Ακολουθεί η τελευταία συνέντευξη του μεγάλου Έλληνα συνθέτη Γιάννη Σπανού στο People. Ήταν λίγο πριν από τη μεγάλη του συναυλία στο θέατρο Βράχων, την Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017.

Ο σπουδαίος συνθέτης είχε μιλήσει για όλα: για τα παιδικά χρόνια στο Κιάτο, την 15αετή παραμονή του στο Παρίσι, την επιστροφή στην Ελλάδα, την διαφωνία που είχε πάντα με την Αρλέτα, τα νυχτοπερπατήματα με τον Μητροπάνο, την συναρπαστική μουσική του διαδρομή και τον λόγο που δεν έκανε οικογένεια και παιδιά.

Πέθανε ο σπουδαίος Γιάννης Σπανός

Ήταν ένα ζεστό καλοκαίρι του 1943, όταν το τρίτο παιδί της οικογένειας Σπανού ήρθε στην ζωή. Ο Βενιαμίν, το στερνοπαίδι, πήρε το όνομα Γιάννης και μεγάλωσε σε μια όμορφη μονοκατοικία με κήπο σε μια ήσυχη και «ανθρώπινη γειτονιά», όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος, στο Κιάτο Κορινθίας.

«Ήμουν από τα τυχερά παιδιά. Μεγάλωνα σε μια αγαπημένη οικογένεια, χωρίς καβγάδες. Τα παιδικά μου χρόνια μοιάζουν με τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου στην Οδό Αριστοτέλους. Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους κι ήταν αρχηγός ένα αγοροκόριτσο, μόνο που δεν την έλεγαν Αργυρώ. Μέσα από το συγκεκριμένο τραγούδι που έγραψα τη μουσική, περιγράφονται όχι μόνο τα δικά μου παιδικά χρόνια, αλλά αρκετών ανθρώπων της εποχής μου. Άγγιξε τον κόσμο γιατί αποτελεί μέρος της ζωής της επαρχίας στην Ελλάδα», συμπληρώνει ο Γιάννης Σπανός, τον οποίο από την αρχή της συζήτησής μας αντιλήφθηκα πως τον διακρίνει μια έμφυτη ευγένεια και καλοσύνη. Ο πατέρας του, Νίκος Σπανός, ήταν οδοντίατρος, ενώ διατηρούσε το οδοντιατρείο του σε έναν μεγάλο χώρο στο εσωτερικό της οικογενειακής μονοκατοικίας στο Κιάτο. «Τότε στην επαρχία οι επιστήμονες ήταν λίγοι. Ο πατέρας μου ήταν οδοντίατρος όχι μόνο στο Κιάτο, αλλά σχεδόν σε όλη την Κόρινθο. Μάλιστα, είχε ανοίξει οδοντιατρείο και στο Βέλο Κορινθίας. Εξυπηρετούσε όλο τον κόσμο. Στην αρχή πήγαινε στο Βέλο με το ποδήλατο, ενώ αργότερα πήρε ένα μικρό Fiat για να μετακινείται πιο εύκολα», περιγράφει στο People.

«Μέσα μου υπήρχε το μικρόβιο της μουσικής»

Ο Γιάννης Σπανός ήταν φρόνιμος, χωρίς να προκαλεί μπελάδες και σκοτούρες στους δικούς του. «Ήμουν παράξενο παιδί. Ασχολιόμουν με διαφορετικά πράγματα, από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας μου. Δεν μου άρεσε το ποδόσφαιρο. Απεναντίας, το πιάνο της μεγαλύτερής μου αδελφής, της Μαρίας, με είχε κερδίσει ολοκληρωτικά. Μέσα μου υπήρχε το μικρόβιο της μουσικής». Σε ηλικία 12 ετών ξεκινά να παίζει πιάνο, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει από νότες και πεντάγραμμο. Το «αυτί» του αποδεικνύεται σημαντικός σύμμαχός σε ένα συναρπαστικό μουσικό ταξίδι που ξεκινά από το σαλόνι του σπιτιού του. Την αγάπη για τη μουσική δεν την είχαν αντιληφθεί μόνο οι γονείς του, αλλά όλη η γειτονιά. «Θυμάμαι ακόμα και σήμερα μια γειτόνισσα να μου λέει ‘’Γιάννη, να παίζεις τις ψηλές νότες και όχι τις χαμηλές, για να ακούμε καλύτερα’’. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν ήμουν παιδί θαύμα. Είχα ένα ταλέντο, αλλά έπαιζα ατελείωτες ώρες προκειμένου να βελτιώσω την τεχνική μου. Αυτοσχεδίαζα. Παράλληλα με το σχολείο, ο πατέρας μου με έστειλε σε ωδείο στην Κόρινθο. Ήταν ένας σεμνός άνθρωπος, που ποτέ δεν σήκωσε χέρι και ποτέ δεν μας απείλησε. Ήταν λιγομίλητος, αλλά πολύ ερωτευμένος με την μητέρα μου την Κασσάνδρα, η οποία συμπτωματικά καταγόταν από την Κασσάνδρα Χαλκιδικής. Αυτό το μείγμα Βορρά και Νότου, έφτιαξε κάτι καλό», λέει γελώντας.

«Ο Γιατρός μου είπε να σταματήσω να παίζω πιάνο»

Τελειώνοντας, το σχολείο και ενώ συνεχίζει τις σπουδές του στο πιάνο, τα χέρια του από τις πολλές ώρες εξάσκησης, καταπονούνται. «Για να αποδείξω ότι μπορούσα να ζήσω με τη μουσική μου, είχα πάει κρυφά στην σχολή μπαλέτου της Ηρώς Σισμάνη, όπου έπαιζα με τις ώρες πιάνο και κομμάτια που ήταν ‘’αντιπιανιστικά’’, με αποτέλεσμα να καταστρέψω τα χέρια μου. Για δυο περίπου χρόνια υπερέβαλα εαυτόν και κάποια στιγμή, ο γιατρός μου είπε να σταματήσω να παίζω πιάνο, διότι κινδυνεύω να πάθω αγκύλωση στα δάχτυλα». Όντως, για ένα χρόνο απαρνήθηκε το πιάνο, αλλά ταυτόχρονα αποδέχτηκε με χαρά την πρόταση του πατέρα του που ήταν ιδιαίτερα δελεαστική. «Μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι σε τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες και σε όποια από αυτές αποφασίσω να συνεχίσω τις σπουδές μου, να επιστρέψω και να του το πω. Μου έκανε ένα μεγάλο δώρο, από την άποψη πως πλήρωσε τα εισιτήρια, την διαμονή, αλλά και τα απαραίτητα έξοδα παραμονής σε αυτές τις χώρες», εξομολογείται. Πράγματι, μέσα σε ένα χρόνο, επισκέπτεται την Αγγλία, την Γερμανία, την Ιταλία και την Γαλλία. Το Παρίσι, όμως, με την κουλτούρα τη μουσικής, αλλά και των ανθρώπων της, θα τον κερδίσει ολοκληρωτικά. «Στο Παρίσι σύχναζα στο St Germain, εκεί που έβγαινε η νεολαία της εποχής, αλλά και σε καταγώγια στην Place Pigalle. Μάλιστα, πολλές κυρίες της νύχτας που ήταν επαγγελματίες, με έβλεπαν που ήμουν μόνος και ήσυχος και με κερνούσαν ποτά. Πάντα μου άρεσε να παρακολουθώ τους γύρω μου και έμαθα γρήγορα να κυκλοφορώ τη νύχτα. Την ομορφιά της συγκεκριμένης πόλης, την έχουν υμνήσει οι πάντες. Λάτρεψα το γαλλικό τραγούδι και εντάχθηκα στην Αριστερή Όχθη, όπου εκεί άνηκαν όλοι οι συγγραφείς, οι διανοούμενοι και ποιητές του Παρισιού, σε αντίθεση με την Δεξιά Όχθη, που ήταν οι εμπορικοί καλλιτέχνες. Για να είμαι ειλικρινής, απέφευγα να κάνω παρέα με Έλληνες, διότι ήθελα να μάθω να μιλάω γαλλικά. Συναναστρεφόμουν περισσότερο με Γάλλους και μπήκα σε έναν άλλο κόσμο που δεν τον ήξερα. Τότε συνειδητοποίησα πως η μουσική δεν είναι επιδειξιμανία και να βγάζεις κορώνες, αλλά να ερμηνεύεις ποίηση και μονόπρακτα σε μικρές μπουάτ». Στο Παρίσι θα παραμείνει για τρία χρόνια, ενώ ύστερα από επιθυμία του πατέρα του θα επιστρέψει στην Ελλάδα.

«Το όνειρο του πατέρα μου ήταν να γίνω επιστήμονας»

Μέσα σε ένα καλοκαίρι, ο Γιάννης Σπανός κάνει φροντιστήριο, δίνει εξετάσεις και περνά στην Νομική Σχολή Αθηνών. «Ο πατέρας μου ήθελε να γίνω επιστήμονας. Ήταν το όνειρό του. Μέσα σε τρεις μήνες κατάφερα να περάσω στη Νομική. Μόλις γράφτηκα στην σχολή τους ανακοίνωσα πως επιστρέφω και πάλι στο Παρίσι να συνεχίσω με τις σπουδές μου και παράλληλα να ζήσω το δικό μου όνειρο. Όπως καταλαβαίνεις, δεν πήρα ποτέ το πτυχίο της Νομικής», εξομολογείται. Επιστρέφοντας στο Παρίσι , παίζει σε μπουάτ και γράφει μουσική για γαλλικά τραγούδια. Πέντε χρόνια μετά, θα διακόψει την αναβολή του για να κάνει το στρατιωτικό του στην Ελλάδα. «Στον στρατό προσπαθούσα να περνάω απαρατήρητος και έκανα το κορόιδο γιατί ήξερα πως τους καλλιτέχνες τους θεωρούσαν ψώνια και τους κυνηγούσαν. Όταν, όμως, μπήκα στο γραφείο του διοικητή και με ρώτησε αν είμαι μουσικός, δεν μπορούσα να πω ψέματα. Δεν ήξερε καν τι είναι το πιάνο! Του εξήγησα πως είναι ένα πράγμα μακρόστενο που έχει άσπρα και μαύρα πλήκτρα. ‘’Δηλαδή ακορντεόν;’’ ήταν η επόμενη ερώτησή του. Τελικά, όχι μόνο δεν με έβαλε στην στρατιωτική μπάντα, αλλά μου έκανε μετάθεση στις διαβιβάσεις», περιγράφει στο People. Ύστερα από δυο χρόνια, απολύεται και επιστρέφει κατευθείαν στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου και ξεκινάει η καριέρα του. Συνολικά στο Παρίσι θα ζήσει για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Εκεί θα γνωρίσει σπουδαίους ανθρώπους, όπως την ερμηνεύτρια Ζιλιέτ Γκρεκό, τον ηθοποιό και παραγωγό ταινιών Μισέλ Πικολί, την Εντίθ Πιάφ, ενώ θα κάνει μουσική σε πολλά τραγούδια και θα τιμηθεί με το βραβείο της γαλλικής ακαδημίας Charles Cross. «Το παράξενο και μοιραίο της υπόθεσης ήταν η επιστροφή μου στην Ελλάδα. Κάποια στιγμή, αισθάνθηκα πως ότι ήταν να πάρω, το πήρα. Σιγά σιγά, άρχισε να χαλάει το γαλλικό τραγούδι, καθώς έμπαινε το αμερικάνικο και κάπως έτσι αποφάσισα να γυρίσω. Αυτό που πρέπει να τονίσω ήταν πως όλα αυτά τα χρόνια που ζούσα στο εξωτερικό, πάντα ερχόμουν τα καλοκαίρια καθώς είχα ήδη κάνει τις πρώτες μου συνεργασίες με τον στιχουργό Κώστα Παπαστεφάνου».

«Η Αρλέτα γινόταν έξαλλη μαζί μου»

Η μουσική του πορεία στην Ελλάδα είναι εντυπωσιακή, καθώς συνεργάζεται με καλλιτέχνες, όπως ο Σταμάτης Κόκοτας, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Γιάννης Πουλόπουλος,  η Βίκυ Μοσχολιού, η Αλέκα Κανελλίδου, η Τάνια Τσανακλίδου, η Αρλέτα κ.α. «Όλα πήραν ένα δρόμο από μόνα τους. Δεν επιδίωξα ποτέ δόξα και προβολή. Έκανα πάντα αυτό που αισθανόμουν και ποτέ μου δεν προκάλεσα. Προσωπικά, έκανα μια ενδοσκόπηση για να καταλάβω ποια είναι τα όριά μου. Ακόμα και σήμερα, είμαι πολύ προσεκτικός όταν μιλάω. Δεν θα έλεγα ποτέ για τον εαυτό μου πως είμαι σπουδαίος. Πλάι στον κορυφαίο γάλλο πιανίστα, συνθέτη και φίλο μου, Michel Legrand, έμαθα τι σημαίνει να είσαι μεγάλος μουσικός και να μην μιλάς καθόλου γι αυτό. Αυτός είναι και ο λόγος που τσακωνόμαστε με την φίλη μου την Αρλέτα γιατί επιμένει πως είμαι ανόητος , καθώς θωρεί πως δεν προωθώ τον εαυτό μου και δεν δείχνω ποιος είμαι. Έβλεπε τους άλλους καλλιτέχνες που ήταν πιο εξωστρεφείς και τα έβαζε με μένα! Πάντα γινόταν έξαλλη που διατηρούσα χαμηλούς τόνους. Με την Αρλέτα υπεραγαπιόμαστε. Την γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και μαζί με τον Γιώργο Παπαστεφάνου της δώσαμε το τραγούδι Μια φορά θυμάμαι, που κυκλοφόρησε το 1966 και έχει διασκευαστεί σε πολλές χώρες του κόσμου. Είναι ένα αυθόρμητο τραγούδι. Τα μεγάλα πράγματα είναι απλά. Δεν χρειάζονται καλλωπισμούς και εφέ. Με μια κιθάρα, την μουσική μου, το στιχάκι του Γιώργου και την μαγευτική φωνή της Αρλέτας έγινε επιτυχία. Εκεί κρύβεται η πραγματική δύναμη της τέχνης. Στην απλότητα».

«Έτυχε ένας έρωτας να με αποπροσανατολίσει»

Ύστερα από έξι δεκαετίες στον χώρο της μουσικής, εξομολογείται πως έκανε δυνατές φιλίες. «Χωρίς φίλους δεν θα μπορούσα να ζω. Επίσης, ποτέ δεν έδωσα τραγούδια κατά παραγγελία. Με όσους συνεργάστηκα, είμαστε κολλητοί. Με τον Δημήτρη Μητροπάνο έχουμε συναντηθεί σε όλα τα μπαράκια της Αθήνας και έχουμε διασκεδάσει μέχρι το πρωί. Πάντα έκανα παρέα με ανθρώπους που μου ταίριαζαν και η παρέα μας δεν περιοριζόταν μόνο στο στούντιο την ώρα της ηχογράφησης. Το ξενύχτι με το ποτό ήταν πάντοτε συνυφασμένα και πιστεύω πως με τον συγχωρεμένο τον Μητροπάνο, είχαμε γυρίσει όλα τα στέκια της Αττικής». Πριν από δυο χρόνια είχε δηλώσει σε μια συνέντευξη του πως ερωτικά ήταν αδύνατο να συνυπάρξει με άλλον άνθρωπο και εξαιτίας της μουσικής, βίωσε συνειδητά την μοναξιά. Αναρωτιέμαι αν η απόφαση να μην κάνει οικογένεια και παιδιά είναι κάτι που εκ των υστέρων μετάνιωσε. «Δεν το μετανιώνω. Ο μουσικός μου κόσμος ήταν μια απαγορευμένη ζώνη. Ακόμα και οι συνεργάτες μου δεν έμπαιναν μέσα στη μουσική μου. Αν είχα κάποιον άνθρωπο στο σπίτι μου, δεν θα μπορούσα να κάνω μουσική. Αυτό ήταν μια συνειδητή επιλογή», ξεκαθαρίζει. Παρόλα αυτά, παραδέχεται πως  κάποια στιγμή αφέθηκε σε έναν μεγάλο έρωτα. «Έτυχε ένας έρωτας να με αποπροσανατολίσει, αλλά για λίγο. Το πάθος μου για την μουσική δεν με άφηνε να υποδουλωθώ σε τίποτα».