Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι μια γυναίκα που πάντα θαύμαζα για τον δυναμισμό, τη φινέτσα, αλλά και την αισθητική που απέπνεε μέσα από τους ρόλους της σε τηλεόραση, θέατρο και κινηματογράφο. Είχε ένα μυστήριο που την έκανε ιδιαίτερα γοητευτική. Αυτό που επίσης μου άρεσε με τη συγκεκριμένη ηθοποιό είναι η στάση που κρατάει όλα αυτά τα χρόνια απέναντι στα media.

Χωρίς να τα σνομπάρει, επέλεγε πάντα πού και πότε θα μιλήσει, ενώ μου έδινε την αίσθηση πως οι συνεντεύξεις δεν ήταν ποτέ το καλύτερό της, από την άποψη ότι προτιμούσε να μιλάει μέσα από τη δουλειά της. «Ως άνθρωπος είμαι εσωστρεφής και θεωρώ πως η δημοσιότητα είναι μια αναγκαία συνθήκη, λόγω της δουλειάς που κάνω. Οπότε, προσπαθώ να κοντρολάρω αυτή την αμηχανία που έχω με την έκθεση και τη δημοσιότητα, ειδικά όταν θα κάνω μια συνέντευξη όπου θα μιλήσω για μια νέα επαγγελματική συνεργασία, είτε στο θέατρο είτε στον κινηματογράφο» λέει με ειλικρίνεια.

«Ο ρόλος της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου με άγγιξε»

Αυτός ο χειμώνας είναι ιδιαίτερα δημιουργικός για εκείνη, καθώς πέρα από την ταινία Ευτυχία, στην οποία πρωταγωνιστεί και πραγματεύεται τη ζωή της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, παίζει και στη θεατρική παράσταση Lulu στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Η ταινία θα κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες στις 19 Δεκεμβρίου, ενώ η παράσταση, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, ρίχνει αυλαία στις 12 Ιανουαρίου.

«Τριάντα χρόνια πριν είχα παίξει τη Lulu. Τώρα υποδύομαι μια γυναίκα η οποία ερωτεύεται τη Lulu και καταστρέφεται από αυτό τον έρωτα. Όλο το έργο κινείται στην αισθητική του γκροτέσκο και μέσα από αυτό τον κώδικα αναδεικνύονται τα τραγικά στοιχεία του έργου» εξηγεί. Πέντε μέρες μετά το φινάλε της Lulu, και συγκεκριμένα στις 17 Ιανουαρίου, θα ξεκινήσουν οι παραστάσεις στο θέατρο Βεάκη με τις Τρεις Αδελφές του Άντον Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.

«Στην παράσταση παίζω τη μεγαλύτερη αδελφή, την Όλγα, και θα είμαι μαζί με τον Αιμίλιο Χειλάκη, την Αθηνά Μαξίμου, τον Δημήτρη Πιατά και τη Μαρία Κεχαγιόγλου. Πρόκειται για έναν εξαιρετικό θίασο. Η παράσταση θα παιχτεί στην Αθήνα μέχρι την Κυριακή των Βαΐων και μετά θα ανέβει στη Θεσσαλονίκη, στο Ράδιο Σίτυ. Επίσης, μέσα στην άνοιξη πρόκειται να κάνω και μια νέα ταινία, για την οποία δεν μπορώ να μιλήσω ακόμα» αποκαλύπτει στο People.

Όσον αφορά την ταινία Ευτυχία, σε σκηνοθεσία Άγγελου Φραντζή, η ηθοποιός δηλώνει ενθουσιασμένη για τη συγκεκριμένη συνεργασία. «Μοιράζομαι τον ρόλο με την Κάτια Γκουλιώνη (σ.σ. Η Κάτια ενσαρκώνει τη στιχουργό στη νεαρή της ηλικία, ενώ η Καρυοφυλλιά στην πιο ώριμη) και ανυπομονώ να δω το αποτέλεσμα της δουλειάς μας. Μπήκα πολύ μέσα στην ατμόσφαιρα της ταινίας.

Τα γυρίσματα έγιναν τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, ως επί το πλείστον στην Αθήνα. Στην Αθήνα έζησε και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, η οποία γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας. Γυμνάσιο πήγε στη Σμύρνη, όπου εκεί παντρεύτηκε και έκανε δύο παιδιά. Η Μικρασιατική Καταστροφή τούς έφερε στην Αθήνα ως πρόσφυγες.

Στην Αθήνα η Ευτυχία γνώρισε δύσκολες συνθήκες και φτώχεια. Κάποια εποχή εργάστηκε ως δασκάλα αλλά και ως ηθοποιός. Ο ρόλος της Ευτυχίας με άγγιξε πολύ, διότι ήταν μια ενδιαφέρουσα, εξαιρετική και ελκυστική προσωπικότητα. Ήταν ένα κεφάλαιο στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού και της Ελλάδας γενικότερα. Ήταν η πρώτη γυναίκα στιχουργός που μπήκε σε έναν χώρο καθαρά ανδροκρατούμενο.

Ένα ελεύθερο και δημιουργικό πνεύμα, μια απίστευτη τεχνίτρια του στίχου, με δεξιοτεχνία, βαθιά ανθρωπιά και ελληνικότητα. Μπορούσε να συνδυάσει μέσα σε τρία τετράστιχα ερωτικό και κοινωνικό τραγούδι. Τραγούδια της όπως το “Δυο πόρτες έχει η ζωή”, το “Είμαι αετός χωρίς φτερά” αλλά και το “Περασμένες μου αγάπες” έμειναν στην ιστορία και μιλάνε κατευθείαν στην ψυχή του Έλληνα. Δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των τραγουδιών που έγραψε, διότι η ίδια δεν ενδιαφερόταν για την τύχη τους αλλά ούτε και για την υστεροφημία της. Επειδή είχε το πάθος της χαρτοπαιξίας και για να έχει ρευστό ώστε να παίζει χαρτιά και να πληρώνει τους λογαριασμούς, τα σκότωνε τα τραγούδια της και τα έδινε για ελάχιστα χρήματα. Ήταν ένα ελεύθερο πουλί που δεν την ένοιαζε για το αύριο» τονίζει η Καρυοφυλλιά.

«Το κριτήριο για τις συνεργασίες μου είναι η αισθητική»

Μιλώντας για τον ρόλο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, σκέφτομαι αν βρίσκει κοινά χαρακτηριστικά με τη δική της προσωπικότητα. «Είμαι πολύ πιο συνετή. Η ζωή μου είχε μια συνέπεια. Με ενδιαφέρει να είμαι οικονομικά εξασφαλισμένη. Βέβαια, στο είδος του θεάτρου που έχω επιλέξει να κάνω και ταιριάζει στην αισθητική μου –που είναι ένα πρωτοποριακό και avant-garde θέατρο– οι αμοιβές είναι πάρα πολύ χαμηλές. Στα θέατρα που εργάζομαι οι μισθοί είναι όπως του Εθνικού Θεάτρου, γύρω στα 1.200 ευρώ τον μήνα» παραδέχεται.

Όπως μου εξηγεί, έχει ένα δικό της κριτήριο όσον αφορά τις συνεργασίες της σε θέατρο, τηλεόραση και κινηματογράφο. «Το κριτήριο είναι η αισθητική. Τα χρήματα δεν ήταν ποτέ δέλεαρ για να αποδεχτώ μια συνεργασία. Και το λέω αυτό με απόλυτη ειλικρίνεια, παρόλο που είμαι παιδί φτωχής οικογένειας. Προέρχομαι από μια οικογένεια αγροτών. Ο πατέρας μου είχε και ένα καφενείο στο χωριό, τη Δόξα Διδυμοτείχου, όπου και μεγάλωσα. Μάλιστα, οι γονείς μου ξεριζώθηκαν και ήρθαν στην Αθήνα, προκειμένου εγώ και ο αδελφός μου να έχουμε καλύτερη μόρφωση και ευκαιρίες. Άφησαν συγγενείς και φίλους για να έρθουμε στη μεγάλη πόλη. Βέβαια, κάναμε δυο σταθμούς πρώτα, στην Κομοτηνή και τη Θεσσαλονίκη.

Ο αδελφός μου, ο Ζήσης, είναι μεγαλύτερος και ζούσε χρόνια στη Γερμανία ως μετανάστης. Δεν έχει καμία σχέση με την υποκριτική. Ήταν αθλητής και για χρόνια ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο. Έπαιζε στην ομάδα του Διδυμοτείχου και όταν έφυγε στη Γερμανία έπαιζε εκεί σε ερασιτεχνικές ομάδες. Μάλιστα επειδή είχε ταλέντο, τον φώναζαν “Μπεκενμπάουερ” (σ.σ. ο Franz Beckenbauer είναι πρώην ποδοσφαιριστής, από τους σημαντικότερους που έχουν περάσει).

Στη Γερμανία δούλευε στο εργοστάσιο μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας. Πλέον, ως συνταξιούχος, έχει επιστρέψει στο χωριό μας. Μολονότι τα δυο παιδιά του είναι στην Αθήνα, έχει ανακαινίσει το πατρικό μας στη Δόξα και μένει μόνιμα εκεί» προσθέτει. Στην Κομοτηνή η Καρυοφυλλιά τελειώνει το εξατάξιο Γυμνάσιο, ενώ στη Θεσσαλονίκη δίνει εξετάσεις και περνάει στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. «Παράλληλα με το ΚΘΒΕ, είχα περάσει και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών. Παρακολουθούσα κανονικά για τρία χρόνια, αλλά την παράτησα μόλις τέλειωσα τη σχολή του θεάτρου! Κι αυτό γιατί κατάλαβα πως το θέατρο είναι η μεγάλη μου αγάπη. Τελικά, δεν διέπρεψα ως πολιτικός μηχανικός και δεν μετάνιωσα ποτέ για τη συγκεκριμένη απόφαση» λέει.

«Από παιδάκι γνώρισα τη μεγάλη γοητεία που μου ασκούσε η σκηνή»

Δεδομένου πως γεννήθηκε στην επαρχία, σε μια αγροτική οικογένεια, αναρωτιέμαι αν οι γονείς της ήταν υποστηρικτικοί όσον αφορά την απόφασή της να ασχοληθεί με την υποκριτική.

«Στη δεκαετία του 1960 που ήμουν παιδάκι, ερχόταν ένα κινούμενο σινεμά μέσα στο καφενείο του πατέρα μου. Ήταν ένα φορτηγάκι που είχε μέσα τα μηχανήματα και τις μπομπίνες και έστηναν τον εξοπλισμό στο καφενείο. Εμείς βάζαμε ένα μεγάλο σεντόνι στον τοίχο, μπλε κόλλες στα παράθυρα για να σκοτεινιάζει ο χώρος και πολλές ψάθινες καρέκλες στη σειρά και βλέπαμε τις ελληνικές ταινίες εκείνης της εποχής, με την Αλίκη  Βουγιουκλάκη, την Τζένη Καρέζη και τον Νίκο Κούρκουλο.

Αυτό λοιπόν το αυτοσχέδιο σινεμά ήταν και το πρώτο ερέθισμα για μένα. Στην πορεία, η δασκάλα μου στο Δημοτικό είχε δει κάποιο ταλέντο σε μένα και μου έδινε ρόλους στις παραστάσεις που κάναμε στο σχολείο. Από παιδάκι γνώρισα τη μεγάλη γοητεία που μου ασκούσε η σκηνή και η επικοινωνία με τον κόσμο από κάτω».

Με τον ίδιο γοητευτικό τρόπο που αποφάσισε να ασχοληθεί με την υποκριτική, έτσι συνεχίζει να βλέπει τα πράγματα και σήμερα. «Η τέχνη της υποκριτικής ήταν ένα μέσο προσωπικής έκφρασης, επαφής με τα μεγάλα κείμενα και επικοινωνίας για τα μεγάλα ανθρώπινα θέματα. Αυτό που με ενδιέφερε πάντα ήταν το έργο. Να έχει να πει κάτι το κείμενο. Να δώσει κάτι στον θεατή που θα έρθει να το δει. Από την αρχή της καριέρας μου μέχρι σήμερα δεν έκανα ποτέ εκπτώσεις στην επαγγελματική μου αισθητική.

Ακόμα και το πρώτο έργο που έπαιξα ήταν το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας του Σαίξπηρ. Το δεύτερο ήταν της σπουδαίας Ελληνίδας συγγραφέως Λούλας Αναγνωστάκη και το τρίτο πάλι Σαίξπηρ, το Με το Ίδιο Μέτρο. Ακόμα και όταν κατέβηκα στην Αθήνα, ήθελα πάντα να επιλέγω με προσοχή της συνεργασίες μου. Βέβαια, επειδή δεν μπορούσα να βιοποριστώ αποκλειστικά από το θέατρο έκανα και άλλες δουλειές. Από τη Θεσσαλονίκη ακόμα, μόλις τελείωσα τη σχολή, παρέδιδα ιδιαίτερα μαθήματα Μαθηματικών. Ένα διάστημα εργαζόμουν σε μια εφημερίδα στη Θεσσαλονίκη.

Ήμουν το κορίτσι του γραφείου και βοηθούσα σε ορισμένες διεκπεραιωτικές εργασίες. Επίσης, για ένα διάστημα έκανα babysitting στο μωρό μιας υπέροχης κυρίας που ήταν καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ήταν μια οικογένεια με τρομερή παιδεία. Στο σαλόνι είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη και μόλις κοιμόταν το μωρό, καθόμουν και διάβαζα. Ρουφούσα γνώσεις. Ήταν το τερπνόν μετά του ωφελίμου! Πέρα από αυτές τις δουλειές, κάποια στιγμή δούλεψα και σε μπαρ. Τη δεκαετία του 1980 εργαζόμουν σε ένα από τα πιο in μπαρ της Θεσσαλονίκης».

«Η απώλεια του Μηνά ήταν για μένα τεράστιο χτύπημα»

Πολλοί θα πουν πως η δεκαετία του 1980 ήταν από τις πιο όμορφες και αγνές δεκαετίες στη διασκέδαση, στο φλερτ, στις παρέες, κάτι που τη βρίσκει σύμφωνη. «Ήμουν μόλις στην πρώτη μου νεότητα κι όλο αυτό το έζησα με πολλή λαχτάρα. Επιπλέον υπήρχε μεγάλη απελευθέρωση στο φλερτ και στον έρωτα. Μέχρι που στα μέσα περίπου του ’80 έσκασε η βόμβα του AIDS και ταρακούνησε την κοινωνία αλλά και την ερωτική μας συμπεριφορά» εξηγεί. Όση ώρα μιλάμε ο τόνος της φωνής της σε ηρεμεί, ενώ οι ιστορίες της σε ταξιδεύουν.

«Μου αρέσει η ηρεμία. Σαφώς και υπήρξαν στιγμές έντασης, αλλά και δυσκολίες. Είμαι, όμως, από τους τυχερούς ανθρώπους που δεν βίωσα μια μεγάλη τραγωδία στη ζωή μου. Επίσης έζησα σε μια ευτυχισμένη οικογένεια, όπου δεν υπήρξε ποτέ βία. Αυτό που θυμάμαι είναι πως πάντα είχα μια οικονομική δυσκολία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είχα να φάω. Απλώς δεν έζησα ποτέ μέσα στην πολυτέλεια. Έχω, όμως, βιώσει χωρισμούς και απώλειες φίλων, απώλειες που γράφουν μέσα σου και σε σημαδεύουν ως άνθρωπο» εξομολογείται. Μια σημαντική απώλεια ήταν εκείνη του φίλου και συνεργάτη της Μηνά Χατζησάββα.

«Πέρασαν τέσσερα χρόνια από τότε που έφυγε ο Μηνάς. Η σχέση μας ξεκίνησε από το πρώτο έργο που έπαιξα στην Αθήνα το 1983, στο θέατρο Αεικίνητο, που το είχε στήσει ο Κώστας Αρζόγλου. Η αγάπη μας με τον Μηνά ήταν ακαριαία. Πορευτήκαμε μαζί και παίξαμε σε πολύ σημαντικά έργα. Ήμασταν σαν οικογένεια και πηγαίναμε διακοπές. Ο Κώστας Φαλελάκης ήρθε στη ζωή μας το 1991. Και τα 25 χρόνια της σχέσης τους τα ζήσαμε μαζί. Ύστερα από την απώλεια του Μηνά, ο καλύτερός μου φίλος είναι ο Κώστας.

Ο Κώστας είναι ένα υπέροχο παιδί και η σχέση τους με τον Μηνά ήταν καταπληκτική και ζηλευτή. Υπήρχε απίστευτη αρμονία, αγάπη, ήθος και ποίηση στη σχέση τους. Πηγαίναμε μαζί σινεμά και σε παραστάσεις στο θέατρο. Πολλές φορές καθόμασταν στο σπίτι τους και μας έφτιαχνε φαγητά ο Κώστας, που είναι εξαιρετικός μάγειρας. Η απώλεια του Μηνά ήταν για μένα ένα τεράστιο χτύπημα. Και ύστερα έφυγαν και άλλοι δικοί μου άνθρωποι, όπως ο σεναριογράφος Γιώργος Μιχαηλίδης, ο σκηνοθέτης Κώστας Κουτσομύτης αλλά και ο σκηνογράφος Γιώργος Πάτσας» λέει με συγκίνηση.

Μια και αναφέρεται σε φίλους καρδιάς, της ζητώ να μου πει τι ρόλο παίζουν οι φίλοι στη ζωή της. «Υπάρχουν άνθρωποι –γυναίκες και άντρες– με τους οποίους μετράμε δεκαετίες ως φίλοι. Γενικά, όμως, είμαι ανοιχτή ως άνθρωπος σε γνωριμίες. Έχω την τύχη να κινούμαι σε έναν χώρο τέχνης και με τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφομαι να μας συνδέει μια κοινή αισθητική. Συνυπάρχω και συνδημιουργώ σε έναν χώρο καλλιτεχνών. Δυστυχώς, με πολλούς από αυτούς χανόμαστε λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, καθώς δεν σου μένει χώρος και χρόνος για να συνεχίσεις όλες τις σχέσεις. Γι’ αυτό και κρατάς συγκεκριμένους ανθρώπους, μετρημένους στα δάχτυλα».

«Όλες οι δουλειές που έκανα στην τηλεόραση ήταν μεταφορές λογοτεχνίας»

Η αγάπη της για το θέατρο είναι μεγάλη. Τη δείχνει, άλλωστε, μέσα από τα λόγια της. Στην τηλεόραση έχει παίξει σε λίγες σειρές αλλά αριστουργήματα, όπως στον Κίτρινο Φάκελο –βασισμένη στο βιβλίο του Μ. Καραγάτση–, στα Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά –από το βιβλίο του Κώστα Μουρσελά– και στην Τελευταία Παράσταση, μεταφορά από το βιβλίο της Φρίντας Μπιούμπη με θέμα τη ζωή της Έλλης Λαμπέτη.

«Από το ξεκίνημά μου ήμουν πάντα επιφυλακτική με την τηλεόραση. Κληρονόμησα αυτή τη νοοτροπία που υπήρχε στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Παρόλο που δεν δούλεψα στο Θέατρο Τέχνης, η δασκάλα μου, η Μάγια Λυμπεροπούλου, είχε αυτή τη νοοτροπία. Το θέατρο αντιμετωπιζόταν ως πιο σοβαρή τέχνη. Την τηλεόραση την έβλεπαν περισσότερο ως ένα μέσο ψυχαγωγίας, με πιο ελαφρά σενάρια. Εμείς ήμασταν δοσμένοι στο θέατρο και το καλό σινεμά. Τη δεκαετία του ’80 έκανα ταινίες με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Βασίλη Βαφέα και αργότερα με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο και τον Μενέλαο Καραμαγγιώλη.

Η τηλεόραση ήταν ένα Μέσο με το οποίο έπρεπε να είσαι προσεκτικός. Τα σενάρια ως επί το πλείστον δεν ήταν καλά και οι παραγωγές είχαν μια ευτέλεια. Οπότε, δεν θέλαμε με τίποτα να είμαστε κομμάτι αυτού του χώρου. Δεν μετάνιωσα για τίποτα από αυτά που έκανα στην τηλεόραση, διότι οι επιλογές μου ήταν πολύ συνειδητές.

Όλες οι δουλειές που έκανα στην τηλεόραση ήταν μεταφορές λογοτεχνίας. Οι συγκεκριμένες παραγωγές γίνονταν με κινηματογραφικούς όρους. Ήταν εξαιρετικές, με πολύ καλούς σκηνοθέτες, συντελεστές, ηθοποιούς και προσεγμένα σενάρια.

Θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που μου πρότεινε συνεργασία ο Κώστας Κουτσομύτης έκανα έναν μήνα να του απαντήσω για τη συμμετοχή μου στον Κίτρινο Φάκελο στον ΑΝΤ1. Έπρεπε να το συζητήσω με τους θεατρικούς συνεργάτες και δασκάλους μου, μήπως μου κάνει κακό το να πάω εκεί. Τελικά, μόνο καλό μου έκανε, γιατί ο κόσμος με έμαθε μέσα από τις σειρές. Στο θέατρο είναι περιορισμένο το κοινό που έρχεται. Επιπλέον, είδα κι εγώ τον εαυτό μου στην τηλεόραση και είχα την ευκαιρία να δω τα λάθη μου και να μελετήσω τις αδυναμίες μου. Αυτό μου έκανε καλό και με βοήθησε να εξελιχθώ υποκριτικά» λέει με ειλικρίνεια.

Όλα αυτά τα χρόνια τής έχουν γίνει προτάσεις ώστε να βρίσκεται στην τηλεόραση, αλλά εκείνη εξακολουθεί να κρατά τον πήχη ψηλά. «Καμία πρόταση δεν ήταν του είδους της τηλεόρασης που θα ήθελα να κάνω. Μερικές αρχές από το θέατρο τις κρατάω ακόμα. Ήμουν πολύ συγκεκριμένη από την αρχή της καριέρας μου. Είχα στόχους και ερεθίσματα αλλά και το background από τους δασκάλους μου. Ήμουν παιδί της Μεταπολίτευσης: Ξαφνικά είχαμε απίστευτα ερεθίσματα στον χώρο της μουσικής.

Είχαμε τη δυνατότητα να ακούσουμε Μίκη Θεοδωράκη, απαγορευμένα τραγούδια, μελοποιημένη ποίηση. Βλέπαμε καλό σινεμά. Όλα αυτά διαμόρφωσαν την αισθητική και τις πνευματικές μου ανάγκες. Αυτό έχει χτιστεί όλα αυτά τα χρόνια και δεν θα μπορούσα ξαφνικά να κάνω ένα πισωγύρισμα. Θα ήταν μια προδοσία και στις δικές μου τις αρχές αλλά και στον κόσμο που με παρακολουθεί.  Δεν έχω προδώσει ποτέ τον εαυτό μου. Μόνο αν ήμουν σε πολύ μεγάλη οικονομική ανάγκη, ίσως να έκανα κάποιον συμβιβασμό. Αλλά και πάλι, θα μου στοίχιζε πολύ» τονίζει.

«Αισθάνομαι πλήρης και νιώθω τυχερή γι’ αυτό»

Η κινηματογραφική της πρεμιέρα βρίσκεται προ των πυλών, η παράσταση στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης πάει περίφημα, ενώ ανυπομονεί και για την πρεμιέρα της στο θέατρο Βεάκη με τις Τρεις Αδελφές του Τσέχωφ. Ανάμεσα σε όλα αυτά βρίσκει χρόνο για την προσωπική της ζωή;

«Δεν υπάρχει χρόνος, αλλά όταν τον βρίσκω, μου αρέσουν οι αποδράσεις στη φύση και τα ταξίδια. Έχω ταξιδέψει στο εξωτερικό, κυρίως με όχημα τη δουλειά. Πριν από επτά χρόνια, είχαμε πάει στη Σενεγάλη για τα γυρίσματα μιας πειραματικής ταινίας του Πέτρου Σεβαστίκογλου, με τίτλο Electra. Ήταν από τα ταξίδια που θυμάμαι. Γενικά, όμως, δουλεύω πολύ. Χειμώνα, καλοκαίρι, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά. Δεν έχω την πολυτέλεια να διεκδικώ ελεύθερο χρόνο, διότι αν δεν δουλέψω, δεν θα μπορώ να επιβιώσω. Δεν έχω καμία προσωπική περιουσία, δεν κληρονόμησα τίποτα από τους γονείς μου και δεν έχω άλλους πόρους».

Τη διακόπτω και της αναφέρω τα υπέρογκα ποσά που κατά καιρούς έχουν ακουστεί πως έπαιρναν στο παρελθόν οι ηθοποιοί σε σειρές της ιδιωτικής τηλεόρασης. «Αυτό ίσως να συνέβη στις πολύ εμπορικές σειρές. Στις σειρές που εγώ επέλεγα, που ήταν σειρές εποχής, οι αμοιβές δεν ήταν καθόλου υπερβολικές» ξεκαθαρίζει. Πόσο εύκολα καταφέρνει να κρατά τις ισορροπίες ανάμεσα στην επαγγελματική και την προσωπική της ζωή, μια και ο ελεύθερος χρόνος είναι ελάχιστος;

«Οι σύντροφοί μου ήταν ως επί το πλείστον μέσα από τον χώρο. Οπότε γνώριζαν πολύ καλά τα δεδομένα και ήταν υποστηρικτικοί. Σαφώς και υπήρξαν τριβές, γι’ αυτό και κάποιες σχέσεις άντεξαν στον χρόνο και κάποιες άλλες όχι. Όλες, όμως, οι εμπειρίες είναι πολύτιμες. Είτε είναι καλές είτε κακές, έχεις να πάρεις και να μάθεις κάτι. Με τους περισσότερους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μου –και εννοώ τις σοβαρές μου σχέσεις– εξακολουθούμε να έχουμε επαφές.

Είμαστε φίλοι. Έχω πάει σε γάμο πρώην μου. Όπως είπα και πριν, ανήκω σε μια γενιά στην οποία η σεξουαλική απελευθέρωση ήταν ένα ζητούμενο. Και ο σεβασμός στην ελευθερία του άλλου ήταν επίσης ένα ζητούμενο, από την άποψη πως κανείς δεν ανήκει σε κανέναν. Αυτό ήταν το μότο των πρώτων νεανικών μου χρόνων».

Η Καρυοφυλλιά δείχνει να είναι μια γυναίκα χορτασμένη από συναισθήματα. Μια γυναίκα που αγάπησε και αγαπήθηκε παράφορα. «Αισθάνομαι πλήρης και νιώθω τυχερή γι’ αυτό. Ως προσωπικότητα έδινα πράγματα και σεβόμουν τον άλλο. Επίσης, ήμουν διακριτική και ποτέ δεν επέτρεψα στον εαυτό μου το αίσθημα της ζήλιας. Όταν ένας άνθρωπος μου προκαλούσε ζήλια, έπαυα να τον εκτιμώ. Και όταν μου συνέβαινε αυτό το πράγμα, κάτι ράγιζε μέσα μου».

Τα τελευταία χρόνια είναι ζευγάρι με τον ηθοποιό Κρις Ραντάνοφ. «Είμαι σε μια σχέση εδώ και πολλά χρόνια. Η σχέση μας βασίζεται στην αμοιβαία αγάπη και την αλληλοστήριξη. Αυτό μου δίνει ένα πλαίσιο ελευθερίας και εμπιστοσύνης. Ξέρω ότι είμαστε μαζί γιατί θέλουμε να είμαστε μαζί. Δεν είμαστε παντρεμένοι, δεν έχουμε παιδιά και δεν έχουμε εξαρτήσεις τέτοιου τύπου. Εάν λοιπόν θέλουμε έναν άλλο άνθρωπο, απλώς θα χωρίσουμε. Και μπορεί να προκύψει. Τίποτα δεν είναι εσαεί στη ζωή και όλα μπορούν να συμβούν».

Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος

Πηγή: People