Λίγο πριν από την παράσταση Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια, όπου πρωταγωνιστεί στο θέατρο Βέμπο, δείχνει έτοιμος να μοιραστεί πτυχές της, γεμάτης από συγκινήσεις και συναρπαστικές στιγμές, ζωής του: Οι παιδικές αναμνήσεις, οι εφηβικές μαρτυρίες, η ελπίδα για το παρόν και η αβεβαιότητα για το μέλλον, μέσα από τα μάτια ενός θρύλου του ελληνικού κινηματογράφου.

Από τη Γεωργία Χαλκιά

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην κατοχική Αθήνα, σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά, εκεί όπου η Φίνος Φιλμ εγκαταστάθηκε το 1955 και έγραψε ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο. Οι αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων ανεξίτηλες, γεμάτες πόνο, αλητεία, πορνεία. Εκείνος, όμως, κοίταζε από απόσταση αυτή τη φθορά. Γύριζε την πλάτη όπως κάνει μέχρι και σήμερα.

«Τα παιδικά μου χρόνια ήταν θλιβερά. Θύμιζαν τους Άθλιους του Βίκτωρος Ουγκώ. Μεγάλωσα με τη γιαγιά μου, μια αμόρφωτη γυναίκα, καθώς η μητέρα μου, Νίτσα Φιλοσόφου, ήταν ηθοποιός και έλειπε συχνά σε περιοδείες. Ήταν δύσκολα χρόνια. Ζήσαμε τον Εμφύλιο, τους νεκρούς. Υπήρχε μεγάλη πείνα. Τα παιδιά φέρονταν περίεργα, έκλεβαν περίπτερα, κυνηγούσαν ζώα και τα σκότωναν. Αγρίμια της Κατοχής, που είχαν στερηθεί τα πάντα.

Ήμουν τόσο πολύ εναντίον όλων αυτών που πήγαινα σπίτι μου. Εγώ και ο φίλος μου, ο Δημήτρης Καλλιβωκάς, ξεφύγαμε από τις αλητοπαρέες. Στη γειτονιά υπήρχαν 40 οίκοι ανοχής και στον καθένα από 10 γυναίκες. Εκεί μέσα γαλουχηθήκα. Αυτή η εποχή μού άφησε σημάδια και δεν σου κρύβω πως καμιά φορά ανακαλύπτω στον εαυτό μου κατάλοιπα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι εποχή που χαίρεσαι να θυμάσαι» εξομολογείται στο People.

– Πόσο άλλαξε η υποκριτική τη ζωή σας;

Οι γονείς μου ήταν πρωταγωνιστές της οπερέτας, όπως και οι θείοι μου ηθοποιοί. Η υποκριτική υπήρχε στο DNA μου, αλλά δεν είχε ενεργοποιηθεί. Δεν ένιωθα ότι μου αρέσει αυτός ο χώρος, παρόλο που με ανέβαζαν στη σκηνή και έπαιζα κάποιους ρόλους αναγκαστικά γιατί ήμουν ψηλό παιδί και έτσι μπορούσα να υποδυθώ τον μεγάλο. Πώς έγινα ηθοποιός ακόμη δεν μπορώ να το καταλάβω.

Ένα πρωί μού είπε η μάνα μου «Δεν μου λες, θες να γίνεις ηθοποιός;». Και είπα «ναι». Τόσο απλά. Έδωσα εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Eθνικού Θεάτρου και κόπηκα μετά πολλών «επαίνων», έτσι πήγα στο θέατρο Τέχνης Κάρολος Kουν. Η τέχνη μπήκε στο αίμα μου σαν εξάρτηση, σαν ναρκωτικό. Τότε ένιωσα ηθοποιός. Το θέατρο είναι η ρίζα μου, είναι η ζωή μου. Στην τηλεόραση έχω γράψει και έχω σκηνοθετήσει είκοσι σίριαλ και, παρόλο που ήταν αριστουργήματα, έφυγαν όπως ένα τρένο.

Πάντα έλεγα πως το θέατρο είναι η σύζυγός μου και η τηλεόραση η ερωμένη μου. Όταν ήμουν μικρός τρελαινόμουν για τον κινηματογράφο, μέχρι που πήγαινα επτά φορές στο ίδιο έργο. Άκου να δεις τι έκανα! Όταν γύριζα στο σπίτι, έγραφα στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι μου την ταινία και την ημερομηνία που την έβλεπα. Μετά από χρόνια κατάλαβα ότι η δόξα της τηλεόρασης είναι εφήμερη. Γιατί όσο περνούν τα χρόνια κανείς δεν ξεχνά το περίφημο προφιτερόλ με την Αλίκη Βουγιουκλάκη; Διότι ξεκίνησε από το θέατρο, όπως συνέβη και με άλλες επιτυχίες.

– Σας έχει ενοχλήσει που το όνομά σας έχει συνδεθεί με κάποιους ρόλους, όπως του «Αντωνάκη» στην ταινία Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα;

Καθόλου, γιατί μέσα από όλες αυτές τις επιτυχίες ο κόσμος λέει «αυτός τελικά είναι καλός ηθοποιός». Υπάρχουν περιπτώσεις ηθοποιών που σημείωσαν μια επιτυχία και αυτό ήταν. Εξαφανίστηκαν. Δεν έχει σημασία η έκταση ενός ρόλου. Ξεχωρίζεις όταν παίζεις με όλη σου την αλήθεια. Αυτό βεβαίως περνάει και στους θεατές. Στο χειρότερο είδος να παίξεις, για λόγους επιβίωσης ή αποτυχίας σκέψης του σκηνοθέτη, θα το υπηρετήσεις με ειλικρίνεια και αυτό θα εκτιμηθεί. Είναι κάτι που λέω και στους νέους που συναντώ και συνεργάζομαι.

– Υπήρξαν στιγμές στην πορεία των 60 χρόνων της καριέρας σας που νιώσατε εκτεθειμένος;

Όχι! Από τη στιγμή που βγήκα στο σανίδι ο κόσμος με εκτίμησε. Πέτυχα δύο πράγματα σε αυτή τη ζωή. Να με εκτιμήσουν ως ηθοποιό και να πουν κατά κάποιον τρόπο ότι είμαι αναμφισβήτητος. Αυτό το κέρδισα και από τους συναδέλφους, πράγμα το οποίο είναι δύσκολο, καθώς υπάρχει πολύς ανταγωνισμός.

Επίσης, πέτυχα να πουν πως φαίνομαι καλός άνθρωπος. Δεν τάραξα τα νερά, δεν βρέθηκα ποτέ σε σκάνδαλα. Έτσι ένιωθα. Γύριζα την πλάτη στις κακοτοπιές και πήγαινα σπίτι μου. Είτε είχα μεγάλες επιτυχίες είτε είχα πολλά λεφτά, δεν προκάλεσα ποτέ. Ξεχώρισα από τη μάζα. Αυτή η διαφορετικότητά μου είναι και η μόνη μου υποθήκη.

– Έχετε αφήσει εκκρεμότητες σε αυτή τη ζωή, σαν να σας λείπει κάτι;

Έχω ζήσει μια γεμάτη ζωή και δεν ήθελα ποτέ να κοιτάζω πίσω. Προχωρούσα μπροστά. Ήθελα να ατενίζω το μέλλον. Μέχρι και σήμερα έτσι πορεύομαι. Δούλεψε πιο πολύ η λογική και η αυτοσυντήρηση. Εάν κουβαλούσα τις αναμνήσεις μου, θα έσερνα μαζί μια ολόκληρη κατάθλιψη. Θα ήμουν κρυμμένος σε μια γωνία και θα έλεγαν «κοίτα αυτό τον κακομοίρη». Δεν θα μπορούσα να δημιουργήσω και να παίξω στο θέατρο ή να νιώσω άνετα με τους ανθρώπους. Πάλεψα πολύ.

Σε ορισμένα πράγματα, όμως, έπεσα μέσα στην παγίδα. Πολλά από τα λάθη της ζωής προέρχονται από το παρελθόν που έζησες. Όταν κάποτε δεν είχες να φας και ξαφνικά έρθει η στιγμή που θα βρεθείς με πολλά χρήματα στα χέρια σου, δεν θα σκεφτείς να τα βάλεις στην μπάντα. Θα τα φας. Αυτή ήταν και η παγίδα μου. Είναι το κατοχικό σύνδρομο.

– Εκτός από ηθοποιός είστε και σκηνοθέτης…

Αγαπώ πολύ τη σκηνοθεσία γιατί μεταξύ άλλων έχω το χάρισμα να διδάσκω. Για μένα η διδαχή δεν είναι μόνο να οδηγείς τον ηθοποιό πώς θα παίζει. Στη δύσκολη στιγμή να μπορείς εσύ ο ίδιος να του δείξεις παριστάνοντας αυτό τον ρόλο. Όταν έβλεπα μια αδυναμία στον ηθοποιό, σηκωνόμουν ο ίδιος να του δείξω. Όχι για να με μιμηθεί, αλλά για να πάρει μια ιδέα. Έχω παίξει από παιδιά μέχρι και γυναίκες σε ρόλους. Αν και είχα προτάσεις, είμαι αντίθετος στο να διδάξω σε μια σχολή, γιατί μπαίνουν πολλά παιδιά που δεν έχουν υποκριτικές ικανότητες. Νιώθω άβολα να προσπαθήσω να κάνω ηθοποιό κάποιον που δεν έχει αυτό το κάτι».

– Θεωρείτε πως ένας άνθρωπος για να λέγεται ηθοποιός πρέπει να σπουδάσει σε μια σχολή;

Ζούμε σε μια χώρα με πολλές ελευθερίες. Ο καθένας μπορεί να παίξει. Όμως εγώ διαφωνώ. Ο ηθοποιός πρέπει να έχει μόρφωση και πολύ μεράκι για τη δουλειά. Πολλοί άνθρωποι από τύχη έχουν γίνει ηθοποιοί. Δεν θα τους κρίνω εγώ. Ας τους κρίνει ο κόσμος, οι θεατές. Αν τους κάνουν, ας τους κρατήσουν. Αν όχι, ας τους απορρίψουν. Το ταλέντο δεν εμφυτεύεται, χρειάζεται ψυχή και συναίσθημα. Αν κάποτε δίδασκα σε μια σχολή, θα ήθελα τουλάχιστον οι σπουδαστές να έχουν βγάλει το πανεπιστήμιο.

Να δίδασκα σε ανθρώπους που αγαπούν το θέατρο, έχουν διαβάσει και θέλουν να τελειοποιήσουν την τέχνη τους. Υπάρχει ανάγκη να δημιουργηθεί μια ακαδημία θεάτρου. Στο εξωτερικό υπάρχουν πολλές στις οποίες διδάσκουν ηθοποιοί όπως ο Robert De Niro. Υπάρχουν ταλέντα που ξεκίνησαν από τα 14 τους χρόνια, διάβασαν και πέτυχαν. Ο τραγουδιστής και το μοντέλο με τι όπλα θα βγουν στη σκηνή; Με τι συναίσθημα;

– Τι πιστεύετε ότι προσβάλλει το θέατρο;

Από τότε που θυμάμαι το θέατρο, δηλαδή περίπου από το 1940, υπήρχαν άνθρωποι που ήθελαν να το αναβαθμίσουν και να πολεμήσουν ώστε να κάνουν αυτή την τέχνη καλύτερη, και μάλιστα το πέτυχαν. Την εποχή της Μαρίκας Κοτοπούλη, του Δημήτρη Χορν, της Έλλης Λαμπέτη υπήρχαν και αυτοί που ήθελαν να βγάλουν μόνο λεφτά κάνοντας πρόχειρες παραστάσεις που δεν βλέπονταν. Αυτό ήταν προσβολή για το θέατρο. Έρχεται η στιγμή που ο κόσμος το αντιλαμβάνεται και απορρίπτει το κακό θέαμα.

Γι’ αυτό μάλιστα άρχισαν να κλείνουν στην Ελλάδα τα θερινά θέατρα. Το φαινόμενο αυτό ήταν πιο συχνό το καλοκαίρι. Φέτος ο Μαροσούλης έκανε τα πάντα για να δείξει ένα καλό πρόσωπο παίρνοντας σπουδαίους πρωταγωνιστές, ορχήστρες, φτιάχνοντας θεαματικά την παραγωγή της παράστασης Το Δικό Μας Σινεμά και αυτή η προσπάθεια τελικά στέφθηκε με επιτυχία στο Άλσος. Αυτό το κάνει και ο Τάγαρης στην παράσταση Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια, που είναι αξιόλογη.

– Νιώθω πως ζούμε σε μια εποχή που δεν μας ευχαριστεί τίποτα και όλα μας φταίνε.

Το διαπιστώνω κι εγώ αυτό. Οι άνθρωποι μετά τον πόνο που προκάλεσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έγιναν πολύ συναισθηματικοί. Είχε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Αν δείτε οι ταινίες μετά το ’40 είναι ερωτικές, γιατί ο κόσμος είχε την ανάγκη να φύγει από το μίσος του πολέμου. Σήμερα έχει εκλείψει το συναίσθημα. Υπάρχει πολλή μίμηση, που μοιάζει με απελευθέρωση, αλλά κάνει κακό. Όλοι βρίσκονται με ένα κινητό στο χέρι. Η διασκέδαση είναι μια κουφαμάρα, αφού όταν μαζεύονται οι παρέες –εάν μαζεύονται– δεν ακούει ο ένας τι λέει ο άλλος. Μια σχέση που μοιάζει μηχανική.

Η εποχή μας θυμίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας. Έτσι θα τη χαρακτήριζα. Αυτοματοποιημένοι άνθρωποι που κοιτούν το κινητό και δεν βλέπουν καν το αυτοκίνητο που έρχεται καταπάνω τους. Ως εικόνα είναι κάτι το καταπληκτικό. Μια κατάσταση που αδυνατίζει την έννοια της οικογένειας. Η επαφή που είχαμε τότε, στο κυριακάτικο τραπέζι, έχει χαθεί. Τα έργα της επιστημονικής φαντασίας είναι πολύ σκληρά, δεν έχουν ελπίδες να ανατρέψουν την κατάσταση. Μόνο κάπου που υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλο υπάρχει ελπίδα.

– Άρα, νοσταλγείτε το παρελθόν;

Δεν είμαι νοσταλγός του παρελθόντος. Είμαι υποχρεωμένος να επιβιώσω και να προσαρμοστώ με την εποχή. Ο άνθρωπος και στη χειρότερη ζούγκλα πρέπει να μάθει να διαχειρίζεται τον εαυτό του. Η χώρα μας βίωσε και βιώνει δύσκολες καταστάσεις, όπως τη δυστυχία των μνημονίων, τη φτώχεια, την ανέχεια και μέσα σε όλα αυτά τους συνανθρώπους μας να αυτοκτονούν.

Προσπάθησα να αποτραβηχτώ από αυτό τον μύλο που αλέθει τα πάντα και το πέτυχα. Πιστεύω σε έναν Θεό και δεν δέχομαι από κανέναν να ζει χωρίς ελπίδα. Δεν δέχομαι από κανέναν να φτάσει στο σημείο της αυτοκτονίας, ακόμη και αν νιώθει πως βρίσκεται σε τέλμα. Έχω περάσει καταστάσεις που κάποιος άλλος ενδεχομένως να μην είχε δύναμη να αντέξει.

– Γράφετε στο βιβλίο σας Showtime μια φράση του Cohen: «Υπάρχει μια ρωγμή που από εκεί μέσα μπαίνει το φως». Πώς επιδρά σε εσάς η συγκεκριμένη φράση;

Με συγκλόνισε αυτή η φράση. Ήταν μέσα στην ψυχή μου. Όταν συνέβαινε κάτι άσχημο στη ζωή μου και έβλεπα από μια σχισμή ένα φως, μια ελπίδα δηλαδή, αυτομάτως όλα καλυτέρευαν. Ζω με την ελπίδα του φωτός, όχι του σκοταδιού.

– Φέτος υποδύεστε τον δήμαρχο στη Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια, και μάλιστα βρίσκεστε στη σκηνή με την κόρη σας.

Για πρώτη φορά μεταφέρθηκε στη σκηνή το αριστούργημα του Στρατή Μυριβήλη Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια, μια απαγορευμένη ερωτική σχέση η οποία εκτυλίσσεται στην κλειστή κοινωνία της Μυτιλήνης την περίοδο του Μεσοπολέμου, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια. Υποδύομαι έναν καλό δήμαρχο που προσπαθεί να κάνει τον πυροσβέστη όταν «ανάβουν τα αίματα».

Στο έργο βλέπουμε κυρίως πονηρούς νομάρχες και άλλους συγχωριανούς που πλούτισαν υπογείως. Με εκφράζει αυτός ο ρόλος γιατί και στην πραγματικότητα είμαι ένα ειρηνοποιό στοιχείο. Είναι ωραίο το συναίσθημα να παίζω με την Άννα-Μαρία, είναι πολύ ταλαντούχα, όπως και ο γιος μου,  ο Γιώργος, που είναι σπουδαίος πιανίστας και δίνει ρεσιτάλ μόνος του.

– Μήπως είναι και η πολιτική ένας ρόλος που θα ταίριαζε στην πραγματική σας ζωή;

Αν δεν ήμουν ηθοποιός, θα μπορούσα να ασχοληθώ με την πολιτική με συγκεκριμένο σχέδιο. Αν ήμουν αρχηγός ενός κράτους, πρωθυπουργός, το όνειρό μου θα ήταν να βοηθήσω τον λαό. Πριν κάτσω στην καρέκλα, θα πήγαινα στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές για να δω πώς επιβιώνουν οι ηλικιωμένοι, οι άνεργοι.

Παντού υπάρχουν άστεγοι που ζουν σε άθλιες συνθήκες. Αυτούς δεν τους βλέπουν οι κυβερνώντες; Όταν επιτρέπεις να πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα, τότε τι κυβερνάς; Τα πτώματα; Δυστυχώς ανέκαθεν το πρώτο πράγμα που σκέφτονταν οι κυβερνώντες ήταν τι θα βουτήξουν από τον κοσμάκη. Αν υπάρξει ηγέτης που τολμήσει να εναντιωθεί σε αυτό το σύστημα, ή θα τον περάσουν για γελοίο ή θα τον καθαρίσουν την επόμενη μέρα.

– Ποια είναι η συμβουλή σας για τους νέους ανθρώπους;

Πρέπει να ακολουθείς το όνειρό σου. Αν δεν το κάνεις, θα το σέρνεις σε όλη σου τη ζωή. Πρέπει να αγαπήσεις και να πολεμήσεις γι’ αυτό που επιθυμείς. Μόνο έτσι θα νιώσεις γεμάτος, ευτυχισμένος.

Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος

Πηγή: People