρει γαλλικό καφέ – μαζί και σοκολατάκια που είχε φέρει μόλις από την Αίγινα. «Μου τα απαγόρευσε ο γιατρός, αλλά τρώω στα κρυφά» είπε. Ύστερα σηκώθηκε και άρχισε να δείχνει φωτογραφίες. Με τον άντρα της, Ρόντνεϊ Ρουκ, με τον σκύλο της, Σπάγκι, κάθε φωτογραφία και μια σύντομα ιστορία. «Γερή μνήμη» σκέφτηκα. Ο γαλλικός καφές είχε από ώρα κρυώσει και η Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ ακόμη κατέβαζε τα καδράκια από τον τοίχο. «Για να βλέπεις καλύτερα. Εδώ είμαι με τον νονό μου, τον Νίκο Καζαντζάκη. Βαπτίστηκα τον Δεκαπενταύγουστο του ‘40».

Είναι πρωί Κυριακής και έξω έχει έναν ήλιο – θαύμα. Ακολουθεί το βλέμμα μου που κοιτάζει φευγαλέα προς το παράθυρο και αμέσως μετά λέει: «Εγώ βγαίνω πλέον ελάχιστα από το σπίτι λόγω της αναπηρίας μου. Γεννήθηκα με αυτή την αναπηρία. Αν είχα γεννηθεί έναν χρόνο αργότερα, θα είχε εφευρεθεί η πενικιλίνη και με μια ένεση θα ήμουν καλά.

Οι γιατροί είπαν ότι προήλθε από ένα μικρόβιο που άρπαξα στη γέννα. Ουσιαστικά, κουτσαίνω από το αριστερό πόδι και το αριστερό μου χέρι είναι αδύναμο. Γι’ αυτό γράφω πάντα χειρόγραφα. Λόγω της αναπηρίας, δεν χρησιμοποιώ γραφομηχανή. Νομίζω, υποσυνείδητα, αυτό το θέμα της υγείας μου με έκανε να στραφώ στην ποίηση. Γιατί δεν μπορούσα να είμαι μονίμως σε κίνηση. Το χαρτί υπήρξε το δικό μου καταφύγιο. Κλεινόμουν στο σπίτι μου στα Εξάρχεια και έγραφα, έγραφα…».

Την αμέσως επόμενη στιγμή παίρνει από το γραφειάκι με το κόκκινο τραπεζομάντιλο και το παλιό φωτιστικό ένα βιβλίο. Το εξώφυλλο γράφει Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Η Ανορεξία της Ύπαρξης. «Δεν ξέρω αν είναι ωραίο, αλλά με εκφράζει απόλυτα αυτή την περίοδο. Θα ήθελες να σου διαβάσω λίγο;» ρωτά και βήχει διακριτικά για να «καθαρίσει» τη φωνή.

«Δεν πεινάω, δεν πονάω, δεν βρωμάω

ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω.

Κάνω πως γελάω

δεν επιθυμώ το αδύνατο

ούτε το δυνατό

τα απαγορευμένα για μένα σώματα

δεν μου χορταίνουν τη ματιά.

Τον ουρανό καμιά φορά

κοιτάω με λαχτάρα

την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του

κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται

στη γοητεία της νύχτας.

Η μόνη μου συμμετοχή

στο στροβίλισμα του κόσμου

είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή».

– Κυρία Αγγελάκη – Ρουκ, τι θέλετε να πουν για εσάς όταν πια δεν θα υπάρχετε;

«Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ, για να πω την αλήθεια. Δεν με ενδιαφέρει τι θα πουν. Νομίζω πάντως πως επειδή έχουν γίνει λίγο γνωστά τα ποιήματά μου, μάλλον ως ποιήτρια θα με αναφέρουν και ως ποιήτρια θα με αποχαιρετήσουν».

ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

Η Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ πέθανε στις 21 Ιανουαρίου του 2020. To πρώτο της ποίημα με τίτλο «Μοναξιά» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Καινούργια Εποχή το 1956, ύστερα από παρότρυνση του νονού της και συγγραφέα, Νίκου Καζαντζάκη. Όπως είχε γράψει μάλιστα σε επιστολή του προς τον εκδότη του περιοδικού «Ήταν το καλύτερο ποίημα που διάβασα ποτέ».

Δεν σταμάτησε να γράφει σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής της, ενώ τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες. Βραβεύτηκε αρκετές φορές για τα ποιήματά της – το 1985 με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 2000 με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη (Ακαδημία Αθηνών), το 2014 με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της. Εξέδωσε συνολικά 20 ποιητικές συλλογές και υπήρξε μία από τις σημαντικότερες Ελληνίδες ποιήτριες.

Την καθόρισε ο Κωνσταντίνος Καβάφης, λάτρεψε τον Μαγιακόφσκι και σχεδόν όλα της τα ποιήματα έχουν ως κεντρικό θέμα το σώμα, τη φύση, τον έρωτα. Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη την περασμένη Πέμπτη στον τόπο που λάτρευε, την Αίγινα. Τάφηκε δίπλα στον σύζυγό της, Ρόντνεϊ Ρουκ, με τον οποίο έζησαν μαζί για 43 χρόνια. Μέχρι το τέλος της ζωής της έτρεμε τον θάνατο. Συνήθιζε να λέει πως θα έδινε πίσω όλη της τη φήμη για να υπάρξει ξανά για μια μέρα νέα. Έγραφε πάντα λυπημένη.

Φωτογραφία: Στέφανος Παπαδόπουλος

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής