Η φωνή της είναι ζωηρή. Το ήρεμο πρόσωπό της καθησυχάζει, μέχρι να αποκαλυφθεί το σκανδαλιάρικο, παιδικό της βλέμμα. Η κυρία Αναστασία, στα 81 της, θα επιχειρήσει να κάνει το διάπλου Κεφαλονιάς – Κυλλήνης. Πολλοί το περιγράφουν ως άθλο, προφανώς γιατί δεν γνωρίζουν πολλά κεφάλαια της πολυτάραχης ζωής της. Δεν είναι που θέλουμε να κλέψουμε τη δόξα του Ομήρου – δεν έχουμε καμία τύχη άλλωστε, αλλά χωρίσαμε κάποια από αυτά τα κεφάλαια σε «Ραψωδίες». Γιατί η κυρία Αναστασία, ναι, είναι ένας σύγχρονος «Οδυσσέας».

Ραψωδία α’

«Το ταξίδι μου ξεκινά από τον τόπο γέννησής μου, την Κεφαλονιά. Ήμουν ένα από τα δώδεκα παιδιά μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας – ο πατέρας μου έκανε μεροκάματα περιστασιακά, είχε και άλλα δύο παιδιά από άλλη γυναίκα. Στα 10 μου, η μητέρα μου αποφάσισε να με στείλει με τον 12χρονο αδελφό μου στην Αθήνα, για να δουλέψουμε σε ένα σπίτι». Παρόλο που από μικρή δούλευε ως οικιακή βοηθός, η ζωή στα πέντε χρόνια που έζησε στο συγκεκριμένο σπίτι ήταν «πολύ πιο όμορφη από το πατρικό μου». Η οικογένεια για την οποία δούλευε ήταν ευκατάστατη, «οι γονείς θρήσκοι, ο γιος και η κόρη τους μορφωμένοι». Η ίδια θυμάται πως την αγαπούσαν, «παρόλο που έκανα ζαβολιές – έτρωγα κανένα γλυκό παραπάνω δηλαδή». Ωστόσο, υπήρξε ένα συγκεκριμένο γεγονός που την είχε ταράξει, αλλά και την είχε διαμορφώσει ως χαρακτήρα μέχρι και σήμερα. «Το θυμάμαι και μου σηκώνεται η τρίχα. Με βούτηξε η κυρία του σπιτιού και μου λέει “Αυτή τη φορά δεν έφαγες μόνο γλυκό, έκανες και κάτι πολύ κακό”. Με έπιασε από το τσουλούφι και με έκανε να γονατίσω μπροστά σε μια εικόνα της Παναγίας. Επέμενα πως δεν είχα κάνει τίποτε. Ήταν μαρτύριο να με βάλει να ορκίζομαι, από μικρό παιδί είχα μάθει να λέω πάντα την αλήθεια, γιατί οι δικοί μου μας έδερναν. Όταν τέλειωνε η σειρά σου, πήγαιναν στον επόμενο κι ήθελα πάντοτε να προστατεύω τους αδύναμους και τους μικρότερους. Με συγκίνησε το γεγονός, όμως, πως στο τέλος η κυρία του σπιτιού με πίστεψε. Είχε καταλάβει τι άνθρωπος είμαι». Τελικά αποδείχτηκε πως τα χρήματα από το πορτοφόλι τα είχε κλέψει η ανιψιά της, προς ανακούφιση της Αναστασίας.

Η πενταετία πέρασε γρήγορα, «η συμφωνία είχε ολοκληρωθεί και η μαμά μου είχε πάρει τα χρήματα. Δεν την κατηγορώ την καημενούλα, δεν είχαμε λεφτά. Αυτό που με πονάει ακόμη ήταν πως δεν με έστειλε ποτέ σχολείο». Τέλη Ιανουαρίου του 1954, η Αναστασία βρίσκεται και πάλι στην Κεφαλονιά, αλλά δεν αντέχει τη φασαρία και την 24ωρη γκρίνια στο σπίτι των λίγων τετραγωνικών, όπου πλέον ζούσαν επτά άτομα και ένα βρέφος – η νεογέννητη αδελφή της. Έχει συνηθίσει πλέον αλλιώς. «Είχα πει στα αδέλφια μου ότι εγώ δεν θα μπορέσω να συνεχίσω αυτό το ταξίδι μαζί σας… Ήρθε τότε η μητέρα μου και με ξυλοκόπησε για ακόμη μία φορά. Τότε το αποφάσισα, “Ήταν η τελευταία φορά που συνέβαινε αυτό”. Έφυγα και έτρεχαν πίσω μου ο αδελφός μου και η μάνα μου με ένα ξύλο. Πλέον μου είχε μείνει μία επιλογή, για να μην τις φάω πάλι, να πηδήξω σε μια πλαγιά δέκα μέτρων. Υπήρχαν θάμνοι και σκέφτηκα πως θα με συγκρατήσουν, όπως κι έγινε». Η φωνή της στην περιγραφή σπάει. «Δεν θέλω να ακουστώ δραματική» μου λέει «αλλά έπρεπε να φύγω οπωσδήποτε». Παρέμεινε κρυμμένη εκεί για ώρες, στη μέση μιας απότομης πλγιάς, παρόλο που είχε ξεκινήσει να βρέχει. Είχε σχεδιάσει το επόμενο βήμα της. «Ένα καράβι θα έφευγε από το Αργοστόλι στις 8.00 το πρωί». Ωστόσο, θα έπρεπε να ανέβει και πάλι την πλαγιά. Εκτός από τη μητέρα της και τον αδελφό της, στο κυνήγι της αναζήτησής της μπήκε και το αφεντικό της στα περιβόλια όπου δούλευε. Εκείνος χρησιμοποίησε μια σκάλα για να κατέβει προς τα κάτω και να τη βρει. Η κρυμμένη Αναστασία, που φοβόταν μην τη φανερώσουν οι αστραπές –είχε βραδιάσει ήδη–, βρήκε την ευκαιρία και ανέβηκε ξανά την πλαγιά χρησιμοποιώντας τη σκάλα. Είχαν περάσει πολλές ώρες από τη στιγμή της βουτιάς της στο κενό και υπολόγιζε πως πλέον θα έχουν πάει για ύπνο. «Μα δεν ανησυχούσαν οι δικοί σου;» τη ρωτάω. «Ήταν καταπληκτικό. Όχι, δεν ανησυχούσαν, σου λέει “Εντάξει, ψόφησε, ησυχάσαμε από αυτήν”» μου λέει ατάραχη ξανά και συνεχίζει την εξιστόρηση. «Μπήκα στην παράγκα μας και πήγα κρυφά να πάρω δύο τρία πράγματα. Άνοιξα ένα συρτάρι και βρήκα ένα ύφασμα και σκέφτηκα να το πάρω για να φτιάξω ένα δεύτερο μπλουζάκι. Πιάνοντας το ύφασμα ανακαλύπτω πως μέσα του είχε κρύψει η μάνα μου μια χούφτα χρυσαφικά. Δεν τα πήρα, μόνο το ύφασμα με ένοιαζε, να το κάνω μπλούζα».

Βγήκε και ξεκίνησε να πάει στο καράβι που έφευγε για Αθήνα. Ήταν αποφασισμένη να κρυφτεί αφού χρήματα δεν είχε. «Αντί για τις 8.00 έφυγε στις 12.00, όταν και κόπασε η κακοκαιρία». Είχε μπλεχτεί με τους επιβάτες που ανέβαιναν και έτσι κατάφερε να περάσει από τον έλεγχο των εισιτηρίων. Κρύφτηκε μέσα σε μια βάρκα: «Είχα μουδιάσει και όταν φύγαμε και από τη δεύτερη στάση που έκανε το καράβι στη Ζάκυνθο, αποφάσισα να βγω». Για κακή της τύχη, την ανακάλυψαν με το που ξεμύτισε. «Με τσακώνει ο καπετάνιος από το αυτί και σχεδόν με σηκώνει ψηλά και με ρωτάει πού ήμουν τρυπωμένη. Του λέω “Μου είπε η μάνα μου να τρυπώσω γιατί δεν είχε λεφτά να πληρώσει το εισιτήριο”. “Τώρα” μου λέει “θα σε πετάξω μέσα στη θάλασσα”. “Δεν με πετάς… Πολύ που θα κλάψουν για εμένα” του απαντώ. Με άφησε και κάποιες γυναίκες πιο πέρα με φώναξαν και μου έδωσαν κάτι να πιω. Όταν έφτασα στον Πειραιά, έδωσα τη διεύθυνση στον ταξιτζή και με πήγε στον αδελφό μου στο Αιγάλεω. Έφυγα από την Κεφαλονιά και έκανα 24 χρόνια να γυρίσω πίσω». Όταν συνάντησε ξανά τη μητέρα της, το πρώτο πράγμα που της είπε ήταν για τα κοσμήματα. «Ήσουν το πιο αληθινό παιδί που είχαμε στο σπίτι. Από τα χρυσαφικά δεν πείραξες κανένα. Μία καρφίτσα σού ανήκει” μου είπε και μου την έδειξε. Είχε διαμαντάκια επάνω, είχε αξία, αλλά δεν τη χάρηκα. Μου τη βουτήξανε μέσα στο ίδιο το σπίτι… Τέλος πάντων, άμα το σκεφτείς, ήμουν το πιο ειλικρινές παιδί της και εμένα μου έφτανε αυτό…».

Ραψωδία β’

Στη δεύτερη εμπειρία της στην Αθήνα δεν ήθελε να δουλέψει σε κάποιο σπίτι, φοβούμενη τα καπρίτσια της κυρίας του σπιτιού. «Βρήκα δουλειά σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε φλοκάτες και πετσέτες στον αργαλιό. Δούλεψα εκεί μέχρι να ενηλικιωθώ και τότε το αφεντικό μου με σταμάτησε – αφού πλέον θα έπρεπε να παίρνω κανονικό μισθό και να με ασφαλίσει. Μου ζήτησε να πάω να δουλέψω στο σπίτι του, επειδή η σύζυγός του θα γεννούσε. Εγώ ήθελα να είμαι στο εργοστάσιο, να είμαι ελεύθερη, να μην έχω μια κυρία στα αυτιά μου». Τότε ήταν που είδε την αγγελία για δουλειά στην Ελβετία. «Έγραψα ένα γράμμα και τρεις μέρες μετά ήρθε η απάντηση, εξηγώντας τι πρέπει να κάνω ακριβώς για να φτιάξω τα χαρτιά μου και να πάω στην Ελβετία». Πλησίαζε τα 19 της όταν το πήρε απόφαση.

Η γυναίκα του αφεντικού της και ένας συμπατριώτης της από την Κεφαλονιά την είχαν τρομοκρατήσει για αυτά που θα συναντούσε στο εξωτερικό. «Θα σου ρίξουν κάτι στο γάλα ή στο φαγητό» της έλεγε κι αυτός ο φόβος την έκανε να μην τρώει σχεδόν τίποτε, πέρα από λίγο ψωμί , τους πρώτους μήνες της νέας της ζωής στην Ελβετία. «Δεν τους εμπιστευόμουν καθόλου» θυμάται η Αναστασία. «Έβλεπαν πως ήμουν νηστική και κάποια στιγμή ήρθε η σύζυγος του αφεντικού μου με ένα λεξικό, της εξήγησα τον φόβο μου και τότε εκείνη γέλασε και με καθησύχασε». Σταδιακά, η Αναστασία άρχισε να συνεννοείται στα γερμανικά, γιατί δεν μπορούσε να κατανοήσει ακριβώς τη βαριά διάλεκτό τους. Είχε πάρει τον αέρα της δουλειάς, πλέον. Δούλευε βοηθός στην κουζίνα και καθάριζε τα δωμάτια του μικρού μοτέλ στο οποίο έκαναν στάση για να ξεκουραστούν επαγγελματίες οδηγοί. «Έμαθα εύκολα τα γερμανικά, η γυναίκα του αφεντικού όμως δεν μου έδινε τα χρήματα που έγραφε το συμβόλαιο. Το είχα διαβάσει, είχα προσέξει τι έγραφε…  Όταν πέρασε το εξάμηνο και δεν πήρα αύξηση, ούτε και διήμερο την εβδομάδα, αρρώστησα». Προσβλήθηκε από βαριά γρίπη και ανέβασε 40 πυρετό. «Ήμουν στο κρεβάτι, ο γιατρός που με εξέτασε μου είπε ότι με είχε πειράξει στον πνεύμονα τα ρεύματα και ο καπνός από τα τσιγάρα.Έμεινα μία εβδομάδα στο κρεβάτι… Μια μέρα διάβασα μια αγγελία για δουλειά. Έκοψα το κομμάτι και το άφησα στο κομοδίνο. Μπαίνει η αφεντικίνα, βλέπει την αγγελία και βάζει τις φωνές. Σκέφτομαι “Για ποιον χτυπάει η καμπάνα άραγε;” και τότε έρχεται και μου πετά κατάμουτρα ότι με είχε αγοράσει. Της λέω “Για ξαναπές το! Έχεις ιδέα τι λες; Λες να μπορείς να με αγοράσεις;”. Γίνομαι έξαλλη, βγάζω την ποδιά, την κάνω μπάλα και της την πετάω στη μούρη». Πήγαν μαζί στο αστυνομικό τμήμα, όπου εκεί η σύζυγος του αφεντικού της εξήγησε ότι έχει πληρώσει το εισιτήριό της. «Οι Αρχές είδαν πως δεν με πλήρωναν υπερωρίες και τα χρήματα που μου έδινε δεν ήταν τα σωστά». Τελικά το αφεντικό της ανέλαβε να δώσει όσα χρήματα της είχε κατακρατήσει η σύζυγός του, παροτρύνοντάς την να βρει δουλειά αλλού. Αυτό το αλλού, ήταν ένας μεγάλος φούρνος, περίπου 15 χιλιόμετρα από τη Ζυρίχη. Πέρα από τα γλυκίσματα, υπήρχε και μεγάλο εστιατόριο, όπου έρχονταν εργάτες, αφού βρισκόταν σε κεντρικό σημείο. «Ήταν στη λίμνη…  Ήταν ήσυχα, πηγαίναμε εκεί συχνά για να κολυμπήσουμε. Έγινα κατευθείαν μαγείρισσα και είδαν τι άνθρωπος είμαι. Έμεινα εκεί όπου πραγματικά με αγαπούσαν, ώσπου παντρεύτηκα. Πήγα διακοπές και παντρεύτηκα τον καλό μου…».

Ραψωδία γ’

Τον είχε γνωρίσει στο Αιγάλεω, αφού συγκατοικούσε με τον ετεροθαλή αδελφό της. «Κατεβαίνοντας» από την Ελβετία στην Ελλάδα, η 25χρονη –τότε– Αναστασία τον παντρεύτηκε. Είναι 1960. «Πήγαμε διακοπές και μετά παντρευτήκαμε… Στη συνέχεια του βρήκα θέση στη δουλειά, του έβγαλα άδεια παραμονής και έτσι ήρθε στην Ελβετία». Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, τον Αντρέα και την Άρτεμη. Οι δυο τους δούλευαν για να μαζέψουν χρήματα και να βελτιώσουν τη ζωή τους, μόνο που τα όνειρά τους δεν ήταν κοινά: Η Αναστασία στερήθηκε πολλά για να συγκεντρώσει ένα ποσό ικανό για να νιώθει ασφάλεια. Όσα χρήματα έβγαζε τα έδινε στον σύζυγό της, εκείνος τα διαχειριζόταν. «Δεν είχα χρήματα για ρούχα, να πάρω παπούτσια στο παιδί μου, να πάω στον γιατρό. Το σπίτι που ήμασταν είχε πολλή υγρασία και έπρεπε να φύγουμε, να πάμε σε ένα πιο ακριβό, αλλά…». Η Αναστασία ήθελε να επενδύσουν τα χρήματα στην Ελβετία, ο σύζυγός της να επιστρέψει στην Ελλάδα. «Τα παιδιά μας εδώ θα πάνε σχολείο, εδώ θα μεγαλώσουν…» του έλεγε κι έκανε όνειρα για να αγοράσουν ένα διαμέρισμα όπου θα μπορούν να το απολαμβάνουν όταν βγουν στη σύνταξη. Πού να γνώριζε πως το μέλλον τους παιζόταν κάθε βράδυ στα ζάρια… «Είχε φίλους κακούς, που έπαιζαν χαρτιά και έχασε όλα τα λεφτά. Άνθρωπος που κλέβει τα παιδιά του, δεν αξίζει τον κόπο, ούτε να το συζητάμε» μου λέει εκνευρισμένη. «Γι’ αυτό οι γυναίκες θα πρέπει να ξυπνούν νωρίτερα, να παίρνουν αποφάσεις. Κάτι που έγινε λάθος από την αρχή να το διορθώσουμε έστω την τελευταία στιγμή… Ποτέ δεν είναι αργά» μου λέει με τη σοφία της εξαπατημένης συζύγου.

Η καθημερινότητά της ήταν δύσκολη και δεν ομόρφαινε ούτε όταν κατέβαιναν στην Ελλάδα, αφού της είχε απαγορευτεί από τον σύζυγό της να επισκέπτεται την πατρίδα της, την Κεφαλονιά. «Πηγαίναμε μόνο στον τόπο του, την Εύβοια. Είναι σωστό να μην επιτρέπεις στον άλλο να δει την πατρίδα του;» αναρωτιέται. Το 1967 εκείνος αποφασίζει πως ήρθε η ώρα να κατέβουν στην Ελλάδα, αλλά με την επικράτηση της Χούντας η κατάσταση γίνεται αφόρητη για την Αναστασία. «Είχαμε μαζέψει μπόλικα χρήματα και εκείνος τα είχε φάει. Είχα μείνει πανί με πανί και ήθελα να επιστρέψω πίσω στην Ελβετία να δουλέψω, αλλά λόγω δικτατορίας ήταν δύσκολο να φύγεις στο εξωτερικό». Τελικά, έπειτα από πολλές προσπάθειες και επιμονή, κατάφερε όχι μόνο να εξασφαλίσει τα απαραίτητα έγγραφα για εκείνη, αλλά και για τον σύζυγό της. Άσχετα αν εκείνος δεν έφυγε μαζί της αμέσως, αλλά παρέμεινε στην Ελλάδα μέχρι να αποφασίσει τι θέλει να κάνει. Όταν τελικά η Αναστασία τού έχει και πάλι έτοιμη δουλειά. Άσχετα, αν αυτή του η απόφαση θα αποδεικνυόταν καταστροφική για εκείνη.

Ραψωδία δ’

Η νέα ζωή στην Ελβετία δεν διέφερε σε τίποτε με την προηγούμενη. Παρά τη γέννηση των δύο παιδιών τους, ο σύζυγος της Αναστασίας κατάφερνε όχι μόνο να συντηρεί όλες τις προηγούμενες συνήθειές του, αλλά να προσθέσει και νέες, εξίσου εξοργιστικές. «Πίστευα πως μπορώ να τον αλλάξω. Πως θα δει παραδείγματα της ζωής και θα συνετιστεί, αλλά τίποτε…  Ήταν λάθος μου, μονάχα με κορόιδευε! Με περνούσε 19 χρόνια, δεν τον είχα απατήσει ποτέ και να με απατάει εκείνος; Να μου γυρίζει με κοριτσάκια εδώ και εκεί; Αυτό με έκανε να ντρέπομαι που υπήρχα κοντά του. Πριν παντρευτώ, ήμουν καθαρός άνθρωπος και μετά τον γάμο αισθανόμουν βρόμικη» λέει με παράπονο. Οπότε, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το αίσθημα της απελευθέρωσης που ένιωσε μετά τον χωρισμό, το 1977. «Μου έμειναν και χρήματα πλέον, κατόρθωσα και πήρα διαμέρισμα στην Ελβετία, που άλλοι δεν είχαν κάνει τίποτα στη ζωή τους. Πήρα αποφάσεις, έκανα πράγματα, κοίταζα από το τίποτα να φτιάξω κάτι» μου λέει με υπερηφάνεια.

Ο αγώνας για να οικοδομήσει μια ασφαλή και βιώσιμη καθημερινότητα για τα παιδιά της και για εκείνη ήταν μοναχικός έως το 1982, όταν και μπήκε στη ζωή της ο δεύτερος και παντοτινός σύζυγός της – όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων. «Είναι πολύ καλός άνθρωπος. Υιοθέτησε τα παιδιά μου, αφού δεν ήθελαν να έχουν το επίθετο του συζύγου μου. Μου το ζήτησε αρχικά η κόρη μου, “Τα παιδιά στο σχολείο με κοροϊδεύουν” μου είχε πει. Και όταν εκεί υπάρχει ψυχολογικό πρόβλημα στα παιδιά, τότε το δημαρχείο υποστηρίζει τα παιδιά». Έπειτα από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες του δήμου να έρθει σε επικοινωνία με τον πατέρα των παιδιών, η αλλαγή ονόματος ήταν γεγονός. Άσχετα αν η ίδια επιλογή δεν ισχύει για το ελληνικό κράτος. «Τώρα ζούμε με δύο διαβατήρια και δύο ονόματα. Όταν το έμαθε αυτό ένας δικηγόρος είχε σαλτάρει. “Είναι δυνατόν;” με ρώτησε γελώντας και μου είπε “Εσύ έχεις καταφέρει κάτι που δεν έχει καταφέρει κανείς άλλος”. Μετά τον θάνατό του, όμως, τα παιδιά υιοθετήθηκαν και έτσι δεν μπορούσε κανείς να μας πειράξει άλλο» μου διηγείται.

Ραψωδία Ε’

Με τον τωρινό σύζυγό της γνωρίστηκαν το 1981. Τον επόμενο χρόνο «Πήγαμε διακοπές μαζί για να γνωριστούμε καλύτερα, να δούμε πώς κυλάνε τα πράγματα και αποφασίσαμε να συζήσουμε». Το 1983 παντρευτήκαμε. Τα όσα συνέβησαν στις πρώτες κοινές τους διακοπές άλλαξαν για πάντα τη ζωή της.

«Κάναμε μια βόλτα στην παραλία και έβλεπα σέρφερ στο νερό. Δεν ήξερα περί τίνος πρόκειται. Είδα έναν Γερμανό που νοίκιαζε σανίδες και πήγα να μάθω. Θα φεύγαμε την επομένη και ο Γερμανός με ρώτησε αν ξέρω… Του απαντώ κι εγώ  “Λίγο,  από όσα έχω δει μέχρι τώρα” και με ειρωνεύτηκε. Μου είπε να ανέβω στον εξομοιωτή, μια λαστιχένια μπάλα που είχε ένα σίδερο βιδωμένο στο σανίδι και ανάμεσά τους μια μπάλα, για να μπορεί το σανίδι να κινείται. Ανεβαίνω πάνω, είχε πολύ δυνατό αέρα, πάω και κοτσάρομαι, πέφτω πίσω με την πλάτη. Μου λέει, “Ρε διάολε, τα καταφέρνεις”, οπότε μπήκα στο νερό. Ξεκίνησα κι όλα ήταν μια χαρά, αλλά ήξερα να πάρω μόνο την κατεύθυνση που με πήγαινε το πανί. Δεν μπορούσα να το γυρίσω πίσω». Για καλή της τύχη –ή και όχι– βλέπει έναν κολυμβητή και τον ρωτάει αν γνωρίζει πώς μπορεί να επιστρέψει. «Μου λέει κατέβα κάτω να σου δείξω» και με το που κατεβαίνω από τη σανίδα, τη βουτάει αυτός και έγινε άφαντος. Άρχισα να κολυμπάω για να βγω στην πιο κοντινή ακτή, που απείχε 900 μέτρα. Κολυμπούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και στη συνέχεια άρχισα να τρέχω. Ήθελα να πάω στον Γερμανό και να του πω “Μου πήρες το σερφ”. Βλέπεις, πίστευα ότι αυτός την είχε κάνει τη δουλειά για να με φέρει πίσω. Όταν του το είπα, μου λέει “Παλαβή είσαι, θα έκανα τέτοιο πράγμα; Ήξερα ότι θα έχεις πρόβλημα για το πώς θα γυρίσεις, αλλά όχι κι έτσι! Μπες στο σκάφος να τον βρούμε”. Tου λέω “Όχι, πήγαινε μόνος σου γιατί εγώ δεν μπορώ. Η οικογένειά μου θα με ψάχνει γιατί έχω αργήσει”. Ο άντρας της Αναστασίας είχε κόψει το τσιγάρο πριν από δύο εβδομάδες και όταν τον βρήκε είχε ένα τσιγάρο στο στόμα. Τελικά, τον παντρεύτηκε, και μαζί με εκείνον αγάπησε και το σερφ.

Τα παιδιά της Αναστασίας μεγάλωσαν και σπούδασαν. Τα χρόνια που περνούσαν φούντωναν τη νοσταλγία της για την πατρίδα της. Η επιστροφή της στην Κεφαλονιά και η καθημερινή της ενασχόληση με το σερφ ήταν τα δώρα που ήθελε να κάνει στον εαυτό της, που υπέμεινε τις αντιξοότητες της ζωής με θάρρος και αξιοπρέπεια. «Ακόμη και για να χτίσουμε το σπίτι στο νησί, κουράστηκα πολύ. Από μικρή, όμως, έκανα κάτι που πολλές φορές με έχει βοηθήσει… Παρατηρούσα τους ανθρώπους, τον τρόπο που δουλεύουν. Για παράδειγμα, θέλαμε να βάλουμε πέτρα στο σπίτι. Ο μάστορας μας ζήτησε 3.000 ευρώ. Βγήκαμε με τον σύζυγό μου, μαζέψαμε τις πέτρες, αλλά εκείνος μου είπε πως δεν ξέρει να τις τοποθετήσει. Του είπα “Άσ’ το πάνω μου και βλέπουμε στην πορεία”. Τελικά το έκανα μόνη μου και μας έμειναν οι 3.000 στην τσέπη».

Παρόλο που το σπίτι τους είναι έτοιμο, ο άντρας της δεν είναι ακόμη έτοιμος να αφήσει το σπίτι στην Ελβετία και να κατέβει στο νησί, αν και τα παιδιά τους παντρεύτηκαν και έχουν κάνει τις οικογένειές τους. «Του λέω να το πουλήσει και να έρθει. Ας το γράψει στα παιδιά, να ησυχάσει, να είμαστε μαζί, δεν το παίρνει απόφαση, τι να τον κάνω;».

Έπειτα από περίπου 90 λεπτά συζήτησης ακούγεται λίγο ανυπόμονη. Σκέφτομαι πως την κούρασα. Είχα κουραστεί κι εγώ, άλλωστε. «Προλαβαίνω να κατέβω στη θάλασσα» μου είπε στα κλεφτά, αφού είχαμε πει αντίο, σαν μικρό παιδί που δεν θέλει να χάσει ούτε μια βουτιά.

Φωτογραφίες: Γιάννης Σκουρογιάννης

Πηγή: People